Όταν τα μαργαριτάρια έχασαν τους αλιείς τους

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του aixmi-news.gr στην Google

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 14/06/2018

 

Της Ακακίας Κορδόση

 

Το Μεσολόγγι πρωτοεµφανίζεται τον 16ο αιώνα σε γραφές ευρωπαίων θαλασσοπόρων – και τυχοδιωκτών – σαν «οικισµός ψαράδων». Οικισµός, που γρήγορα έγινε πόλη, και σαν πόλη µε βασικό κύτταρο πάντα τους ψαράδες, διέσχισε και διέγραψε 4 αιώνες ακµής ως τα µέσα του εικοστού.

Οι ψαράδες που είχαν βρει εκεί απάνεµο καταφύγιο έγιναν σιγά – σιγά καραβοκύρηδες και µε τις δύο έννοιες που έχει η λέξη στο Μεσολογγίτικο ιδίωµα. Είτε δηλαδή καραβοκύρηδες στο «τσούρµο» των ψαράδων ενός ιχθυοτροφείου (ιβαριού), είτε ιδιοκτήτες κάποιου πλεούµενου. Έτσι άνθισε στην πόλη το εµπόριο µε τις χώρες της Δύσης και, συνεπακόλουθα, αργότερα και η ναυπηγία. Η οικονοµική άνθιση έφερε τέλος και την πνευµατική.

Πάντα το ζωντανό κύτταρο και βάση ακλόνητη της πόλης ήταν οι ψαράδες. Αυτοί κρατούσαν την ισορροπία ανάµεσα στα ανεβάσµατα και στα – αναπόφευκτα – κατεβάσµατά της, αυτοί διατηρούσαν το ύφος της, αυτοί χρωµάτιζαν τη φυσιογνωµία της.

Κι όπως ήταν φυσικό, και η λογοτεχνία – ποίηση και πεζογραφία -, που είναι ο καθρέφτης της ζωής και των πραγµάτων, και που άνθισε και καρποφόρησε στο Μεσολόγγι όσο σε καµιά άλλη πόλη, αυτό ακριβώς το στοιχείο µετουσίωσε.

Καραβοκύρης ήταν ο Πέτρος Φλώρης της παλαµικής «Τρισεύγενης», «κόρη ενός θαλασσινού κι ενός λιµνιώτη αδελφή» ήταν η Μπίλιω στο «Μεσολογγίτικο» του Μαλακάση και ψαρόπουλο ήταν ο Φάνης, ο Αφηγητής – και τραγικός ήρωας – στην «Εξαδέλφη» του Τραυλαντώνη, για να περιοριστούµε σε τρία – κορυφαία – έργα µεσολογγιτών δηµιουργών.

Στα πρώτα χρόνια µας, οι ψαράδες αποτελούσαν ακόµα τον καµβά που πάνω του κεντιούνταν η ζωή της πόλης. Τους βλέπαµε το πρωί να κουβαλάνε τα – άφθονα – ψάρια τους στα σπίτια τους ή στις πάγκες της αγοράς, τους βλέπαµε τα µεσηµέρια µέσα στις βάρκες τους που, µε ανοιγµένα πανιά, σαν σµάρια άσπρων πουλιών, γύριζαν απ’ την ανατολή, το νότο και τη δύση – αφού το Μεσολόγγι ήταν ακόμα χερσόνησος – τους συναντούσαμε και το σούρουπο, συχνά με τις γυναίκες τους ή τα μεγάλα παιδιά τους, να κουβαλάνε στους μώλους τα πράγματά τους για τις νυχτερινές τους «πριές».

Κοντά τους γεννηθήκαμε και μαζί τους μεγαλώσαμε.

Και ξαφνικά, γυρίζοντας απ’ τις σπουδές μας, δεν τους βρήκαμε στο Μεσολόγγι, τους χάσαμε. Αυτόκλητοι «τεχνολόγοι» και φωστήρες «σωτήρες» έκαναν άγρια επίθεση στην «ήμερη» λιμνοθάλασσα κι ανάγκασαν έτσι τους εργάτες και παιδιά της να φύγουν. Να ψάξουν για δουλειά στην Αθήνα σε εργοστάσια – που δεν είχαν δει ούτε από μακρυά -, σε μια ηλικία μεγάλη ή και περασμένη, να κλαίνε που δεν μπορούσαν να ζήσουν την οικογένειά τους, που δεν μπορούσανε να δουν τη θάλασσα και να πεθαίνουν πικραμένοι μακρυά απ’ τον τόπο τους.

Σήμερα δυστυχώς έχουν μείνει ελάχιστοι – συγκριτικά με άλλοτε – ψαράδες στο Μεσολόγγι. Κι απ’ αυτούς ακόμα πιο λίγοι – μια και η προηγούμενη γενιά έχει εκπατριστεί – γιοί ψαράδων. Κι αυτό θα πει πως αυτοί οι ελάχιστοι πρέπει να εφεύρουν μόνοι τους – και με νέα δεδομένα – μια τέχνη απ’ τη φύση της πατροπαράδοτη, τη μοναδική ίσως τέχνη που δεν είναι δυνατόν να διδαχτεί, αλλά πρέπει να μαθευτεί βιωματικά. Να τη ζήσει δηλαδή κανείς από παιδί κοντά στον πατέρα του – ή στενό συγγενή του – χρόνια πολλά ώστε με τη δική του πια πείρα να μάθει, ας πούμε, απ’ την κίνηση του νερού τι ψάρι περνάει από κάτω, ή – ακόμα δυσκολότερο – αν αυτό το ψάρι είναι θηλυκό που βγάζει το αυγοτάραχο.

Ελάχιστοι λοιπόν και υπό διωγμόν. Γιατί η λιμνοθάλασσα, η θάλασσά τους, όση δεν αποξηράνθηκε, δεν απομυζήθηκε, δεν χαράχτηκε από χαλικόδρομους, έγινε γι’ αυτούς επαγγελματικό ναρκοπέδιο, σταυρόλεξο άλυτο, που όπου κι αν ακουμπήσεις τιμωρείσαι.

Έτσι πολιορκημένοι στο Μεσολόγγι σήμερα είναι μόνο οι – εναπομείναντες – «ελεύθεροι αλιείς».

 

*Από την πνευματική παρακαταθήκη της Α.Κ.

 Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

Compare Listings

Τίτλος Τιμή Κατάσταση Τύπος Περιοχή Σκοπός υπνοδωμάτια Μπάνια