Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του aixmi-news.gr στην Google
Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 29/03/2018
Tης Ακακίας Κορδόση
Το Μεσολόγγι, που έμελλε να παίξει ένα τόσο μεγάλο ρόλο στην ιστορία της Ελλάδας, ίσως και της Ευρώπης αφού συντέλεσε καθοριστικά στο γκρέμισμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι μια πόλη σχετικά νέα. Δεν υπήρχε στην αρχαιότητα σαν πόλη, δεν υπήρχε ούτε σαν χώρος. Αναδύθηκε στην κυριολεξία μέσα απ’ το νερό – απ’ τις προσχώσεις του Αχελώου στο Ιόνιο.
Τη πρωτοσυναντάμε μετά την Αναγέννηση σε κείμενα ξένων ναυτικών σαν ψαράδικο οικισμό με το όνομα Μεσολόγγι (παραφθορά σίγουρα το mezzo laghi = μέσα στις λίμνες).
Ο ψαράδικος οικισμός μεγάλωσε, έφτιαξε ιχθυοτροφεία, έδωσε αραξοβόλι και καταφύγιο σε κάποιους ξένους πειρατές που, κατά τη Γεωργία Σανδή και τον Κωστή Παλαμά, «ερωτεύτηκαν» τη λίμνη κι έμειναν και πολύ γρήγορα έγινε πόλη. Μια πόλη – για τα δεδομένα της εποχής – υπολογίσιμη, αφού στα μέσα του 17ου αιώνα, είχε πανεπιστήμιο – την περίφημη Παλαμαία Ακαδημία – ναυπηγείο – το πρώτο στην Ελλάδα – και πενήντα σκάφη, που έκαναν εμπόριο με όλα τα λιμάνια της Ελλάδας και κυρίως με το εξωτερικό, υποπροξενεία απ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης και μεγάλη πνευματική κίνηση. Κίνηση που δεν μπόρεσε να ανακόψει ούτε η προσωρινή του κατάληψη και λεηλασία απ’ τους Ενετούς (1684), ούτε οι αλλεπάλληλες καταστροφές απ’ τους Τούρκους.
Στα 1769, με τα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι επαναστατεί για πρώτη φορά, διώχνει τους Τούρκους και οχυρώνεται με μικρή τάφρο. Δυστυχώς, η επανάσταση αυτή είχε την έκβαση που ξέρουμε και οι Τούρκοι έκαψαν όλα τα σπίτια του, καθώς και τον στόλο του (που είχε τότε 80 πλοία).
Το Μεσολόγγι, ωστόσο, γρήγορα ξαναβρήκε την παλιά του δύναμη. Καινούργια σπίτια ξαναχτίστηκαν, νέα καράβια ναυπηγήθηκαν και το πανεπιστήμιό του (η Παλαμαία Ακαδημία, που είχε ιδρύσει στα 1760 ο Παναγιώτης Παλαμάς) ξανάρχισε να λειτουργεί, συγκεντρώνοντας μαθητές απ’ όλη την Ελλάδα.
Όταν ξέσπασε στην Πελοπόννησο η Επανάσταση, έγινε γρήγορα κατανοητό πως, για να μπορέσουν οι Τούρκοι να την καταπνίξουν, υπήρχαν μόνο δυο δρόμοι για να κατέβουν εκεί. Ένας απ’ την ανατολική Στερεά, κι ένας απ’ τη Δυτική. Ο πρώτος είχε κρίσιμο πέρασμα τις Θερμοπύλες, ο δεύτερος το Μεσολόγγι. Αυτό εξηγεί τη σημασία – αλλά και τα δεινά – του Μεσολογγίου.
Το Μεσολόγγι επαναστάτησε στις 20 Μαΐου του 1821 και οχυρώθηκε. Η ροή των γεγονότων φέρνει έτσι τα πράγματα ώστε, τον δεύτερο χρόνο της Επανάστασης, να πέσουν απάνω του δυο τούρκικες στρατιές κι οι ντόπιοι με τον διορατικό στρατηγό τους Θανάση Ραζηκότσικα και με την βοήθεια του Μάρκου Μπότσαρη να τους απωθήσουν.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που είχε έρθει από την Ευρώπη για να βοηθήσει αλλά και κυρίως να πάρει θέση ηγετική, κατεβαίνοντας – μετά την ήττα του στο Πέτα – προς την Πελοπόννησο, αναγκάστηκε να μείνει για λίγο καιρό στο Μεσολόγγι, αφού η απόφαση είχε παρθεί απ’ τους μεσολογγίτες να αντιμετωπίσουν τις ορδές των Τούρκων εκεί. Φρόντισε όμως να οριστεί το Μεσολόγγι «Έδρα της Διοίκησης της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος».
