
Του Γ. Η. Ορφανού
Στην άκρη ενός αμπελιού στο Αγγελόκαστρο, τόσα χιλιόμετρα μακριά από τους θορύβους και τα καυσαέρια της μεγαλούπολης, εκεί ακριβώς όπου ο χωματόδρομος σταματά και μετατρέπεται σε σκόνη και θυμάρι, στεκόταν ένα σκιάχτρο. Το είχαν στήσει, όπως φαινόταν, πρόχειρα. Βρήκαν ένα παλιό πουκάμισο, πήραν ένα παντελόνι που κάποτε είχε γόνατα, κι ανέσυραν από την αποθήκη ένα καπέλο φαγωμένο από τον σκώρο και τον καιρό. Για πρόσωπό του έδωσαν μια σακούλα με δυο μάτια ζωγραφισμένα στραβά, σαν να είχαν δοκιμάσει να δουν τον κόσμο αλλά κουράστηκαν στη μέση της προσπάθειας.
Το σκιάχτρο λεγόταν —ή μάλλον αυτοονομάστηκε— Στέφανος. Γιατί κάθε πλάσμα, ακόμη κι αν είναι γεμισμένο με άχυρο, δικαιούται ένα όνομα. Ακόμη κι αν κανείς δεν το φωνάζει.
Ο κυρ Ισαάκιος, που ζούσε μόνος του στο χωριό αφότου χήρεψε άτεκνος, ήταν αυτός που το είχε βάλει εκεί για να διώχνει τα πουλιά. Μα στην πραγματικότητα, ήθελε παρέα, για να μη νιώθει μόνος. Το αμπέλι ήταν η συντροφιά του, κι ο Στέφανος με την αθόρυβη παρουσία του στεκόταν εκεί όπου ο ίδιος δεν μπορούσε να βρίσκεται όλη μέρα. Κι όσο κι αν δεν το ομολογούσε, του μιλούσε καμιά φορά, δίχως να περιμένει απάντηση· ένα «καλημέρα» στο ξεκίνημα της μέρας όταν έμπαινε στο αμπέλι, ένα «έτσι είναι οι άνθρωποι, έλα να πάμε παρακάτω» όσες φορές μάθαινε ότι οι άνθρωποι σκοτώνονταν για ασήμαντες διαφορές ή άκουγε πως οι πολιτικοί κορόιδευαν τον κόσμο, ένα «άντε, κράτα γερά!» κάθε φορά που ο αέρας φυσούσε δυνατά. Μια συνήθεια που δεν την έβλεπε κανείς από τους ανθρώπους του Αγγελοκάστρου, αλλά του κρατούσε παυσίλυπη και γαλήνια συντροφιά.
Τα πουλιά, βέβαια, δεν έδιναν σημασία. Κάθονταν πάνω στους ώμους του σκιάχτρου, του σιγοτραγουδούσαν στο αυτί και του άφηναν που και που μικρά λευκά ίχνη αδιαφορίας. Ο Στέφανος, όμως, δεν θύμωνε· αν ήταν άνθρωπος, θα γελούσε. «Αν αυτό είναι το νόημα της ύπαρξής μου», συλλογιζόταν, «ίσως το παρεξηγήσαμε από την αρχή». Έμοιαζε με έναν φρουρό που έχει καθήκον να φυλάει μια πόρτα που δεν κλείνει.
Αρχές Ιούλη, μετά τις εξετάσεις στο σχολείο, έφτασαν τα παιδιά από την πόλη, με βαλίτσες και συνήθειες που άρχισαν σιγά-σιγά να ξεθωριάζουν στον ήλιο του χωριού. Τον είδαν στις βόλτες τους από την πρώτη μέρα κιόλας.
«Δείτε ένα σκιάχτρο!» φώναξε η Ελένη.
«Ακίνητο και αμίλητο τι φίλος θα είναι αυτός;» είπε ο Νίκος.
«Μα θα διώχνει τα πουλιά και τις γάτες!» αποκρίθηκε ο Μηνάς.
Ο Στέφανος, αν μπορούσε, θα χαμογελούσε. Το καπέλο του έγειρε λίγο, σαν να άκουγε όσα έλεγαν.
