Οι καρβουνιάρηδες του Αρακύνθου (φωτό)

Κάνε κλικ και δες περισσότερο aixmi-news.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσε το στην Google

Του Γιάννη Ζαβιτσανάκη

Όταν γίνεται λόγος για παραδοσιακά επαγγέλματα της πατρίδας μας, τα οποία τείνουν να εκλείψουν ή έχουν ήδη εξαφανιστεί, συνήθως έρχονται στο νου μας τεχνίτες όπως οι παπουτσήδες και οι ραφτάδες -εικόνες χαραγμένες στην ψυχή μας και από τα παραμύθια των παιδικών χρόνων μας…- που κατασκεύαζαν και επιδιόρθωναν είδη της καθημερινότητάς μας. Μέχρι που, η βιομηχανοποιημένη παραγωγή και, μάλιστα, σε χώρες με εξαιρετικά χαμηλό κόστος παραγωγής, περιόρισε απειλητικά για την επιβίωσή τους τον επαγγελματικό ζωτικό χώρο τους, το αντικείμενο της εργασίας τους.

Υπάρχουν όμως και επαγγέλματα της υπαίθρου, πέρα από τα αντίστοιχα αστικά, τα οποία ελάχιστα πια ελκύουν το ενδιαφέρον των -ομοεθνών τουλάχιστο- συμπολιτών μας, ώστε να τα εξασκήσουν. Και αυτό, επειδή είναι ιδιαίτερα σκληρά και απαιτητικά σε χρόνο και μόχθο, καθώς και όχι ικανοποιητικά αμειβόμενα σε σχέση με τις απαιτήσεις τους αυτές. Δεδομένου, λοιπόν, ότι το προϊόν της παραγωγής τους είναι αναντικατάστατο υπό μία έννοια, το κενό καλούνται να καλύψουν αλλοεθνείς, Αλβανοί κυρίως τεχνίτες, εργαζόμενοι στον τόπο μας. Αυτό συμβαίνει και στο χώρο τής παραγωγής του ξυλάνθρακα.

Το κάρβουνο είναι ένα προϊόν, το οποίο δεν είναι βεβαίως απολύτως αναντικατάστατο πρακτικά, έχει όμως μοναδικά χαρακτηριστικά. Η γευστική ιδιοτυπία που προσδίδει, μεταβάλλει σε μοναδική λιχουδιά και την απλούστερη διατροφική επιλογή. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το πλεονέκτημα μιας ψημένης στα κάρβουνα, ταπεινής και ελληνικότατης πίτας με σουβλάκι; Και ποιος θα μπορούσε να φανταστεί την ιεροτελεστία του Πασχαλινού οβελία, δίχως τη γεμάτη με ασπρόμαυρα, πυρωμένα κάρβουνα παραδοσιακή ψησταριά;

Έχουμε όμως αναρωτηθεί ποτέ, πώς κατασκευάζονται αυτά τα κατάμαυρα, φθηνά διαμάντια; Και, βεβαίως, κυριολεκτούμε χαρακτηρίζοντάς τα έτσι, αφού από αυτό τον πολύτιμο και πανάκριβο συγγενή τους τα χωρίζουν μονάχα “μερικοί” -αρκετοί είναι η αλήθεια…- βαθμοί θερμοκρασίας και πίεσης, στις συνθήκες δημιουργίας τους. Ο Δήμος Σβάρνας, ένας από τους τελευταίους ντόπιους καρβουνιάρηδες της νοτιοδυτικής Αιτωλοακαρνανίας, δέχτηκε πρόθυμα και ευγενικά να μας κατατοπίσει σχετικά.

Με καταγωγή από τα Ελληνικά Μεσολογγίου, ένα χωριό του όρους Αρακύνθου -ή Ζυγού- κτισμένο σε υψόμετρο 750 μέτρων περίπου, συνεχίζει μόνος αυτός την οικογενειακή επαγγελματική παράδοση, την τέχνη που διδάχτηκε από τον πατέρα του, αφού τα τέσσερα αδέρφια του την εγκατέλειψαν σταδιακά. Καθισμένος σε έναν ίσκιο μπροστά στο λιτό, εύκολα μεταφερόμενο καλυβάκι του, αναπολεί τις εποχές που η πολυμελής πατρική οικογένειά του μετακινούνταν από τα Γιάννενα και την Άρτα ως τη Μεγαλόπολη και την Ανδρίτσαινα, στήνοντας ολόκληρο καταυλισμό σε κάθε τόπο προκειμένου να χτίσει καμίνια και να ψήσει κάρβουνα.

Τώρα, εργάζεται όπως ζει. Μόνος. Χωρίς δική του οικογένεια. Ποια γυναίκα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, θα τον συντρόφευε και θα τον ακολουθούσε στη δουλειά αυτή; Όσο για βοηθό, ούτε λόγος. “Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του…”, σχολιάζει χαρακτηριστικά χαμογελώντας. Η αλήθεια δε είναι ότι, μια σκληρή δουλειά όπως αυτή, γίνεται δυο φορές σκληρότερη όταν προσπαθείς να τα βγάλεις πέρα μόνος σου.

