Το τέλος του Άρη Βελουχιώτη

Του Κώστα Σακαρέλου

Πριν από 81 χρόνια, στις 16 Ιουνίου του 1945, έφυγε από τη ζωή, στη Μεσούντα της Άρτας, σε ηλικία 40 ετών, ο Θανάσης Κλάρας, περισσότερογνωστός ως Άρης Βελουχιώτης. Ο Θανάσης Κλάρας, Έλληνας δημοσιογράφος, γεωπόνος, πολιτικός, στέλεχος του ΚΚΕ και ηγέτης του ΕΛΑΣ, του μεγαλύτερου αντάρτικου αντιστασιακού στρατού στην κατεχόμενη Ελλάδα, είχε γεννηθεί στη Λαμία, στις 27 Αυγούστου του 1905.  

Εξαιτίας της συμπεριφοράς αλλά και της δράσης του, είχε αποκτήσει άσπονδους εχθρούς, μα και φανατικούς φίλους. Οι εχθροί του τον αποκαλούσαν σφαγέα και βίαιο εγκληματία, δολοπλόκο, δολοφόνο, σαδιστή, σοδομίτη και βασανιστή, που του άρεσε να διασκεδάζει γδέρνοντας ανθρώπους ζωντανούς! Αντίθετα, οι φίλοι του είχαν τη φωτογραφία του στο εικονοστάσι τους, πλάι στους αγίους τους! Κατά τη γνώμη τους, ο Άρης ήταν άνθρωπος τίμιος και ακριβοδίκαιος, που υπεραγαπούσε τους αντάρτες του. Ήταν, ανά πάσα στιγμή, έτοιμος να θυσιαστεί για το καλό τους. Καλός πατριώτης. Χαρισματικός, ευφυής, θαρραλέος, με αντοχή στις κακουχίες, στρατηγικό αισθητήριο, οργανωτική και ηγετική ικανότητα, με βαθύ το θρησκευτικό συναίσθημα.

Ο τότε ηγέτης του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, μιλώντας για την προσωπικότητα του Βελουχιώτη, ανέφερε πως «ο Άρης ήταν ένας άξιος καπετάνιος, ένας λαϊκός αγωνιστής που ήταν και έμεινε θρύλος. Ένας άξιος αρχηγός του ΕΛΑΣ. Ένα ατίθασο και λογικό παλληκάρι. Ήταν ο νέος Καραϊσκάκης».

Στην ιστοριογραφία αλλά και στον Τύπο της εποχής συναντάμε διάφορες εκδοχές, αναφορικά με τον θάνατο του Άρη Βελουχιώτη. Χρήσιμες πληροφορίες έχουν διασωθεί τόσο από μαρτυρίες ανταρτών, που ήταν μαζί του τις τελευταίες ώρες και γλίτωσαν λουφάζοντας στη γύρω περιοχή, όσο και από τους διώκτες του.

Οι περισσότεροι μελετητές, με μικρές διαφοροποιήσεις, κάνουν λόγο για τις ίδιες τοποθεσίες, όπου συνέβησαν τα γεγονότα που προηγήθηκαν του τελικού εγκλωβισμού των ανταρτών του ΕΛΑΣ στη χαράδρα του Φάγγου, στη Μεσούντα. Οι περιγραφές, εκ μέρους τους, των γεγονότων που προηγήθηκαν της τελευταίας ενέδρας έχουν πολλά κοινά σημεία μεταξύ τους. Ακόμα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ιστοριογράφοι κάνουν λόγο για αυτοκτονία τόσο του Άρη, με το ατομικό του περίστροφο, όσο και του Τζαβέλα, με χειροβομβίδα, αγκαλιάζοντας τον πρωτοκαπετάνιο, όταν έσφιξε γύρω τους ο κλοιός, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Ακόμα, έκτοτε, μια πλειάδα ιστορικών ερευνητών, αναζητά εναγώνια τόσο τους χώρους ταφής των σορών των νεκρών ανταρτών και των κομμένων κεφαλιών τους, όσο και, αν όχι όλων, τουλάχιστο μέρους των προσωπικών τους αντικειμένων.

Στην κατεύθυνση αυτή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες των εθνοφυλάκων Κωνσταντίνου Βόιδαρου και Κωνσταντίνου Μόκκα, διωκτών του Άρη Βελουχιώτη, σε συνέντευξή τους σε δημοσιογράφο της αθηναϊκής εφημερίδας «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ», η οποία δημοσιεύτηκε στην 3η σελίδα της εν λόγω εφημερίδας την Κυριακή 24 Ιουνίου 1945, με τίτλο: «ΟΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΑΝΤΑΡΤΑΙ ΠΟΥ ΕΞΟΝΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΑΡΗΝ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ. ΑΦΙΧΘΗΣΑΝ ΧΘΕΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΝ. Η ΠΡΩΤΗ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΤΡΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΒΟΡΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ»:

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κωνσταντίνου Βόιδαρου, στις 13 Ιουνίου του 1945, αυτός πληροφορήθηκε από κάποιο σύνδεσμό του ότι ο Κλάρας βρισκόταν στη θέση «Μπούλικα» της Μεσούντας με δύναμη 22 ανδρών και ότι υπήρχε κίνδυνος να διαφύγει. Η ίδια πηγή τού γνωστοποίησε ότι οι αντάρτες είχαν συλλάβει και κρατούσαν στο λημέρι τους, ως ομήρους, τον Σωτήρη Καλογιάννο, τον γιο του, τη γυναίκα του και τον αδερφό του.

