
Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη
Δύο είναι τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο Έλληνας: πού θα βρει πάρκινγκ (κι ας λένε ότι είναι η … στέγη!) και πώς θα εξηγήσει στα παιδιά του γιατί ψηφίζει ξανά τον ίδιο που τον «φέσωσε» την προηγούμενη φορά.
Μυρίζει πάλι εκλογές (στην Ελλάδα πάντα υπάρχει προεκλογικό άρωμα από την επομένη κιόλας των εκλογών και την ανάδειξη νέας κυβέρνησης!). Άρωμα φρέσκο, σαν άρωμα από νέο κατάστημα — λίγο τεχνητό, φτιαγμένο να καλύψει τη μυρωδιά του παλιού. Και μη μου πείτε «κάθε τέσσερα χρόνια», διότι εδώ δεν έχουμε ωρολογιακό πρόγραμμα, έχουμε πρόγραμμα ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις — σαν εστιατόριο που ανοίγει μόνο όταν δει πελάτη απ’ έξω. Ο τόπος βάφεται, χτενίζεται, χαμογελάει στις κάμερες σαν να πάει σε πρώτο ραντεβού, με φιλτράκι και στο πρόσωπο και στο πρόγραμμα. Το 1983, σε μια μπουάτ στην Πλάκα, ο Χάρρυ Κλυνν ανέβηκε στη σκηνή και είπε πως οι Έλληνες μετατρέπονται σιγά-σιγά σε λαό ψηφοφόρων, καταναλωτών και κομπιναδόρων, και πως σε είκοσι-τριάντα χρόνια η χώρα θα βρεθεί πτωχευμένη. Ο κόσμος γέλασε, χειροκρότησε, ζήτησε κι άλλο ουζάκι, και μετά βγήκε έξω και ψήφισε ό,τι ακριβώς περιέγραφε ο άνθρωπος πάνω στη σκηνή. Σαράντα χρόνια μετά, τον θυμόμαστε σε βιντεάκια με λεζάντα «προφητικός», γράφουμε «τι μας έλεγε τότε και δεν τον ακούγαμε», και μετά κλείνουμε το κινητό και ψηφίζουμε με ακριβώς την ίδια λογική που εκείνος σατίριζε. Ο άνθρωπος δεν ήταν μάντης. Ήταν ο μόνος που κοίταζε καθαρά, σε μια αίθουσα γεμάτη κόσμο που προτιμούσε να γελάει παρά να δει. Ήταν όπως πολλοί άλλοι … «γραφικοί» από τα βάθη της αρχαιότητας έως σήμερα… Όπως ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» (τον αναφέρω διότι άκουσα από κοντά τις διηγήσεις στελεχών του στο πλαίσιο της εκδήλωσης για τα «100 χρόνια»), αλλά γι΄ αυτό τον λόγο και τον … «μπάζωσαν» το 1996…
Το παρελθόν που δεν κλείνει
Η πολιτική στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε χθες. Ξεκίνησε στην αγορά της Αθήνας, όπου εφευρέθηκε η λέξη «δημοκρατία» και πριν στεγνώσει το μελάνι, εφευρέθηκε κι ο τρόπος να την κάνεις πάρτι. Μετά είχαμε εμφύλιο, δικτατορία, Μεταπολίτευση που έταξε φως και άφησε λογαριασμό, και μια κρίση που μας έμαθε τι θα πει «κούρεμα» (PSI στα … ελληνικά!) χωρίς κομμωτήριο — μόνο που αυτό δεν ξανάβγαινε. Κάθε γενιά έλεγε «εμείς θα το αλλάξουμε». Άλλαξε μόνο η συχνότητα εκπομπής· το πρόγραμμα έμεινε ίδιο. Το κόμμα άλλαξε όνομα, ο πολιτικός άλλαξε γραβάτα και μετά την πέταξε τελείως για να δείχνει «λαϊκός» (όπως και όλοι σχεδόν οι … αντίπαλοί του στη συνέχεια για να μην είναι μόνο του ενός «λαϊκού» ανδρός αρχή το πουκάμισο χωρίς γραβάτα)— λες κι η γραβάτα ήταν το πρόβλημα κι όχι αυτός που την φορούσε. Η υπόσχεση όμως έμεινε ολόιδια: «Θα σας σώσω». Κι εμείς δενόμαστε μόνοι μας στο κατάρτι, ενθουσιασμένοι μάλιστα, με σημαιάκια και όλα, χωρίς να μας το ζητήσει κανείς.