Τα παιδιά άρχισαν να έρχονται κάθε απόγευμα. Πολύ γρήγορα έγινε και το σημείο συνάντησής τους. «Ραντεβού στις 5 στο αμπέλι του Στέφανου», έλεγαν, και όλοι στις 5 ήταν εκεί — κανείς δεν έχανε τη συνάντηση. Του μιλούσαν. Του φανέρωναν τα μυστικά τους, που δεν ήταν μυστικά, αλλά έμοιαζαν με δοκιμές εμπιστοσύνης και μοιρασιάς. Του έδεσαν ένα κόκκινο μαντήλι στον λαιμό. Του ζωγράφισαν καλύτερα, πιο εκφραστικά, μάτια. Κάθονταν εκεί ακούραστα μέχρι να τους φωνάζουν οι μανάδες για βραδινό φαγητό. Του έμαθαν τραγούδια, του διάβαζαν κεφάλαια από το σχολικό βιβλίο της Ιστορίας και του έλεγαν για μακρινές χώρες που τους είχε διδάξει ο καθηγητής της Γεωγραφίας.
Και ο κυρ Ισαάκιος, που έβλεπε το αμπέλι του να γεμίζει φωνές, ένιωθε κι αυτός να ξανανιώνει.
«Καλό σου ’κανε, Στέφανε!», του είπε κάποιο πρωί. «Μου ’φερες παρέα, και μάλιστα καλή παρέα».
Ο Στέφανος δεν ήταν πια μόνος φρουρός. Ήταν ένας λόγος να έρχονται οι άλλοι.
Λίγες μέρες μετά, όμως, ένα βράδυ του Ιούλη, δυο πονηροί νεαροί από το χωριό —ο Μανώλης και ο Θοδωρής— μπήκαν, κατευθυνόμενοι από τη λαιμαργία τους, στο αμπέλι να κλέψουν σταφύλια.
«Σιγά τώρα, σκιάχτρο είναι», είπε ο ένας.
«Κι ο κυρ Ισαάκιος κοιμάται από τις εννιά», συμπλήρωσε ο άλλος.
Πλησίασαν μέσα στο σκοτάδι. Μα όσο έφταναν κοντά, το σκιάχτρο φαινόταν να ψηλώνει. Το καπέλο του έριχνε μια σκιά που δεν ταίριαζε με το φεγγάρι. Τα μάτια του —εκείνα τα στραβά μάτια— έμοιαζαν ξαφνικά να κοιτούν ευθεία και να γίνονται φοβιστικά.
«Ρε… μας βλέπει», ψιθύρισε ο Μανώλης. «Πάμε να φύγουμε».
Και έφυγαν σαν λαγοί τρέχοντας. Ο Στέφανος, αν και δεν είχε κουνηθεί ούτε χιλιοστό, είχε κάνει τη δουλειά του άριστα.
Το πρωί, ο κυρ Ισαάκιος είδε τις πατημασιές που έφευγαν κι όχι που έμπαιναν. Χάιδεψε το μανίκι του.
«Μπράβο σου, ρε Στέφανε!», είπε χαμηλά αλλά περήφανος και ανακουφισμένος.
Τέλη Ιούλη, ένας ξένος πέρασε από το αμπέλι. Στάθηκε για λίγο, κοίταξε γύρω του σαν να ήθελε να μετρήσει κάτι που δεν φαινόταν, έσκυψε να πιάσει χώμα και μετά σήκωσε το βλέμμα του στο σκιάχτρο. Παρέμεινε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα ίσιωσε το σώμα του και έφυγε χωρίς να πάρει τίποτα μαζί του.
Την επόμενη μέρα, ενώ τα τζιτζίκια, όπως κάθε μέρα, ζάλιζαν με τις φωνές τους το Στέφανο και τον Ισαάκιο και όλο τον κόσμο, δυο περιπολικά πέρασαν από τον δρόμο πιο κάτω. Αυτή τη φορά σταμάτησαν. Μίλησαν λίγο με τον κυρ Ισαάκιο, κοίταξαν προς το αμπέλι και έφυγαν βιαστικά, σαν να είχαν ήδη βρει αυτό που έψαχναν.
