Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη

Είναι μια πηγή που αναβλύζει δροσερές θύμησες, παρουσιάζει εικόνες από το γαλήνιο χθες και διηγείται πολλά στους περαστικούς για τα ευλογημένα χωράφια που τώρα είναι ξερά και βρώμικα, για το Λεσίνι, την Παναγία τη Λεσινιώτισσα, για σκηνές με συνάξεις γύρω από τη φωτιά αγνών ανθρώπων του μόχθου και της γης
Στους πρόποδες ενός λόφου, εκεί όπου η γη μοιάζει να κρατάει ακόμα τους παλαιούς της χάρτες, αναβλύζει ο Θύμιος. Το νερό του, κρύο το καλοκαίρι, σχεδόν ζεστό τον χειμώνα, κυλά αργά· ακούει τον άνεμο, τις πέτρες, τα βήματα των ανθρώπων που πέρασαν. Δεν ξεχνά, τίποτα δεν ξεχνά. Και μέσα σε κάθε σταγόνα του, φαίνεται να κατοικεί μια σιωπηλή παρουσία — η ματιά του Θεού που παρακολουθεί τη γη και τους ανθρώπους της.
Θυμάται την αρχαία Κυνία, τη λίμνη της Αιτωλίας που σχηματιζόταν από τον Αχελώο, τα νερά που περικύκλωναν το Λεσίνι, το νησί της οργιώδους βλάστησης. Θυμάται τους Φράγκους που ονόμασαν την περιοχή Παλιοκατούνα μετά τη Δ΄ Σταυροφορία. Θυμάται το νησί που έγινε τόπος προσευχής και ελπίδας — τη Μονή της Παναγίας της Λεσινιώτισσας. Κι ο Θεός, σαν αθόρυβος μάρτυρας, ευλόγησε τη γη, το νερό και την προσευχή των ανθρώπων που ζούσαν ανάμεσά τους.
Το 1593, λέει, ένα φωτεινό σύννεφο κατέβηκε στη γη, και στο μέσον του στάθηκε η Παναγία με το Θείο Βρέφος. Οι κάτοικοι που έψαχναν καταφύγιο, κυνηγημένοι από τον Τούρκο διοικητή, είδαν το θαύμα και γονάτισαν. Η εικόνα επέστρεφε ξανά και ξανά στα κλαδιά της αγριελιάς.Eκεί, πάνω στο μικρό νησί, χτίστηκε η πρώτη εκκλησούλα. Ο χρόνος πέρασε, οι άνθρωποι άλλαξαν, αλλά το νερό θυμάται, και η θεϊκή παρουσία συνεχίζει να αγρυπνεί.
Ο παππούς μου, Δημήτρης Στεργίου, παιδί του ’50, κουβαλά τον Θύμιο μέσα του. Τα παιδικά του χρόνια δεν είναι απλώς αναμνήσεις, είναι ζωντανά ποτάμια που κυλούν ακόμη. Μο;y μιλά για τις πήλινες στάμνες, για το γαϊδουράκι που τον ανέβαζε και τον κατέβαζε στους βράχους, για το μπάνιο στα κρύα νερά, για τις παιδικές φωνές που ηχούσαν πάνω από τον βάλτο. Μού μιλά για τις νύχτες στην αχυροκαλύβα, για τις φωτιές που χόρευαν πάνω στο χώμα, για τα τραγούδια και τα γέλια που έδεναν ανθρώπους και τόπο σε ένα ίδιο νήμα — όλα αυτά κάτω από το βλέμμα του Θεού, που σιωπηλά παρακολουθεί και ευλογεί.
