
Του Γ. Απτεραίου
Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, στις 30 Αυγούστου 2022, ξαναγυρίζω με τη σκέψη μου σε εκείνα τα χρόνια της Περεστρόικα και του Γκλάσνοστ, που σημάδεψαν όχι μόνο το τέλος μιας εποχής αλλά και την αρχή μιας άλλης.
Τριάντα χρόνια και πλέον μετά, η απόσταση του χρόνου ίσως μας επιτρέπει να δούμε τα γεγονότα ψυχραιμότερα, χωρίς ούτε την εξιδανίκευση του Γκορμπατσόφ ούτε τη δαιμονοποίησή του. Και ίσως μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα πως η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους ηγέτες, αλλά και από τις κοινωνικές δυνάμεις που κινούνται πίσω, γύρω και συχνά ερήμην τους.
Για μένα, η ιστορία του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, της Περεστρόικα και του Γκλάσνοστ δεν είναι απλώς μια σελίδα της σοβιετικής ιστορίας. Είναι ένα από τα μεγάλα κεφάλαια εκείνων των αλλαγών που, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, άρχισαν να μετακινούν τον κοινωνικοπολιτικό χάρτη της Ευρώπης και, μαζί του, να αλλάζουν τη νοοτροπία των Ευρωπαίων. Αλλαγές που δεν τελείωσαν με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ούτε με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Με διαφορετικές μορφές συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να επηρεάζουν την καθημερινή ζωή όλων μας.
Το πόσο βαθιά επηρέασαν οι αλλαγές αυτές την πατρίδα του Γκορμπατσόφ, αλλά και καθεμία από τις χώρες και τις κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης, δεν εξαρτήθηκε αποκλειστικά από το πολιτικό ανάστημα και τις αποφάσεις του ίδιου. Εξαρτήθηκε, ίσως περισσότερο, από το πόσο έτοιμοι ήταν οι άνθρωποι να δεχτούν την αλλαγή και, κυρίως, από το πόσο ώριμοι ήταν να τη διαχειριστούν.
Γιατί η Ιστορία δεν είναι προσωπική υπόθεση κανενός ηγέτη. Οι ηγέτες μπορεί να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν τις εξελίξεις, να ανοίξουν δρόμους ή να τους κλείσουν. Δεν δημιουργούν, όμως, μόνοι τους τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες κινούνται. Πίσω από κάθε μεγάλη πολιτική ανατροπή υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, οικονομικά συμφέροντα, ιδεολογίες, προσδοκίες και αντιθέσεις που κάποια στιγμή αναζητούν διέξοδο.
Ο Γκορμπατσόφ, ως πολιτικός ηγέτης, πήρε σωστές και λανθασμένες αποφάσεις. Είχε στιγμές διορατικότητας, αλλά και στιγμές αδυναμίας. Δεν υπήρξε ούτε ο «άγιος» που κάποτε είδε στο πρόσωπό του η Δύση ούτε ο αποκλειστικός υπεύθυνος για την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Υπήρξε ένας πολιτικός που προσπάθησε να μεταρρυθμίσει ένα σύστημα το οποίο είχε συσσωρεύσει αντιφάσεις και προβλήματα επί δεκαετίες και, την ίδια στιγμή, να διατηρήσει ζωντανή τη σοσιαλιστική του προοπτική.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η τραγικότητα της προσπάθειάς του: επιχείρησε να αλλάξει το σύστημα χωρίς αρχικά να επιδιώκει την κατάργησή του. Άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα για να μπει αέρας σε ένα οικοδόμημα που είχε αρχίσει να ασφυκτιά. Δεν μπορούσε, όμως, να γνωρίζει αν ο αέρας θα το ανανέωνε ή αν τελικά θα το γκρέμιζε.
Αρνητική στιγμή της διακυβέρνησής του υπήρξε ασφαλώς η στάση της σοβιετικής κυβέρνησης απέναντι στο Τσερνόμπιλ. Εκεί η παλιά κουλτούρα της κρατικής μυστικότητας συγκρούστηκε με το Γκλάσνοστ που ο ίδιος είχε εξαγγείλει. Θετική, αντίθετα, και ιστορικά πολύ σημαντικότερη, υπήρξε η συμβολή του στη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Ένας κόσμος που για δεκαετίες ζούσε κάτω από τη σκιά μιας πιθανής πυρηνικής σύγκρουσης άρχισε να αναπνέει διαφορετικά.
