Ο Αλύτρωτος Ελληνισμός στην Οθωμανική αυτοκρατορία του 20ου αι.

Ιστορική επιμέλεια: Γ. Η. Ορφανός


Στις αρχές του 20ού αιώνα ο ελληνισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες χριστιανικές κοινότητες του κράτους. Παρά τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της ανατολικής Θράκης είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν ισχυρή εθνική συνείδηση, οργανωμένη κοινοτική ζωή και σημαντική οικονομική παρουσία.

Οι ελληνικές κοινότητες διέθεταν ένα εκτεταμένο δίκτυο σχολείων, εκκλησιών, φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και πολιτιστικών συλλόγων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελούσε όχι μόνο θρησκευτικό αλλά και κοινωνικό και εκπαιδευτικό θεσμό, καθώς μέσω του συστήματος των κοινοτήτων ρύθμιζε μεγάλο μέρος της καθημερινής ζωής των ορθόδοξων πληθυσμών. Ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, η Τραπεζούντα, η Αμισός και η Κερασούντα, οι Έλληνες είχαν αναπτύξει έντονη εμπορική και πνευματική δραστηριότητα.

Στη δυτική Μικρά Ασία, και κυρίως στην περιοχή της Ιωνίας, ο ελληνικός πληθυσμός αποτελούσε έναν από τους βασικούς οικονομικούς παράγοντες. Η Σμύρνη ήταν ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου και κέντρο διεθνούς εμπορίου. Έλληνες έμποροι, βιομήχανοι, τραπεζίτες και ναυτικοί είχαν αναπτύξει δίκτυα που συνέδεαν τα μικρασιατικά παράλια με τα ελληνικά νησιά, την Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα.

Ανάλογη ήταν η εικόνα στον Πόντο. Οι ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής είχαν βαθιές ιστορικές ρίζες, οι οποίες ανάγονταν στην αρχαιότητα και στις ελληνιστικές αποικίες του Εύξεινου Πόντου. Στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες κοινότητες της περιοχής, διατηρώντας σχολεία, εκκλησίες, εμπορικές επιχειρήσεις και ισχυρή τοπική ταυτότητα. Η Τραπεζούντα, ως σημαντικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας, αποτελούσε κέντρο εμπορίου μεταξύ Καυκάσου, Ρωσίας, Περσίας και Μικράς Ασίας.

Η οικονομική και πολιτιστική αυτή ακμή, όμως, δεν σήμαινε πολιτική ισότητα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμενε ένα κράτος όπου οι μουσουλμάνοι είχαν προνομιακή θέση, ενώ οι χριστιανικοί πληθυσμοί, παρά τις μεταρρυθμίσεις του 19ου αιώνα, αντιμετώπιζαν διακρίσεις και περιορισμούς. Η άνοδος των εθνικιστικών ιδεολογιών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα δημιούργησε νέα δεδομένα και όξυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες της αυτοκρατορίας.

Η επικράτηση των Νεοτούρκων  

Το 1908 αποτέλεσε σημείο καμπής για την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το κίνημα των Νεοτούρκων, που οργανώθηκε κυρίως μέσα από την Επιτροπή Ένωση και Πρόοδο, επέβαλε την επαναφορά του Συντάγματος και αρχικά δημιούργησε την εντύπωση ότι η αυτοκρατορία θα μετατρεπόταν σε ένα σύγχρονο πολυεθνικό κράτος, όπου όλοι οι υπήκοοι θα είχαν ίσα δικαιώματα.

Πολλοί χριστιανικοί πληθυσμοί υποδέχθηκαν αρχικά θετικά την εξέλιξη αυτή. Υπήρχε η ελπίδα ότι θα τερματίζονταν οι αυθαιρεσίες των τοπικών αρχών και ότι θα επικρατούσε ένα καθεστώς πραγματικής ισονομίας ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς.

Ωστόσο, πολύ γρήγορα έγινε φανερό ότι η νέα ηγεσία δεν επιδίωκε έναν πραγματικά πολυεθνικό εκσυγχρονισμό της αυτοκρατορίας. Αντίθετα, σταδιακά επικράτησε η ιδέα της δημιουργίας ενός συγκεντρωτικού τουρκικού εθνικού κράτους. Η πολιτική των Νεοτούρκων στηρίχθηκε στην ενίσχυση της τουρκικής γλώσσας, της τουρκικής εθνικής ταυτότητας και του μουσουλμανικού χαρακτήρα του κράτους.