Στο άκουσμα της είδησης, ο Βόιδαρος κινητοποίησε αμέσως τους άντρες του, εβδομήντα τον αριθμό, μαζί με πέντε εθνοφύλακες, από τη δύναμη του Μάνου. Το απόγευμα της Παρασκευής, γύρω στις τέσσερις, κατέλαβε τα υψώματα Φρούσιας – Μεσούντας και ταυτόχρονα επιτέθηκε στο λημέρι των ανταρτών. Στο μεταξύ, οι εθνοφύλακες είχαν καταλάβει τα υψώματα της Τσούκας, για να αποκλείσουν τη διαφυγή των ανταρτών από τα μέρη εκείνα, ενώ τα περάσματα από τον Αχελώο τα ήλεγχε ο καπετάν Μόκκας. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Βόιδαρου, «όταν δόθηκε το σύνθημα, ο Βελουχιώτης με τους άντρες του βρέθηκαν σε αδιαπέραστο σιδερένιο κλοιό. Η μάχη ήταν σφοδρή και πολύνεκρη. Το πρωί της επομένης είχε τελειώσει».

Όταν κόπασαν τα πυρά, ο Βόιδαρος έστειλε τον Δράκο να πάει να κάνει αυτοψία στον χώρο, από τον οποίο αμύνονταν οι αντάρτες. Εκείνος, επιστρέφοντας, τον διαβεβαίωσε πως ο Άρης και ο Τζαβέλας ήταν νεκροί. Τότε, έτρεξαν όλοι στον τόπο όπου βρισκόταν το πτώμα του Αρχηγού. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Βόιδαρου, ο Άρης ήταν πεσμένος μπρούμυτα και είχε δύο τραύματα. Το ένα στο κεφάλι και το άλλο στο στήθος, ενώ το πτώμα του Τζαβέλα, το οποίο έφερε πολλά τραύματα, κείτονταν γύρω στα 200 μέτρα μακρύτερα από εκείνο του Άρη. Παραδίπλα ήταν νεκρός ο Γ. Αργύρης, με δυο σφαίρες στο κεφάλι. Στην περιοχή βρήκαν τέσσερα ακόμα πτώματα άγνωστων ανταρτών. Έπιασαν και εφτά αιχμαλώτους, ενώ έξι είχαν πνιγεί στον παρακείμενο Αχελώο.

Στη συνέχεια, ο Βόιδαρος έδωσε το μαχαίρι του στον Δράκο και τον διέταξε να κόψει τα κεφάλια του Άρη και του Τζαβέλα. Ο ΕΛΑΣίτης αντάρτης εκτέλεσε την εντολή και αμέσως μετά, σε υλοποίηση, προφανώς, δεύτερης σχετικής διαταγής, πήρε τα κομμένα κεφάλια, τα τοποθέτησε μέσα στην κυλόττα του Τζαβέλα και τα φορτώθηκε, για να μεταφερθούν στη Μεσούντα, όπου εκτέθηκαν σε κοινή θέα μέχρι τις 10:00΄το πρωί της 16ης Ιουνίου, οπότε πήγε εκεί ο ταγματάρχης Τζίνερης, ο λοχαγός Μάνος και ο υπολοχαγός Μουρελάτος και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στα Τρίκαλα, όπου τα κρέμασαν στο κέντρο της πλατείας, μέχρι τις 2 τα μεσάνυχτα. Τα ξημερώματα πήγε εκεί ο ταγματάρχης Φαληρέας με δυο αυτοκίνητα, παρέλαβε τα κεφάλια, τους κρατούμενους και όλους τους άλλους, για να μεταφέρει τους μεν κρατούμενους στη φυλακή, τους δε άλλους στην έδρα τους.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως, σύμφωνα με τα γραφόμενα του διευθυντή της εφημερίδας, δημοσιογράφου Ν. Α. Δημητρακόπουλου, ο Κωνσταντίνος Μόκκας, προσερχόμενος στη συνέντευξη, «φορούσε με κάποια υπερηφάνεια τον σκούφο του Άρη». Ακόμα, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μόκκα, η πρώτη επαφή που είχαν με τον Άρη ήταν κοντά στο Παληοχώρι, λίγες μέρες πριν δώσουν την τελευταία μάχη. Εκεί θα είχαν τελειώσει όλα, αν προλάβαιναν να του αποκλείσουν τα ολίγα περάσματα που τον διευκόλυναν να φύγει.  Ο ίδιος αφηγείται πως στη μάχη εκείνη, ο Άρης τραυματίστηκε στη μύτη και ο Τζαβέλας στο πόδι, ενώ έπιασαν και δύο αιχμαλώτους, ένας από τους οποίους ήταν ο Δράκος. Ακόμα, πως οι αντάρτες, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον πλήρη αιφνιδιασμό, άφησαν πίσω τους «4 μουλάρια με τρόφιμα, πολλά όπλα, ένα οπλοπολυβόλο και άλλα».

Ο ίδιος αφηγείται πως την ομάδα του Άρη πρωτοχτύπησε μέσα στο λημέρι της ο Βόιδαρος, πως η μάχη, η οποία ήταν σκληρή και πεισματώδης, άρχισε στις 4 το απόγευμα της Παρασκευής 15 Ιουνίου, πως οι ΕΛΑΣίτες αντάρτες πολέμησαν σκυλίσια κι ακόμα πως το Σάββατο το πρωί, στις 8 η ώρα, όλα είχαν τελειώσει.

ΠΗΓΗ: εφημερίδα «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ», Κυριακή 24 Ιουνίου 1945, Περίοδος Α΄, αριθμός φύλλου 4, σελίδα 3

Compare Listings

Τίτλος Τιμή Κατάσταση Τύπος Περιοχή Σκοπός υπνοδωμάτια Μπάνια