Κι αρχίζει η πορεία του Μεσολογγίου προς τη θυσία – και τη δόξα.
Η πρώτη πολιορκία άρχισε τον Οκτώβριο του 1822. Οι πολιορκητές Ομέρ Βρυώνης και Κιουταχής, με 12.000 στρατό στήθηκαν επί μήνες έξω απ’ τα – χαμηλά ακόμα – τείχη της πόλης χωρίς να καταφέρουν όμως τίποτε. Στο τέλος «συλλαμβάνουν» την ιδέα να αιφνιδιάσουν τους πολιορκημένους, κάνοντας επίθεση τη νύχτα των Χριστουγέννων που θα ήταν όλοι στις εκκλησίες. Όμως αυτοί, ειδοποιημένοι από τον Έλληνα κυνηγό του Ομέρ Βρυώνη Γιάννη Γούναρη, τους περιμένουν στους προμαχώνες και τους διαλύουν.
Τον Αύγουστο του 1823, ο Μουσταφά πασάς κι ο Ομέρ Βρυώνης κάνουν στο Μεσολόγγι αποκλεισμό από στεριά και θάλασσα, αλλά τον Νοέμβριο αναγκάζονται να λύσουν τον κλοιό με πολλές απώλειες, γιατί οι αποκλεισμένοι βγαίνουν και τους αποδεκατίζουν.
Την ίδια χρονιά, ιδρύεται στο Μεσολόγγι το πρώτο τυπογραφείο, όπου τυπώνεται αργότερα για πρώτη φορά – σε δυο γλώσσες – ο Εθνικός Ύμνος.
Εν τω μεταξύ, ο χιώτης μηχανικός Μιχάλης Πέτρου Κοκκίνης, που έχει σπουδάσει σε ειδικές σχολές της Γαλλίας την τέχνη της οχύρωσης, παίρνει την εντολή να χαράξει τα τείχη της πόλης και να επιβλέψει το χτίσιμό τους. Τα τείχη αυτά, όπου δούλεψαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, θα αποδειχτούν πολύτιμα.
Τον Γενάρη του 1824, φτάνει στο Μεσολόγγι ο διάσημος άγγλος ποιητής Γκόρντον Μπάϋρον σαν απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου, φέρνοντας πολλά χρήματα απ’ την εκποίηση της προσωπικής του περιουσίας – εν αναμονή του περίφημου αγγλικού δανείου. Οι ελπίδες της πόλης αναπτερώνονται. Ο ποιητής αναλαμβάνει τη διοίκηση και τη μισθοδοσία ενός σώματος Σουλιωτών και ετοιμάζει μια εκστρατεία για να απελευθερώσουν την – τουρκοκρατούμενη ακόμα – Ναύπακτο. Δυστυχώς για το Μεσολόγγι – και για την Ελλάδα – ο Μπάυρον πεθαίνει τον Απρίλιο, και τα σχέδια του μένουν ανεκτέλεστα.
Ο θάνατος του μεγάλου ποιητή συγκλόνισε όλη την υφήλιο αλλά και συγχρόνως έφερε στο προσκήνιο και την πόλη όπου πέθανε. Έτσι όταν, ένα χρόνο μετά, άρχισε η μεγάλη πολιορκία της πόλης αυτής, ήταν ήδη πασίγνωστη, γι’ αυτό και η θυσία της μέτρησε τόσο πολύ στη συνείδηση – όχι βέβαια των ηγετών – αλλά των λαών.