Η αντίληψη αυτή θεωρούσε ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί, ιδιαίτερα οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, λόγω της οικονομικής τους δύναμης, των διεθνών επαφών τους και της εθνικής τους συνείδησης, αποτελούσαν παράγοντα αμφισβήτησης της ενότητας της αυτοκρατορίας.

Έτσι άρχισε να εφαρμόζεται μια πολιτική σταδιακού εκτουρκισμού. Η χρήση της ελληνικής γλώσσας περιορίστηκε σε ορισμένους τομείς της δημόσιας ζωής, αυξήθηκαν οι πιέσεις προς τα ελληνικά σχολεία και ενισχύθηκαν οι διοικητικές παρεμβάσεις στις κοινότητες.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και τουρκικός εθνικισμός

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913 αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για την εξέλιξη της κατάστασης. Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η απώλεια σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών εδαφών της προκάλεσαν βαθύ τραύμα στην τουρκική κοινωνία και ενίσχυσαν τις εθνικιστικές αντιλήψεις.

Οι Νεότουρκοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς όχι ως ισότιμους πολίτες αλλά ως πιθανούς συμμάχους των χριστιανικών βαλκανικών κρατών. Ιδιαίτερη καχυποψία εκδηλώθηκε απέναντι στους Έλληνες, καθώς η Ελλάδα είχε διπλασιάσει την έκτασή της μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και είχε ενσωματώσει τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Στη δυτική Μικρά Ασία ξεκίνησαν οργανωμένες πιέσεις κατά των ελληνικών κοινοτήτων. Επιχειρήσεις ελληνικής ιδιοκτησίας δέχθηκαν οικονομικό αποκλεισμό, καταναγκαστικά μέτρα και απειλές. Παράλληλα, οργανώθηκαν εκστρατείες που στόχο είχαν να εξαναγκάσουν ελληνικούς πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Ιδιαίτερα επλήγησαν οι Έλληνες των παραλίων της Μικράς Ασίας. Χιλιάδες κάτοικοι αναγκάστηκαν να φύγουν προς τα ελληνικά νησιά και την ελεύθερη Ελλάδα, δημιουργώντας ένα πρώτο μεγάλο προσφυγικό κύμα πριν ακόμη από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Η γερμανική επιρροή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Παράλληλα με την άνοδο του τουρκικού εθνικισμού, σημαντικό ρόλο στην πολιτική κατάσταση έπαιξε η αυξανόμενη γερμανική επιρροή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Γερμανία, ιδιαίτερα μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, επιδίωκε να επεκτείνει την οικονομική και στρατηγική της παρουσία στην Ανατολή. Μέσω στρατιωτικών συμβούλων, οικονομικών συμφωνιών και έργων υποδομής, προσπάθησε να καταστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία στενό συνεργάτη της.

Οι Γερμανοί στρατιωτικοί και οικονομικοί παράγοντες έβλεπαν θετικά την ενίσχυση ενός συγκεντρωτικού τουρκικού κράτους, καθώς θεωρούσαν ότι αυτό θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα δικά τους συμφέροντα. Οι Έλληνες, λόγω της μεγάλης παρουσίας τους στο εμπόριο, στη ναυτιλία και στις επιχειρήσεις, συχνά θεωρούνταν ανταγωνιστικό στοιχείο απέναντι στη γερμανική οικονομική διείσδυση.

Έτσι, στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι σχέσεις ανάμεσα στην οθωμανική κυβέρνηση και τον ελληνικό πληθυσμό είχαν επιδεινωθεί σημαντικά. Οι διώξεις, η ανασφάλεια και οι αμοιβαίες καχυποψίες δημιουργούσαν ένα εξαιρετικά εύθραυστο κλίμα.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918)

Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το καλοκαίρι του 1914 και η απόφαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να συμμαχήσει με τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία και Αυστροουγγαρία) επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο τη θέση των χριστιανικών πληθυσμών. Η ηγεσία των Νεοτούρκων, έχοντας ήδη υιοθετήσει μια έντονα εθνικιστική πολιτική, θεώρησε τον πόλεμο ως ευκαιρία για την οριστική αναδιαμόρφωση της αυτοκρατορίας με βάση την τουρκική εθνική ταυτότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, της ανατολικής Θράκης και του Πόντου αντιμετωπίστηκαν όλο και περισσότερο ως «ύποπτοι» και ως εν δυνάμει εχθρικό στοιχείο. Η παρουσία ενός πολυπληθούς, οικονομικά ισχυρού και πολιτιστικά οργανωμένου ελληνισμού στα παράλια και στις παράκτιες περιοχές της αυτοκρατορίας θεωρήθηκε από τους Νεοτούρκους εμπόδιο στη δημιουργία ενός εθνικά ομοιογενούς κράτους.