Η υπόσχεση ως ύπνωση
Ο πολιτικός λόγος είναι σαν τη διαφήμιση που «σβήνει τις ρυτίδες σε 7 μέρες» — κανείς δεν ρωτάει γιατί δεν δούλεψε τις προηγούμενες δέκα φορές που την αγόρασε, κι όλοι περιμένουν πως φέτος «κάτι θα έχει αλλάξει στη φόρμουλα». Λένε «ανάπτυξη» , την ισχυρότερο στην Ευρωζώνη και βλέπεις πρωτιά σε φτώχεια στην ίδια ευρωπαϊκή οικογένεια. Λένε «μεταρρύθμιση» και βλέπεις … απορρύθμιση παντού. Καμία λέξη δεν εξηγείται, μόνο υπόσχεται· κι όσο πιο άδεια είναι, τόσο πιο άνετα χωράει μέσα της ό,τι φοβάσαι κι ό,τι ελπίζεις — σαν βαλίτσα που τη γεμίζεις μόνος σου, ενώ νόμιζες πως αγόρασες έτοιμη γκαρνταρόμπα. Σαν την καλιακούδα στον ομώνυμο μύθο του Αισώπου που θέλησε να βγει πρώτη σε διαγωνισμό ομορφιάς με φτερά άλλων όμορφων πουλιών κι έγινε ρεζίλι όταν φύσηξε ο αέρας (κρίση τη λέμε σήμερα) Ο υπνωτισμένος λαός δεν είναι ο αγράμματος λαός· είναι αυτός που μαθαίνει την επικαιρότητα από ένα βίντεο δεκαπέντε δευτερολέπτων, ανάμεσα σε μια συνταγή κέικ κι έναν σκύλο που κάνει πατινάζ, και μετά σχολιάζει με σιγουριά σαν να διάβασε τρίτομο σύγγραμμα. Τη δημοκρατία δεν την τελειώνουν τα όπλα· την τελειώνει το «άσ’ το, δεν αλλάζει τίποτα» — και λίγη κούραση, γιατί βολεύει να το κάνεις meme παρά να θυμώνεις κάθε φορά από την αρχή
Οι νέοι: μη γίνετε ό,τι γίναμε εμείς
Η πολιτική δεν είναι το βήμα των άλλων, είναι το πιάτο σας στο τραπέζι, το θέλετε δεν το θέλετε. Ο νέος που λέει «δε μ’ ενδιαφέρει η πολιτική» έχει ήδη πάρει θέση — τη θέση αυτού που θα μάθει τον νόμο μετά, όταν θα τον πληρώνει, με τόκους. Γιατί η πολιτική, όπως και ο ΕΝΦΙΑ ή το «χαράτσι» στους λογαριασμούς ηλεκτρικού για την «ανεξάρτητη» ΕΡΤ, δεν ρωτάει αν σε ενδιαφέρει. Έρχεται μόνη της, χωρίς πρόσκληση, και κάθεται στο τραπέζι σαν να την κάλεσες. Μπείτε στο παιχνίδι όχι σαν κομματόσκυλα που γαβγίζουν στο σύνθημα, αλλά σαν κριτές. Διαβάστε τον νόμο πριν τον χειροκροτήσετε — δεν δαγκώνει, απλώς βαριέται να τον διαβάσει κανείς. Ρωτήστε ποιος ωφελείται πραγματικά,όχι μόνο ποιος τα υπόσχεται πιο ωραία στο δελτίο των εννιά, με τη σωστή μουσική από πίσω.
Οι δημοσιογράφοι: αντίβαρο ή σόου
Ποιος φυλάει τον φύλακα; Ο δημοσιογράφος υπάρχει για έναν λόγο: να μην αφήσει την εξουσία να κοιμηθεί ήσυχη. Όταν η ερώτηση είναι «πόσο δύσκολη ήταν αυτή η απόφαση για εσάς προσωπικά» αντί για «γιατί το κάνατε αυτό στον κόσμο», τότε δεν έχουμε δημοσιογραφία· έχουμε ψυχαγωγική εκπομπή με περισσότερες διαφημίσεις δανείων. Δημοσιογράφος που δεν ενοχλεί κανέναν είναι απλώς μουσική υπόκρουση για το σαλόνι — ωραίος, ήσυχος, δεν σου χαλάει τον καφέ. Κι ένας λαός χωρίς αντίβαρο δεν είναι λαός, είναι κοινό σε παράσταση που ξέρει ήδη το τέλος της, και πάει να τη δει ξανά γιατί «τουλάχιστον έχει κλιματισμό».
Τι μέλλει γενέσθαι
Δεν χρειαζόμαστε άλλη υπόσχεση, ούτε άλλο βίντεο υποψηφίου να χαϊδεύει ντομάτες στη λαϊκή σαν να ’ναι κατοικίδιο. Χρειαζόμαστε πολίτες που διαβάζουν ανάμεσα στις γραμμές, νέους που πάνε στην πλατεία και όταν χτίζεται κάτι — όχι μόνο όταν καίγεται — και δημοσιογράφους που προτιμούν να χάσουν τη θέση τους παρά να «μπαζώνουν» την αλήθεια τους. Μια δική μου προφητεία, χωρίς αξιώσεις μαντείας: σε είκοσι χρόνια από σήμερα τα ονόματα στις αφίσες θα έχουν αλλάξει, ο «εκσυγχρονισμός» θα λέγεται «ψηφιακός μετασχηματισμός» ή κάτι ακόμα πιο αστείο που δεν έχει εφευρεθεί ακόμα, και κάποιος νέος κωμικός θα ανεβαίνει σε μια σκηνή να λέει τα ίδια λόγια που λέμε σήμερα. Ο κόσμος θα γελάει, θα το ανεβάζει σε βιντεάκι, και θα βγαίνει να ψηφίσει ακριβώς αυτό με το οποίο μόλις γέλασε. Το πρόβλημα δεν είναι κατάρα· είναι συνήθεια που αντέχει σε κάθε γέλιο. Το αύριο δεν είναι πακέτο διακοπών με τα πάντα πληρωμένα από κανέναν πολιτικό. Είναι δουλειά εκείνων που αρνούνται να κοιμηθούν — ή έστω, εκείνων που αρνούνται να αλλάξουν κανάλι…
Κι έτσι … «πνίγονται»…




