Η μεγάλη, η ατέλειωτη, δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου άρχισε τον Απρίλιο του 1825. Ο Κιουταχής στρατοπέδευσε έξω απ’ τα τείχη της πόλης, με 40.000 στρατό και την σουλτανική διαταγή «ή το Μεσολόγγι ή το κεφάλι σου» να τον κυνηγάει σαν εφιάλτης. Η πολιορκία, που στην αρχή ήταν μόνο απ’ τη στεριά, επεκτάθηκε, τον Ιούνιο, κι απ’ τη μεριά της λιμνοθάλασσας, ενώ τον Νοέμβριο, 150 καράβια του στόλου του Ιμπραήμ έκλεισαν και τον Πατραϊκό. Αυτό σημαίνει πως οι πολιορκημένοι δεν μπορούσαν να εφοδιαστούν με τρόφιμα ούτε πια απ’ τη θάλασσα. Λίγες φορές μόνο ο Μιαούλης μπόρεσε να σπάσει τον θαλάσσιο αυτό κλοιό και να τους ανακουφίσει για λίγο απ’ την πείνα, ενώ πέντε μέρες πριν απ’ την Έξοδο, μη μπορώντας να πλησιάσει στο Μεσολόγγι, έμενε στ’ ανοιχτά και τ’ αγνάντευε κλαίγοντας.
Τον Δεκέμβριο, μετά απ’ την αποτυχία του Κιουταχή να νικήσει τους πολιορκημένους ή να διαπραγματευτεί μαζί τους, ο σουλτάνος στέλνει στο Μεσολόγγι τον Ιμπραήμ. Αυτός, μόλις φτάνει μπροστά στα τείχη της πόλης, με περιφρόνηση (γι’ αυτά, αλλά και για τον Κιουταχή που δεν μπόρεσε να τα κυριεύσει) τα χαρακτηρίζει σαν «φράχτη». Όμως, δυο μήνες μετά, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια του Κιουταχή.
Έτσι, το Μεσολόγγι έχει γύρω τους δυο «στρατηλάτες» και δυο στρατούς, εκπαιδευμένους μάλιστα από Ευρωπαίους αξιωματικούς. Κι αρχίζει μια ατέρμονη σειρά από πράξεις ηρωισμού, αυτοθυσίας κι αξιοπρέπειας. Επί 12 μήνες, οι πολιορκημένοι υπέστησαν τα πάνδεινα, με στωικότητα και φοβερή ψυχική δύναμη. Ο πόλεμος δεν έπαυε στιγμή, κι αυτοί συνέχιζαν να ζουν σαν να μην πολεμούσαν. Παντρεύονταν, γλεντούσαν, μόρφωναν τα παιδιά τους. (Το σχολείο αλληλοδιδασκαλίας δεν έπαψε στιγμή να λειτουργεί για τα παιδιά της πόλης αλλά και για τα προσφυγόπουλα).
Όμως η πείνα είναι ένας εχθρός που δεν νικιέται. Τα τρόφιμα σιγά – σιγά σώνονταν, η κυβέρνηση στο Ναύπλιο κωλυσιεργούσε – ή αδιαφορούσε. Οι πολιορκημένοι έφαγαν ό,τι εύρισκαν, από αρμυρίθρες, μέχρι γάτες, σκύλους και ποντίκια. Περιγραφές των τραγικών εκείνων ημερών (Κασομούλης – Μακρής) αναφέρουν και περιπτώσεις όπου φαγώθηκαν μαγειρεμένα ανθρώπινα μέλη και εντόσθια. Όμως ούτε συζήτηση για παράδοση. «Τα κλειδιά της πόλης μας είναι κρεμασμένα στις μπούκες των κανονιών μας», απαντούσαν στις δελεαστικές προτάσεις των πολιορκητών.
Όταν όμως σώθηκε και το νερό (τα πηγάδια γέμισαν πτώματα και δεν μπορούσαν να πιουν), πήραν όλοι τη μεγάλη απόφαση να κάνουν μιαν απονενοημένη Έξοδο. Να φορέσουν οι γυναίκες ρούχα αντρικά, να κοιμίσουν μ’ αφιόνι τα παιδιά, «ν’ ασφαλίσουν» τους γέρους και τους αρρώστους στις πυριτιδαποθήκες για ν’ ανατιναχτούν όταν μπουν στην πόλη οι Τούρκοι, και να βγουν τη νύχτα του Λαζάρου (10 Απριλίου 1826) από τα τείχη, με το σπαθί στο χέρι. «Εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με το Χάρο».