Οι οθωμανικές αρχές επικαλέστηκαν την ανάγκη προστασίας της στρατιωτικής ασφάλειας, υποστηρίζοντας ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί μπορούσαν να συνεργαστούν με τις δυνάμεις της Αντάντ. Με αυτή τη δικαιολογία άρχισε μια συστηματική πολιτική εκτοπισμών, διώξεων και οικονομικής εξόντωσης.

Οι πρώτοι μαζικοί εκτοπισμοί των Ελλήνων

Από το 1914, πριν ακόμη η Οθωμανική Αυτοκρατορία εμπλακεί πλήρως στις πολεμικές επιχειρήσεις, άρχισαν οι οργανωμένες διώξεις εναντίον των Ελλήνων της δυτικής Μικράς Ασίας. Χωριά και κωμοπόλεις στα παράλια του Αιγαίου υπέστησαν επιθέσεις από άτακτες ομάδες, ενώ οι κάτοικοι εξαναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους.

Ιδιαίτερα επλήγησαν οι περιοχές γύρω από τη Σμύρνη, την περιοχή της Ερυθραίας, την περιοχή της Φώκαιας και άλλες ελληνικές εγκαταστάσεις των μικρασιατικών παραλίων. Σε πολλές περιπτώσεις οι κάτοικοι οδηγήθηκαν σε φυγή προς τα ελληνικά νησιά, ενώ οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν ή πέρασαν σε μουσουλμάνους πρόσφυγες που είχαν φτάσει από τα χαμένα οθωμανικά εδάφη των Βαλκανίων.

Οι διώξεις αυτές δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο τοπικών αυθαιρεσιών, αλλά εντάσσονταν σε μια ευρύτερη πολιτική που αποσκοπούσε στη μείωση της οικονομικής και δημογραφικής παρουσίας των χριστιανών. Ο στόχος ήταν η δημιουργία μιας περιοχής όπου ο τουρκικός και μουσουλμανικός πληθυσμός θα αποτελούσε την απόλυτη πλειονότητα.

Η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθούσε με ανησυχία τις εξελίξεις. Η Ελλάδα, αν και παρέμενε αρχικά ουδέτερη στον πόλεμο, δεχόταν συνεχείς πληροφορίες για τις διώξεις και την ανθρωπιστική κρίση που δημιουργούνταν στους ελληνικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι εκτοπίσεις  

Μετά την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, η πολιτική των εκτοπισμών γενικεύτηκε. Οι ελληνικοί πληθυσμοί πολλών περιοχών υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μετακινηθούν προς την ενδοχώρα της Ανατολίας.

Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι οι παραθαλάσσιες περιοχές αποτελούσαν ευαίσθητες στρατιωτικές ζώνες και ότι υπήρχε κίνδυνος συνεργασίας των κατοίκων με τις εχθρικές δυνάμεις. Στην πραγματικότητα, όμως, οι εκτοπισμοί χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο αποδυνάμωσης των ελληνικών κοινοτήτων και διάλυσης της κοινωνικής τους συνοχής.

Οι εκτοπισμένοι αναγκάζονταν να πραγματοποιούν μεγάλες πορείες χωρίς επαρκή τρόφιμα, νερό ή προστασία. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι γυναίκες ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι. Πολλοί πέθαναν από την πείνα, τις ασθένειες και την εξάντληση, ενώ άλλοι δεν επέστρεψαν ποτέ στις πατρογονικές τους εστίες.

Η απομάκρυνση των ελληνικών πληθυσμών είχε και έναν ακόμη στόχο: την αποκοπή τους από τα πολιτιστικά και θρησκευτικά τους στηρίγματα. Όταν οι κοινότητες διαλύονταν, τα σχολεία έκλειναν, οι εκκλησίες εγκαταλείπονταν και η λειτουργία των ελληνικών θεσμών περιοριζόταν δραστικά.

Τα τάγματα εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού)

Ένα από τα πιο σκληρά μέτρα που εφαρμόστηκαν εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών ήταν η δημιουργία των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» (Αμελέ Ταμπουρού).

