
Του Γ. Η. Ορφανού
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα λιμάνι φτωχό, μουντό, γεμάτο καπνό, λάσπη και μεγάλα λόγια. Οι τρανοί του τόπου κυκλοφορούσαν με καπελάκια, μαύρα ματογυάλια και κοιλιές καλοταϊσμένες να προπορεύονται σαν επίσημοι κήρυκες. Κι άμα τους άκουγες να μιλάνε, νόμιζες πως κουβαλούσαν την πατρίδα διπλωμένη στην τσέπη του γιλέκου τους. Όλο για «ήθη», «τάξη» και «εθνικό φρόνημα» έλεγαν.
Το ψωμί όμως, όσο περνούσε ο καιρός, όλο και μίκραινε. Αντίθετα, τα λόγια των δυνατών βάραιναν τους αδύνατους με όλο και περισσότερα «πρέπει» — περισσότερα κι απ’ τις δέκα εντολές του Μωυσή. Τα παιδιά πήγαιναν στο σχολειό με παπούτσια ανοιγμένα απ’ τη μύτη και σακάκια που είχαν περάσει από τρία αδέρφια. Κι εκεί μέσα δεν μάθαιναν μονάχα γράμματα. Μάθαιναν και το μεγάλο κόλπο του κόσμου: να σωπαίνουν οι κάτω για να κοιμούνται ήσυχοι οι πάνω.
Όπου κι αν γύριζες το κεφάλι, άκουγες τα ίδια: «Μη μιλάς». «Μη ρωτάς». «Το κεφάλι κάτω για να προκόψεις».
Μα, όπως ξέρουμε από τα παλιά χρόνια, όσο πιο πολύ πατάς το καπάκι στο καζάνι, τόσο πιο άγρια βράζει από κάτω.
Ώσπου μια μέρα έγινε το κακό — δηλαδή το καλό. Ένας μαθητής, ψιλόλιγνος σαν καλάμι και φτωχός σαν χειμωνιάτικο χωράφι, έγραψε με τα ορνιθοσκαλίσματά του σ’ ένα χαρτί: «Δεν είναι δίκιο οι λίγοι να τρώνε με χρυσά κουταλοπίρουνα κι άλλοι να μετράνε τις ελιές μία-μία…»
Το χαρτί άρχισε να γυρίζει από χέρι σε χέρι μέσα στις τάξεις σαν κλεμμένο τραγούδι. Μα ένας γερο-επιστάτης, άνθρωπος ξινός σαν χαλασμένο γάλα, μόλις έμαθε από κάτι πρόθυμα αυτιά — απ’ αυτά που φυτρώνουν σε κάθε εποχή — έψαξε και βρήκε τον πρωτεργάτη.
Άρπαξε το παιδί απ’ τον σβέρκο μπροστά σε όλους και του φώναξε, θέλοντας να το διαπομπεύσει: «Εσύ δεν ήρθες εδώ να σκέφτεσαι! Ήρθες να μάθεις υπακοή!»
Ε, αυτό ήταν!
Οι μαθητές πετάχτηκαν απ’ τα θρανία σαν αηδόνια που άνοιξε ξαφνικά το κλουβί τους. Άλλος χτυπούσε πόρτες, άλλος φώναζε, άλλος κουνούσε βιβλία στον αέρα λες και ξόρκιζε μούχλα χρόνων. Για πρώτη φορά, έλεγαν οι γονείς, τα παιδιά του λιμανιού δεν έμοιαζαν φοβισμένα. Ήταν θυμωμένα.
Κι εκεί άρχισε το πανηγύρι των μεγάλων.Οι εφημερίδες τούς είπαν «αλήτες», «αχάριστους» και «υποκινούμενους». Στα καφενεία, κάτι χοντροί νοικοκυραίοι χτυπούσαν τα τραπέζια και φώναζαν: «Στα δικά μας χρόνια τρώγαμε και ξύλο και λέγαμε κι ευχαριστώ!»
Μα το καλύτερο το φύλαγε ο υπουργός. Ανέβηκε στο βήμα της Βουλής με ύφος λες και θα κήρυττε πόλεμο σε ξένη αυτοκρατορία. Χτύπησε τη γροθιά και άρχισε τις εθνικές κορόνες: «Η νεολαία εκτρέπεται!», «Το έθνος κινδυνεύει!», «Προσβάλλονται τα ιερά και τα όσια!»
Κάποια στιγμή, έτσι όπως φούσκωνε από πατριωτισμό και σάλιο, λίγο έλειψε να σκιστεί το γιλέκο του. Κι ενώ μιλούσε για θυσίες και πατρίδα, το κινητό του χτυπούσε κάθε τόσο για κάποια βραδινή δεξίωση με οικονομικούς μεγαλοπαράγοντες του τόπου.
Ο κόσμος άκουγε όλα τούτα και γελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια του. Γιατί ήξερε πως όσες φορές οι χορτάτοι μιλούν πολύ για πατρίδα, κάποιος νηστικός ετοιμάζεται να πληρώσει τον λογαριασμό.
Ο ξεσηκωμός των μαθητών κράτησε μέρες. Φωνές, κυνηγητά, σπασμένα τζάμια, φόβος και θυμός ανακατεμένα σαν φτηνό κρασί. Ύστερα ήρθαν τα όργανα της εννόμου τάξεως.
Με γκλομπ, σφυρίχτρες και μούτρα λες κι είχαν προσωπική βεντέτα με τη νιότη. Κάποιους τους μάζεψαν άρον-άρον, άλλους τους φόβισαν, κι άλλους τούς έστειλαν σπίτια τους με ματωμένα χείλη και μάτια που όμως δεν χαμήλωναν πια.
Κι έτσι η νεανική εξέγερση έκλεισε τον κύκλο της, όπως τελειώνουν συνήθως αυτά τα πράγματα. Οι μεγάλοι είπαν πως «επανήλθε η τάξη», οι εφημερίδες έγραψαν πως «επικράτησε η λογική», ο υπουργός καμάρωσε σαν διάνος πετεινός κι οι φτωχοί γύρισαν πάλι στις δουλειές τους.
Μονάχα που κάτι δεν ήταν πια ίδιο. Παρά τα μπαλώματα, φαινόταν καθαρά πως το πανταλόνι των εθνικοφρόνων είχε αρχίσει να ξηλώνεται. Τα παιδιά είχαν καταλάβει κάτι επικίνδυνο: πως οι τρανοί δεν φοβούνται ούτε τις πέτρες ούτε τις φωνές. Τρέμουν τη στιγμή που ο μικρός άνθρωπος θα πάψει να τους πιστεύει.
Και από τότε, κάθε φορά που κανένας φουσκωμένος ρήτορας ανέβαινε σε μπαλκόνι κι άρχιζε τα «πατρίς», «τάξις» και «ηθική», οι παλιοί του λιμανιού έφτυναν κάτω, χαμογελούσαν στραβά και μουρμούριζαν: «Πάλι πείνασε ο λύκος και ντύθηκε τσομπάνης…»
* Το παρόν, το οποίο αφιερώνεται στη μνήμη του πατέρα μου Ηρακλή Γ. Ορφανού, αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα































