
Του Γ. Η. Ορφανού
Χτες, σε σπίτια σαν κι εκείνα που μεγαλώσαμε, γύρω από ένα τραπέζι με φίλους, η ζωή έμοιαζε πιο απλή. Οι κουβέντες κυλούσαν χωρίς βιασύνη, οι μυρωδιές από το φαγητό έφερναν πίσω πρόσωπα και στιγμές, κι ο χρόνος είχε μια γλυκιά υπομονή. Όμως ακόμη κι εκεί, μέσα στη θαλπωρή, γεννιόταν η πρώτη αίσθηση ότι ο άνθρωπος αλλάζει, ότι η μνήμη και η εμπειρία τον σμιλεύουν αργά.
Σήμερα, οι ίδιες σκηνές αποκτούν άλλο βάρος. Μια κουβέντα μπορεί να γίνει καθρέφτης, ένα βλέμμα να φανερώσει όσα δεν τολμάμε να πούμε. Κι εκεί, μέσα στην απλότητα της στιγμής, θυμάσαι πως κάθε μέρα, μαθαίνεις και κάτι. Ποτέ μην παινευτείς πως τα ξέρεις όλα. Γιατί ο άνθρωπος, όσο κι αν προχωρά, κουβαλά μέσα του λαβύρινθους που ο ίδιος έχτισε — φόβους, επιθυμίες, σιωπές που ζητούν φως.
Και μεθαύριο; Εκεί ανοίγεται ο δρόμος που δεν έχουμε ακόμη περπατήσει. Ένας δρόμος που ζητά αξίες για να σταθείς, αγάπη για να μη χαθείς, και καθαρή ματιά για να μη σε καταπιεί το σκοτάδι που γεννά η συνήθεια. Το μέλλον δεν υπόσχεται βεβαιότητες∙ μόνο την ευκαιρία να δεις πιο καθαρά, να νιώσεις πιο βαθιά, να σταθείς πιο ανθρώπινος.
Έτσι, μια απλή στιγμή —ένα τραπέζι, μια παρέα, μια ανάμνηση— γίνεται γέφυρα από το χτες στο μεθαύριο. Μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν είναι να βρίσκεις απαντήσεις, αλλά να μένεις ανοιχτός, ανήσυχος, ζωντανός. Να μη συνηθίζεις.
