Δεν πιστεύω, όμως, ότι αυτό που ανέτρεψε τον Γκορμπατσόφ και διέλυσε τελικά την ΕΣΣΔ ήταν απλώς η εσωτερική πολιτική του ή η ιδεολογία του. Η πολιτική του διέφερε αισθητά από εκείνη σημαντικών προκατόχων του, όπως ο Στάλιν και ο Μπρέζνιεφ. Η Περεστρόικα και το Γκλάσνοστ επιχείρησαν να σπάσουν τη γραφειοκρατική ακαμψία, να αποκαταστήσουν την πολιτική συμμετοχή και να επιτρέψουν στην κοινωνία να μιλήσει.
Αλλά όταν μια κοινωνία αρχίζει να μιλά, δεν μιλά απαραίτητα με μία φωνή.
Μέσα στις ρωγμές του παλιού συστήματος εμφανίστηκαν διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Άλλοι ήθελαν να ανανεώσουν τον σοσιαλισμό, να τον απαλλάξουν από τη γραφειοκρατία και τις στρεβλώσεις του. Άλλοι ήθελαν να επιστρέψουν σε έναν σκληρότερο κρατικό συγκεντρωτισμό. Και άλλοι είδαν στις μεταρρυθμίσεις την ευκαιρία για κάτι εντελώς διαφορετικό: την εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού μοντέλου και την ταχεία μετάβαση στην οικονομία της αγοράς.
Εκεί, νομίζω, βρίσκεται μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της εποχής.
Άνθρωποι που επί δεκαετίες κατείχαν θέσεις μέσα στον κρατικό και κομματικό μηχανισμό μπόρεσαν, σε αρκετές περιπτώσεις, να μετατρέψουν την πολιτική τους ισχύ σε οικονομική ισχύ. Η διάλυση του παλιού κρατικού και οικονομικού οικοδομήματος δεν σήμαινε αυτομάτως κοινωνική απελευθέρωση. Για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού σήμαινε ανεργία, φτώχεια, ανασφάλεια και την απότομη εμφάνιση τεράστιων ιδιωτικών περιουσιών στα χέρια λίγων.
Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να το ξεχνάμε όταν μιλάμε για το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης.
Δεν ήταν απλώς η νίκη της «ελευθερίας» απέναντι στην «ανελευθερία», όπως συχνά παρουσιάστηκε. Ήταν και μια βαθιά κοινωνική και ταξική αναδιάταξη, μέσα στην οποία ένα ολόκληρο σύστημα ιδιοκτησίας, παραγωγής και εξουσίας κατέρρευσε και ένα άλλο άρχισε να οικοδομείται πάνω στα ερείπιά του.
Εκείνοι που έκρυψαν την αρχομανία τους πίσω από την ανάγκη, τάχα, να διατηρηθούν οι «θεσμοί» ενός συστήματος ήδη αραχνιασμένου και απομακρυσμένου από τις αρχικές ιδέες του σοσιαλισμού δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνοι από εκείνους που επικαλέστηκαν την ανάγκη για ακόμη περισσότερες αλλαγές προκειμένου να κρύψουν τη δική τους αλαζονεία.
Και η αλαζονεία αυτή φάνηκε όταν απέκτησαν την εξουσία.
Η σημερινή Ρωσία είναι, από αυτή την άποψη, ένα από τα πιο παράδοξα ιστορικά αποτελέσματα εκείνης της εποχής. Η χώρα που γνώρισε το Γκλάσνοστ και την πολιτική απελευθέρωση της τελευταίας σοβιετικής περιόδου οδηγήθηκε, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, σε ένα ισχυρά συγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα. Η σημερινή ρωσική πραγματικότητα, με τον περιορισμένο χώρο για την ανεξάρτητη αντιπολίτευση και την έντονη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας, απέχει πολύ από τις προσδοκίες που γέννησε το Γκλάσνοστ.