Και είναι πραγματικά σκληρή, βαριά και δύσκολη δουλειά. Πρέπει να αντέχεις στο φτυάρι και στο καρότσι, τη χειράμαξα, για να στήσεις τη χωματένια καρδιά του καμινιού. Και στο τεμάχισμα και στο κουβάλημα για να κόψεις, να μεταφέρεις και να στήσεις γύρω της τα ξύλα, τα οποία θα γίνουν κάρβουνο. Κατά προτίμηση από αριά ή πουρνάρι, από ποικιλίες της βελανιδιάς δηλαδή, αλλά και από ελιά ή πεύκο. Έπειτα, τα ξύλα αυτά πρέπει να σκεπαστούνε με άχυρο. Κατόπιν, πάλι καρότσι και φτυάρι για να θαφτεί το καμίνι, να σκεπαστεί δηλαδή με χώμα.

Αφού ανάψει η φωτιά στο εσωτερικό του, αρχίζει η αγρύπνια. Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο πρέπει να παρακολουθεί ο καρβουνιάρης το καμίνι. Να ανοίγει και να κλείνει τις τρύπες στα τοιχώματά του, από όπου αναπνέει και οξυγονώνεται ελεγχόμενα η φωτιά, ώστε να μην πάρει φωτιά και καταστραφεί. Όταν ψηθεί το κάρβουνο, κάπου δέκα με δεκαπέντε μέρες αργότερα ανάλογα με το μέγεθος του καμινιού, τις συνθήκες και τον τρόπο με τον οποίο θα το χειριστεί ο καρβουνιάρης, το καμίνι πρέπει να βραχεί, να ξεσκεπαστεί από το χώμα, να σπάσει ο σωρός του, να τσουβαλιαστούν τα κάρβουνα και, επιτέλους, θα έχει φτάσει η ώρα της ξεκούρασης και της ανταμοιβής για τον τεχνίτη. Αν όλα έχουν πάει καλά ως τη στιγμή εκείνη. Αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα συμβεί, ειδικά εάν ο καρβουνιάρης δεν γνωρίζει βαθιά την τέχνη του.

 

Ο Δήμος έχει δει καμίνια να σκάνε, καθώς αέρια αυξάνουν την πίεση μέσα σε αυτά. Η φωτιά δε, έχει τις παραξενιές της. Η υγρασία, την αναγκάζει να αφήνει ξύλα άψητα, τα τσαραλίκια τα οποία, όταν τα καμίνια ανοίξουν, συγκεντρώνονται και ψήνονται σε νέο, μικρό καμίνι. Η κλίση του εδάφους, της αλλάζει κατεύθυνση. Ο άνεμος, την κάνει απρόβλεπτη. Το πολύ οξυγόνο, την κάνει αδάμαστη. Ο καρβουνιάρης πρέπει όλα αυτά να τα προβλέψει και να θεραπεύσει όποια ανάγκη παρουσιαστεί.

Για όλους αυτούς τους λόγους η θέση κάθε τεχνίτη, ο οποίος αποσύρεται από το επάγγελμα, μένει κενή. Το ίδιο θα συμβεί και με το Δήμο. Σκέφτεται να αποχωρήσει σιγά – σιγά από τη δουλειά αυτή και δεν έχει μαθητή για να συνεχίσει το έργο του. Ακουμπισμένος σε ένα από τα δημιουργήματά του, που τα μισάνοιχτα στόματά του βαριανασαίνουν σκορπώντας έναν υπέροχο, αρωματισμένο καπνό στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα του βελανιδοδάσους, νοσταλγεί τις ημέρες που καρβουνιάρηδες από όλα τα μέρη της Ελλάδας, από τη Σαλαμίνα και την Ικαρία κυρίως, όργωναν μαζί με τις οικογένειές τους την ελληνική ύπαιθρο και συναντιόντουσαν σε δάση όλης της χώρας, κάνοντας τη δουλειά αυτή μια χαρούμενη γιορτή, ένα πανηγύρι. Ζούσαν μια ζωή δύσκολη και κουραστική μα και ξέγνοιαστη, ελεύθερη, ασκώντας την τέχνη που αγαπούσαν και που τους επέτρεπε με αξιοπρέπεια να θρέφουν τις οικογένειές τους.

Ένα ακόμη κεφάλαιο της ελληνικής παράδοσης, καλογραμμένο από τίμιους και αγνούς ανθρώπους, κάτω από νυχτερινό ουρανό διαμαντοστόλιστο και στη σκιά γιγάντιων δέντρων μέσα στη χαύνωση του απομεσήμερου, με υπόκρουση το κελάρυσμα κρυστάλλινων ρυακιών και τη φωνή του κορυδαλλού, του αηδονιού και του γκιώνη. Ένα κεφάλαιο που, δυστυχώς, φαίνεται ότι κλείνει για πάντα…

Compare Listings

Τίτλος Τιμή Κατάσταση Τύπος Περιοχή Σκοπός υπνοδωμάτια Μπάνια