Σε αυτά εντάσσονταν κυρίως άνδρες μη μουσουλμάνοι που δεν υπηρετούσαν στον κανονικό στρατό. Παρότι παρουσιάζονταν ως μορφή εναλλακτικής στρατιωτικής υπηρεσίας, στην πράξη αποτέλεσαν μηχανισμό καταναγκαστικής εργασίας και εξόντωσης.

Οι άνδρες που στέλνονταν στα τάγματα αυτά μεταφέρονταν σε απομακρυσμένες περιοχές της Μικράς Ασίας, όπου εργάζονταν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία, κατασκευές δρόμων και στρατιωτικά έργα, συχνά χωρίς επαρκή τροφή, ρουχισμό ή ιατρική φροντίδα.

Οι κακουχίες ήταν τόσο μεγάλες ώστε πολλοί πέθαιναν μέσα σε λίγους μήνες. Οι επιζώντες επέστρεφαν συχνά σε άθλια κατάσταση, εξαντλημένοι σωματικά και ψυχικά.

Τα τάγματα εργασίας αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία πίεσης κατά των χριστιανικών πληθυσμών, καθώς στερούσαν από τις κοινότητες τους άνδρες που αποτελούσαν τον οικονομικό και κοινωνικό πυρήνα των οικογενειών.

Ο ελληνισμός του Πόντου στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ιδιαίτερη θέση στην τραγική αυτή περίοδο κατέχει ο ελληνισμός του Πόντου. Η περιοχή του Πόντου είχε μια μακραίωνη ελληνική παρουσία και στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες εστίες του ελληνισμού της Ανατολής.

Οι Πόντιοι διατηρούσαν ισχυρή εθνική συνείδηση, παρά την απόσταση από το ελληνικό κράτος. Η γλώσσα, η ορθόδοξη πίστη, τα σχολεία, τα μοναστήρια και οι κοινότητες λειτουργούσαν ως βασικοί φορείς διατήρησης της ταυτότητάς τους.

Η οικονομική τους παρουσία ήταν επίσης σημαντική. Στις πόλεις και στα λιμάνια του Πόντου Έλληνες έμποροι και επιχειρηματίες έλεγχαν σημαντικό μέρος του εμπορίου, ενώ η περιοχή είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με τη Ρωσία και τις χώρες του Καυκάσου.

Η στρατηγική θέση του Πόντου, όμως, τον κατέστησε ιδιαίτερα ευάλωτο κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η γειτνίαση με τη Ρωσία, που ήταν αντίπαλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα από τις τουρκικές αρχές για να θεωρήσουν τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής πιθανή απειλή.

Μετά τις ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Καύκασο και την ανατολική Μικρά Ασία, οι διώξεις στον Πόντο εντάθηκαν. Πολλά χωριά υπέστησαν καταστροφές, κάτοικοι εκτοπίστηκαν και οικογένειες διαλύθηκαν.

Η αρμενική γενοκτονία  

Την ίδια περίοδο σημειώθηκαν οι μαζικές διώξεις κατά των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1915, με απόφαση της ηγεσίας των Νεοτούρκων, ο αρμενικός πληθυσμός υπέστη μαζικούς εκτοπισμούς και σφαγές, γεγονότα που οδήγησαν στην καταστροφή μεγάλου μέρους της αρμενικής κοινότητας της αυτοκρατορίας.

Η τύχη των Αρμενίων επηρέασε βαθιά και τους Έλληνες της περιοχής. Οι ελληνικές κοινότητες αντιλήφθηκαν ότι η πολιτική των Νεοτούρκων δεν περιοριζόταν σε μέτρα αφομοίωσης, αλλά μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη διάλυση και εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών.

Στον Πόντο, πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στα ορεινά για να προστατευτούν. Δημιουργήθηκαν ομάδες ένοπλης αυτοάμυνας, οι οποίες προσπάθησαν να προστατεύσουν χωριά και οικογένειες από τις επιθέσεις. Οι οθωμανικές αρχές χρησιμοποίησαν την παρουσία αυτών των ομάδων ως πρόσχημα για ακόμη σκληρότερες επιχειρήσεις εναντίον του ελληνικού πληθυσμού.

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1918-1920)

Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918 δημιούργησε αρχικά την ελπίδα ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα μπορούσαν να απαλλαγούν από τις διώξεις και να εξασφαλίσουν ένα ασφαλέστερο μέλλον. Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η ανακωχή του Μούδρου (Οκτώβριος 1918) έθεσαν τη χώρα υπό τον έλεγχο των νικητριών δυνάμεων και δημιούργησαν την προσδοκία ότι θα αποκαθίσταντο, σε κάποιο βαθμό, οι αδικίες που είχαν υποστεί οι χριστιανικοί πληθυσμοί.