Και η ειρωνεία είναι μεγάλη: ο Γκορμπατσόφ πίστευε ότι ένα σοσιαλιστικό κράτος μπορούσε να γίνει ισχυρότερο μέσα από περισσότερη διαφάνεια και πολιτική ανανέωση. Η μετασοβιετική Ρωσία δεν οδηγήθηκε τελικά σε αυτόν τον δρόμο. Η πολιτική ελευθερία περιορίστηκε και η οικονομική ισχύς συγκεντρώθηκε σε λίγα χέρια.
Στην Ανατολική Ευρώπη η εικόνα υπήρξε διαφορετική, αλλά όχι λιγότερο σύνθετη. Οι λαοί της περιοχής γκρέμισαν το ένα μετά το άλλο τα καθεστώτα που είχαν στηριχθεί στη σοβιετική ισχύ. Πολλές από αυτές τις χώρες εντάχθηκαν αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ και γνώρισαν σημαντικές οικονομικές και θεσμικές αλλαγές. Όμως η μετάβαση δεν υπήρξε παντού ένας ευθύγραμμος δρόμος προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Σήμερα βλέπουμε σε τμήματα της Ανατολικής Ευρώπης την επιστροφή εθνικισμών, αυταρχικών πολιτικών πρακτικών, κοινωνικής δυσπιστίας και μιας νέας αμφισβήτησης απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ.
Κι αυτό μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που ίσως αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε εύκολη ετυμηγορία για τον Γκορμπατσόφ.
Η ελευθερία δεν είναι από μόνη της κοινωνική δικαιοσύνη. Η κατάργηση ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν εγγυάται ότι ο άνθρωπος θα πάψει να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης. Και η μετάβαση από τη δημόσια ιδιοκτησία στην ιδιωτική οικονομία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η εξουσία παύει να συγκεντρώνεται· μπορεί απλώς να αλλάξει χέρια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξιδανικεύσουμε τη Σοβιετική Ένωση ή να ξεχάσουμε τις ελευθερίες που καταπιέστηκαν, τις γραφειοκρατικές στρεβλώσεις, τα λάθη και τις τραγωδίες της. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλουμε να βλέπουμε την Ιστορία πέρα από τα συνθήματα του Ψυχρού Πολέμου. Ούτε ο σοσιαλισμός ταυτίζεται με κάθε σοβιετική πρακτική ούτε ο καπιταλισμός ταυτίζεται με τη δημοκρατία και την ελευθερία.
Η Ευρώπη του 2026 είναι πολύ διαφορετική από την Ευρώπη του 1989. Κι όμως, ορισμένα ερωτήματα παραμένουν εκπληκτικά ίδια: ποιος κατέχει την οικονομική δύναμη; ποιος ελέγχει την πολιτική εξουσία; πόσο πραγματικά ελεύθερος είναι ο πολίτης όταν η οικονομική ανισότητα γίνεται τεράστια; και πόσο αντέχει μια κοινωνία τη δημοκρατία όταν η ανασφάλεια και η απογοήτευση την κάνουν να αναζητά «ισχυρούς» ηγέτες;
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το σημαντικότερο μάθημα του Γκορμπατσόφ.
Ο άνθρωπος μπορεί να ανοίξει ένα παράθυρο στην Ιστορία. Δεν μπορεί, όμως, να αποφασίσει τι θα κάνουν όσοι θα σταθούν μπροστά του.
Ο Γκορμπατσόφ άνοιξε το παράθυρο. Άφησε να μπει φως σε ένα σύστημα που είχε μάθει να ζει με κλειστά παντζούρια. Άφησε όμως να μπουν μαζί του και δυνάμεις που δεν μπορούσε πια να ελέγξει.
Και η Ιστορία, αυτή η αμείλικτη δασκάλα που ποτέ δεν παραδίδει τα μαθήματά της δύο φορές με τον ίδιο τρόπο, μας θυμίζει κάτι ακόμη: όταν ένα παλιό οικοδόμημα καταρρέει, δεν είναι βέβαιο ότι αυτός που θα χτίσει το καινούργιο θα είναι εκείνος που άνοιξε την πρώτη ρωγμή στον τοίχο.




