Ο Θύμιος ξέρει ακόμα την καυτή πιπεριά που χρειάστηκε να σβήσει κανείς στα νερά του. Ξέρει τα χέλια που ψήθηκαν στις φωτιές του χωριού, τις πέρδικες και τους αγριοκόκορες που έφεραν κυνηγοί. Ξέρει τις αλεπούδες που έπεφταν στο δόκανο για λαγούς, αλλά πιάνοντας μερικές φορές εκείνες. Αλλά, όταν έβλεπαν τον παππού μου, παιδί μικρό τότε στα μποστάνια, τραυματισμένες προσποιούνταν ότι πέθαιναν για να σωθούν. Κάθε ιστορία, κάθε κίνηση, κάθε ψίθυρος αφήνει ένα ίχνος μέσα στο νερό, και μέσα σ’ αυτά όλα φαίνεται η παρουσία της Θείας πρόνοιας, σαν αόρατος οδηγός και φύλακας.
Ο Θύμιος μας ξεδιψά και μας δροσίζει με αλήθειες και γαλήνη!
Σήμερα, κοιτάζοντας τη γη και την εποχή μας, βλέπω τον κόσμο να διψά — μα όχι για νερό. Διψά για αλήθεια, για ρίζες, για γαλήνη. Οι βάλτοι στέρεψαν, τα νερά χάθηκαν κάτω από δρόμους και μηχανές, τα δέντρα κόπηκαν, τα λουλούδια ξεράθηκαν, οι άνθρωποι περπατούν σαν να μη γνωρίζουν πια τι σημαίνει να ζης μέσα στη φύση. Το νερό του Θύμιου παρακολουθεί, σιωπηλό μάρτυρα, και θυμάται τα πάντα: τα γέλια των παιδιών, τις νύχτες της αχυροκαλύβας, τις πέρδικες και τα χέλια, τις αλεπούδες που «έπαιζαν νεκρές», τις ιστορίες που έδεναν τον άνθρωπο με τη φύση και με τον τόπο. Και ο Θεός στέκει εκεί, ήρεμος, σαν υπενθύμιση πως η ζωή είναι δώρο. Και το δώρο αυτό δεν πρέπει να ξεχνιέται.
Στους βάλτους που κάποτε καθρέφτιζαν τον ουρανό, μπορεί κανείς να δει σκιές παιδιών, να ακούσει ψίθυρους, να μυρίσει τη γη και τα βότανα, εικόνες που σήμερα δεν υπάρχουν πια· μα το νερό ξέρει. Ο Θύμιος δεν είναι μόνο πηγή, είναι η μνήμη του τόπου, η ψυχή της γης, η ανάσα των ανθρώπων που πέρασαν και αγάπησαν, και η παρουσία του Θεού ενσαρκωμένη στα νερά που δεν ξεχνάνε.
Κι όσο κάποιος θυμάται, όσο κάποιος στέκεται δίπλα του και αφήνει τον χρόνο να κυλήσει με αργό ρυθμό, ο Θύμιος ζη. Ζη στα νερά, στις αναμνήσεις, στην ησυχία που αφήνει πίσω του. Αιώνιος, καθαρός, δροσερός — σαν το νερό που κυλά στα σπλάχνα του λόφου, σαν τη μνήμη που δεν πεθαίνει, σαν τη Θεία ματιά που παραμένει σε κάθε στιγμή και κάθε ανάσα.
Ο Θύμιος ζη, αλλά απειλείται κι εκείνος από … λύματα!
Ο Θύμιος δεν είναι απλώς νερό. Είναι μνήμη, καθρέφτης, φωνή, και Θεϊκή παρουσία. Είναι η ψυχή των ανθρώπων που ήρθαν πριν από εμάς και Ο Θύμιος δεν είναι απλώς νερό. Είναι μνήμη, καθρέφτης, φωνή, και Θεϊκή παρουσία. Είναι η ψυχή των ανθρώπων που ήρθαν πριν από εμάς και η προτροπή για εκείνους που έρχονται μετά. Κι όσο υπάρχει κάποιος να τον θυμάται, θα συνεχίζει να ζη — καθαρός, δροσερός, αιώνιος, κάτω από τα βλέμματα του Θεού.
Αν τον αφήσουν ακόμα καθαρό τα λύματα που μαζί με αυτόν βρωμίζουν και την εικόνα του Θεού…

