Ωστόσο, η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά. Η ήττα της αυτοκρατορίας δεν σήμανε αυτόματα και την προστασία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Αντίθετα, η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε επέτρεψε την εμφάνιση ενός νέου τουρκικού εθνικιστικού κινήματος, το οποίο σύντομα θα εξελισσόταν στον βασικό αντίπαλο τόσο των ελληνικών επιδιώξεων όσο και των αποφάσεων των Συμμάχων.

Ηγέτης του κινήματος αυτού αναδείχθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ, αξιωματικός του οθωμανικού στρατού με σημαντική στρατιωτική εμπειρία. Τον Μάιο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα και άρχισε να οργανώνει την αντίσταση των Τούρκων εθνικιστών εναντίον των όρων που επιδίωκαν να επιβάλουν οι νικήτριες δυνάμεις στην ηττημένη αυτοκρατορία.

Το κεμαλικό κίνημα δεν περιοριζόταν μόνο στην αντίθεση προς τις ξένες δυνάμεις. Είχε και έντονο εθνικιστικό χαρακτήρα, καθώς στόχος του ήταν η δημιουργία ενός νέου τουρκικού κράτους, βασισμένου στην τουρκική εθνική ταυτότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας και του Πόντου θεωρήθηκαν εμπόδιο στις επιδιώξεις του.

Το Ποντιακό ζήτημα και οι προσπάθειες αυτονομίας

Μετά το τέλος του πολέμου, οι Έλληνες του Πόντου προσπάθησαν να προωθήσουν διεθνώς το αίτημα για πολιτική αυτονομία της περιοχής. Η ιδέα αυτή στηριζόταν στο γεγονός ότι ο Πόντος διέθετε ισχυρή ελληνική παρουσία, μακραίωνη ιστορική παράδοση και σημαντική οικονομική δραστηριότητα.

Η πρώτη μορφή του σχεδίου για δημιουργία αυτόνομου Πόντου εμφανίστηκε ήδη κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου. Οι Πόντιοι της διασποράς και οι εκπρόσωποι των κοινοτήτων τους άρχισαν να οργανώνουν διπλωματικές προσπάθειες, προκειμένου να γνωστοποιήσουν στους Συμμάχους την κατάσταση στην περιοχή και να ζητήσουν διεθνή προστασία.

Το ζήτημα έγινε περισσότερο σύνθετο επειδή η ελληνική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου είχε διαφορετικές προτεραιότητες. Ο Βενιζέλος, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μετά τον πόλεμο, επικέντρωσε τις ελληνικές διεκδικήσεις κυρίως στη Θράκη και στη δυτική Μικρά Ασία, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σμύρνης, όπου υπήρχε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός.

Ο Πόντος, λόγω της γεωγραφικής του απόστασης από την Ελλάδα και της γειτνίασής του με τον Καύκασο, θεωρήθηκε δύσκολο να ενταχθεί άμεσα στο ελληνικό κράτος. Για τον λόγο αυτό, οι Πόντιοι στράφηκαν περισσότερο στην ιδέα της αυτονομίας.

Κεντρικό πρόσωπο στην προσπάθεια αυτή υπήρξε ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης. Ο Χρύσανθος, με σημαντική μόρφωση και διπλωματικές ικανότητες, ανέλαβε να εκπροσωπήσει τις θέσεις των Ποντίων στη διεθνή σκηνή.

Η πολιτική του ήταν μετριοπαθής. Δεν επιδίωκε απαραίτητα την άμεση προσάρτηση του Πόντου στην Ελλάδα, αλλά ένα καθεστώς αυτονομίας με ισοπολιτεία μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων και διεθνή εγγύηση, πιθανόν υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών.

Για τον σκοπό αυτό συνομίλησε με εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, με τη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, με εκπροσώπους των Αρμενίων και με τον ίδιο τον Βενιζέλο. Παράλληλα προσπάθησε να διερευνήσει τις δυνατότητες συνεργασίας με τις αρμενικές οργανώσεις, καθώς οι τύχες των δύο χριστιανικών πληθυσμών είχαν συνδεθεί στενά από τις εξελίξεις του πολέμου.

Οι σχέσεις Ελλήνων και Αρμενίων

Κατά την περίοδο αυτή αναπτύχθηκε η ιδέα μιας ευρύτερης ελληνοαρμενικής συνεργασίας. Ορισμένοι κύκλοι υποστήριξαν τη δημιουργία μιας πολιτικής οντότητας στον ανατολικό μικρασιατικό χώρο, η οποία θα περιλάμβανε τον Πόντο και αρμενικές περιοχές.

