Κάνε κλικ και δες περισσότερο aixmi-news.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσε το στην GoogleΈφυγε για το αγύριστο ταξίδι κι ο Ηλίας ο Αριστόπουλος, γνωστός σαν Κακαρούκας, ένας σεμνός μάστορας κυρίως του ζουρνά και δευτερευόντως του κλαρίνου, σχετικώς νέος για τα σημερινά προσδόκιμα.

Συνεργάτης μου για σχεδόν 30 χρόνια, ένας φίλος, ένας αδερφός αληθινός. Σε όσες δουλειές και να πήγαμε μαζί ΔΕΝ ΜΕ ΓΕΛΑΣΕ ΠΟΤΕ. Και για να κρατήσει τον λόγο που μου είχε δώσει, πολλές φορές προτίμησε να χάσει μεγαλύτερο μεροκάματο από κάπου αλλού παρά να με γελάσει.
Με εμπιστευόταν και πολύ συχνά με ρώταγε για τραγούδια που δεν ήξερε, πώς ήταν τα λόγια τους, οι εισαγωγές τους, με μια ταπεινότητα που φαινόταν άγνωστη σε μια αξία σαν την δική του. Γιατί ο Λίας ήταν αξία μεγάλη, είχε προσωπικότητα στο παίξιμό του, είτε στον ζουρνά είτε στο κλαρίνο. Είχε σφραγίδα, χρώμα δικό του. Όταν τον άκουγες χωρίς να τον βλέπεις, καταλάβαινες πως ήταν αυτός. Όλος ο κόσμος που συναναστράφηκε μαζί του τον σέβονταν και τον εκτιμούσε.

Είχε «οργώσει» όλα τα παραδοσιακά πανηγύρια τής περιοχής μας, Άϊ-Συμιού (Μεσολόγγι), Αγι’-Αγάθης (Αιτωλικού & Σταμνάς), Άϊ-Γιαννιού (Ευηνοχώρι), Αγια-Παρασκευής (Νεοχώρι) αλλά και όπου αλλού υπήρχε διάθεση του κόσμου να χορέψει με τον χαρακτηριστικό οξύ ήχο τού δικού μας μικρού ζουρνά. Κι οι κομπανίες, που οργάνωνε, ψυχωμένες. Δεν έφευγε κανένας αγλέντιστος από τις παρέες όπου συμμετείχε ο Ηλίας και από όσους έρχονταν να τον ακούσουν· κι ήταν πολλοί αυτοί.
Έφτιαξε την δική του ιστορία κι ήταν «σήμα κατατεθέν» για την περιοχή αλλά και πανελληνίως.
Ο Ηλίας δεν παρεξηγιόταν σχεδόν ποτέ. Αντιθέτως, του άρεσε να τον πειράζουμε και γέλαγε με την ψυχή του. Όταν τον σύστηνα στον κόσμο, έλεγα πως τον έχουμε φέρει από την …Σουηδία, το όνομά του είναι …Νίλσεν και πως ήταν κατάξανθος, όταν τον βρήκαμε! Ερχόμενος στην Ελλάδα όμως, από την πολλή ηλιοθεραπεία τάχα μαύρισε και έγινε σαν κατράμι. Και δος του γέλιο ο Λιάκος και καμάρι, μαζί με το ενθουσιώδες χειροκρότημα του κοινού.
Το πάθος του όμως ήταν το τσιγάρο και το πιοτό, όπως κάνουν από μικροί οι τσιγγάνοι ή οι Ρομά ή όπως αλλοιώς τους φωνάζουν οι μπαλαμοί.
«Κόψ’ το Λιάκο», του έλεγα, «θα σε σκοτώσει το τσιγάρο». «Δεν μπορώ, φίλε», μου έλεγε.
Ακόμα και μετά την εγχείρηση καρδιάς, το πακέτο το ’χε στην τσέπη. Μου έλεγε με παράπονο πώς έφυγε η γυναίκα του, όταν κι αυτή μέσα στο νοσοκομείο έστελνε κρυφά παιδιά να της φέρνουν τσιγάρα και μπύρες. Αλλά κι αυτός έκανε το ίδιο. Και να το αποτέλεσμα. Σήμερα κηδέψαμε κι αυτόν.
Έφυγε νωρίς ο Λιάκος, την στιγμή που είχε πολλά ακόμα να δώσει.


Σαν καθηγητής στο Γυμνάσιο για 35 χρόνια, πέρασαν απ’ τα χέρια μου πολλά παιδιά τών Ρομά. Το πρώτο που τους έλεγα ήταν να μάθουν γράμματα, να μην τους κοροϊδεύουν οι άλλοι και τους ξεγελάνε, να ξεφύγουν από το όνομα που τους έχουν κολλήσει, πως είναι όλοι κλέφτες, απατεώνες, παράνομοι. Τέτοιοι υπάρχουν παντού, σε όλες τις κοινωνίες, σε όλες τις φάρες, δεν είναι οι μοναδικοί. Πρέπει όμως να αγωνιστούν να διώξουν από πάνω τους αυτήν την κατηγόρια, που τους πιάνει όλους.
Και πως μόνο με την μπέσα θα καταφέρουν να τους εμπιστεύονται όλοι και να μην τολμούν να τους κοροϊδέψουν.
Τον Λιάκο θα τον θυμόμαστε σαν έναν πολύ καλό και τίμιο μουσικό, σαν σοβαρό οικογενειάρχη, με αγάπη στα παιδιά και τα εγγόνια του.
Εκεί που θα πάει τώρα θα βρεθεί και με τον αδερφό του και με την γυναίκα του.
Εκεί με τους αποθαμένους μπορεί να καπνίζει και να πίνει όσο θέλει. Η οικογένειά του όμως θα τον στερηθεί κι εμείς που τον αγαπούσαμε, σαν να ’ταν δικός μας συγγενής.
Μεγάλη η απώλειά σου, Λιάκο μου…!

Χρήστος Βλαχογιάννης
Καθηγητής Μουσικής