Ο κυρ Ισαάκιος δεν ρώτησε πολλά. Μόνο κοίταξε τον Στέφανο λίγο παραπάνω απ’ ό,τι συνήθως.
Ο Αύγουστος ωρίμασε τα σταφύλια και τις σιωπές. Τα παιδιά άρχισαν να καταλαβαίνουν πως το καλοκαίρι δεν είναι αιώνιο — είναι μια συμφωνία με μικρά γράμματα.
«Όταν φύγουμε, τι θα κάνεις;» ρώτησε, ένα πρωί, η Ελένη.
Ο Στέφανος δεν απάντησε. Τα σκιάχτρα δεν μιλούν όταν τους μιλάς. Απλώς στέκονται και κρατούν τις ερωτήσεις.
Ήρθε ο τρύγος. Οι μεγάλοι μπήκαν στο αμπέλι με καλάθια και σοβαρότητα. Τα παιδιά ήθελαν να βοηθήσουν, αλλά περισσότερο γέλαγαν παρά μάζευαν. Ο Στέφανος παρακολουθούσε. Για πρώτη φορά ένιωσε περιττός. Τα πουλιά είχαν φύγει από μόνα τους.
«Τώρα που τελειώσαμε, να μαζέψουμε και το σκιάχτρο. Δεν χρειάζεται πια! Τι λες κι εσύ, Ισαάκιε;» είπε ο πατέρας του Μηνά. Καθηγητής μαθηματικός στο λύκειο, είχε, θαρρείς, φυλακίσει τον κόσμο με προσθαφαιρέσεις και εξισώσεις, αφήνοντας απέξω το φως της ζωής.
Η λέξη «μαζέψουμε» έπεσε βαριά πάνω τους.
Τα παιδιά αντέδρασαν. «Όχι! Είναι φίλος μας!», είπαν με μια φωνή.
Οι μεγάλοι γέλασαν. «Φίλος; Είναι ένα ρούχο γεμάτο άχυρο», είπε η δικηγόρος μητέρα της Ελένης· έμοιαζε σαν να της είχαν σβήσει οι νομικές υποθέσεις της πόλης όσα είχε ζήσει σε τούτο το χωριό ως παιδί.
Ο κυρ Ισαάκιος δεν γέλασε. Κοίταξε τον Στέφανο όπως κοιτάς κάτι που σε κράτησε όρθιο χωρίς να το ξέρεις.
«Άσε το…», είπε τελικά στον πατέρα του Νίκου. «Κάτι φυλάει ακόμα».
Κανείς από τα παιδιά και τους γονείς τους δεν ρώτησε τι.
Τα παιδιά έφυγαν από το Αγγελόκαστρο για την πόλη στις αρχές Σεπτέμβρη, παίρνοντας μαζί τους αναμνήσεις, χώμα στα παπούτσια και ιστορίες που θα άλλαζαν λίγο κάθε φορά που θα τις έλεγαν. Το αμπέλι ξανάγινε ήσυχο.
Ο Στέφανος όμως έμεινε στη θέση του. Δεν φύλαγε πια τα σταφύλια. Ίσως δεν φύλαγε και τίποτα συγκεκριμένο. Μάλλον απλώς στεκόταν εκεί για να θυμίζει πως κάποτε, για λίγο, αυτό το μέρος είχε περισσότερη ζωή απ’ όση του αναλογούσε.
Κι αν καμιά φορά ο κυρ Ισαάκιος του λέει ακόμη «καλημέρα», δεν είναι γιατί προσδοκά απάντηση.
Είναι γιατί μερικές σιωπές, άμα τις αγαπήσεις, γίνονται κομμάτι της ζωής σου.
*Το παρόν αφήγημα αποτελεί διασκευασμένες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων στα Μεγάλα Χωράφια, στο εκ μητρός χωριό μου, κοντά στους παππούδες Παναγιώτη και Μαρία. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα και καταστάσεις εντελώς τυχαία.




