Δυστυχώς, οι Τούρκοι είχαν ειδοποιηθεί από ένα ξένο αιχμάλωτο και τους περίμεναν. Μέσα στη λυσαλέα «μάχη» που ακολούθησε, πλήθος αγωνιστές και γυναικόπεδα σκοτώθηκαν. Πολλοί άλλοι, ακούγοντας μια φωνή («πίσω! στις ντάπιες !») μπήκαν ξανά στην πόλη, όπου πάλαιψαν απελπισμένα με τους Τούρκους που τους ακολούθησαν, και σκοτώθηκαν ως τον τελευταίο. Οι λίγοι που κατάφεραν να περάσουν – και δεν σκοτώθηκαν στο δρόμο απ’ τους Αλβανούς – περπάτησαν μέρες, γυμνοί και πεινασμένοι, ώσπου έφτασαν, ανθρώπινα ράκη, στο Ναύπλιο. Όσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου κι όσοι κλείστηκαν στις μπαρουταποθήκες της πόλης, έβαλαν φωτιά στο μπαρούτι, κι όπως το είχαν σχεδιάσει «ανελήφθησαν στους ουρανούς».
Έτσι, ολοκληρώθηκε η θυσία του Μεσολογγίου.
Όμως καμιά θυσία δεν πάει χαμένη. Όταν μαθεύτηκε στην Ευρώπη – αλλά και στην Αυστραλία και στην Αμερική – η είδηση για την πτώση του Μεσολογγίου, όλος ο κόσμος αναστατώθηκε. Στο Παρίσι οι εργάτες και οι φοιτητές διαδήλωσαν μέσα στη νύχτα με αναμμένους δαυλούς, περικύκλωσαν το παλάτι και ξύπνησαν τον βασιλιά κραυγάζοντας: «Έπεσε το Μεσολόγγι !», έτσι που αυτός αναγκάστηκε να βγει στον εξώστη και να τους υποσχεθεί πως θα σπεύσουν να βοηθήσουν, φθάνοντας, αν χρειαστεί, και… ως την Κωνσταντινούπολη, σ’ όλες τις χώρες έκαναν εράνους για την εξαγορά των αιχμαλώτων που είχαν σταλεί στην Αίγυπτο και ο πολύς Μέτερνιχ, εγκέφαλος της Ιερής Συμμαχίας, αναγκαζόταν να γράψει στον σουλτάνο: «Δεν θα μπορέσουμε να σας βοηθήσουμε με την ίδια ζέση με πρώτα. Δυστυχώς μεσολάβησε το Μεσολόγγι».
Απ’ την ανασύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα, το Μεσολόγγι, που χαρακτηρίστηκε επίσημα Ιερή Πόλη – όπως το είχε ήδη αποκαλέσει, στα 1825, ο Πολυζωίδης, στον μνημειώδη λόγο του στο Ναύπλιο -, δεν ξανάρθε πια στο προσκήνιο της Ιστορίας για πράξεις ηρωικές. Ο ηρωισμός του – που δεν ήταν ο απλός, προ ή κατά την ώρα του κινδύνου ηρωισμός, αλλά υψηλή αίσθηση αξιοπρέπειας – είχε αποδείξει πως το πνεύμα μπορεί να νικήσει την ύλη. Και το πνεύμα – φυσικά – δεν πεθαίνει. Έτσι, το Μεσολόγγι αμέσως μετά την επιστροφή των κατοίκων του (όσων είχαν επιζήσει ή είχαν ξαναβρεί την ελευθερία τους απ’ τα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου, με χρήματα από εράνους), άρχισε πάλι να οργανώνεται και να τραβάει και ανθρώπους, απ’ τις γύρω περιοχές, καθώς κι απ’ τα «σκλαβωμένα τεχνικά» Επτάνησα.
Ξανανοίγει η Παλαμαία Ακαδημία του, η Σχολή Αλληλοδιδασκαλίας και η Αγγλική Σχολή Royal Gymnasium. Ιδρύεται εκεί ένα απ’ τα πρώτα επτά Γυμνάσια της χώρας.
Όμως η ώρα του Μεσολογγίου – όπως φάνηκε εκ των υστέρων – είχε περάσει κι ο ρόλος που είχε παίξει σιγά σιγά ξεχάστηκε απ’ την πολιτεία. Μα επειδή η προσφορά του ήταν προϊόν πολιτισμού κι ο πολιτισμός δεν σβήνει με τίποτε, η πόλη αυτή σκέπασε όλη τη χώρα με το μαγνάδι της λογοτεχνίας της, το μαγνάδι που ύφαναν τα παιδιά της (Μαλακάσηδες και Παλαμάδες και Δροσίνηδες) και το πνευματικό τέκνο της ο άγιος Σολωμός.
Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού




