Τον Ιανουάριο του 1920 ο Χρύσανθος και ο πρωθυπουργός της Αρμενικής Δημοκρατίας Αλεξάντερ Χατισιάν υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας σχετικά με την ανάγκη προστασίας των δύο λαών και την προώθηση κοινών πολιτικών στόχων.

Ωστόσο, το σχέδιο αυτό δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί. Οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, η ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος και οι στρατιωτικές ανατροπές στην περιοχή άλλαξαν γρήγορα τους συσχετισμούς.

Η Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) δημιούργησε ένα νέο διεθνές πλαίσιο. Προέβλεπε τη διάλυση μεγάλου μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναγνώριζε ανεξάρτητη Αρμενία και παραχωρούσε στην Ελλάδα τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης με προοπτική μελλοντικής ενσωμάτωσης.

Ωστόσο, η Συνθήκη των Σεβρών δεν ίδρυσε ανεξάρτητο Ποντοαρμενικό κράτος. Παρά τις προσπάθειες των Ποντίων και των Αρμενίων, το σχέδιο αυτό παρέμεινε πολιτική επιδίωξη και δεν απέκτησε διεθνή νομική υπόσταση.

Ο τραγικός επίλογος (1920-1922)

Μετά το 1920 η κατάσταση στη Μικρά Ασία οδηγήθηκε σε οριστική ρήξη. Το κεμαλικό κίνημα ενισχύθηκε σημαντικά και άρχισε να αντιμετωπίζει όχι μόνο τους Συμμάχους αλλά και κάθε χριστιανικό πληθυσμό που θεωρούσε αντίθετο προς τα σχέδιά του.

Η νίκη των κεμαλικών δυνάμεων εναντίον των Αρμενίων στο Ανατολικό Μέτωπο, τον Νοέμβριο του 1920, αποτέλεσε σημαντική καμπή. Η Αρμενική Δημοκρατία αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης και οι κεμαλικοί απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Στον Πόντο η κατάσταση έγινε ιδιαίτερα δραματική. Οι τουρκικές αρχές κατηγόρησαν τις ελληνικές κοινότητες για συνεργασία με την Ελλάδα και τις δυνάμεις της Αντάντ. Με αυτή τη δικαιολογία πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις, δίκες σε έκτακτα στρατοδικεία, εκτελέσεις και νέοι εκτοπισμοί.

Πολλοί επιφανείς Έλληνες του Πόντου συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Οι εκτελέσεις αυτές είχαν ως στόχο να αποδυναμώσουν την ηγεσία των κοινοτήτων και να διαλύσουν την οργανωμένη κοινωνική ζωή των Ελλήνων.

Παράλληλα, στη δυτική Μικρά Ασία η παρουσία του ελληνικού στρατού μετά την απόβαση στη Σμύρνη το 1919 δημιούργησε νέα δεδομένα. Η ελληνοτουρκική σύγκρουση που ακολούθησε κορυφώθηκε το 1922 με την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου και την καταστροφή της Σμύρνης.

Η ήττα του ελληνικού στρατού οδήγησε σε μαζική φυγή των ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και κατέφυγαν στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες.

Για τον ελληνισμό του Πόντου, η περίοδος 1915-1922 υπήρξε ιδιαίτερα καταστροφική. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των θυμάτων ποικίλλουν, όμως είναι βέβαιο ότι δεκάδες χιλιάδες Πόντιοι έχασαν τη ζωή τους από εκτελέσεις, εκτοπισμούς, πείνα, ασθένειες και κακουχίες.

Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923) που ακολούθησε επισφράγισε τη νέα πραγματικότητα. Με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στη Μικρά Ασία τερματίστηκε οριστικά.

Η καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες του 20ού αιώνα. Για αιώνες οι ελληνικές κοινότητες της Ιωνίας, του Πόντου και της ανατολικής Θράκης είχαν αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας και του πολιτισμού της Ανατολής. Μετά το 1922, η ιστορική αυτή παρουσία μεταφέρθηκε πλέον στη μνήμη, στην προσφυγική εμπειρία και στη δημιουργία μιας νέας ζωής στην Ελλάδα και στη διασπορά.

Compare Listings

Τίτλος Τιμή Κατάσταση Τύπος Περιοχή Σκοπός υπνοδωμάτια Μπάνια