Καθημερινή ζωή των Ελεύθερων Πολιορκημένων

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης 02/04/2026
Του Συμεών Γκόρπα

Εκτός από τα πολεμικά γεγονότα ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της καθημερινότητας των Ελευθέρων Πολιορκημένων: Τα Σχολεία, η απονομή Δικαιοσύνης, η επικοινωνία μέσω του Τύπου, η Πολιτική – Διοικητική οργάνωση, η συμβολή στον Αγώνα των παιδιών, των γυναικών, του κλήρου, ανθρώπινες στιγμές απλών μαχητών που συγκλονίζουν με το μεγαλείο τους.

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι ζούσαν σαν να μην πολεμούσαν. Παντρεύονταν, γλεντούσαν, μόρφωναν τα παιδιά τους. Το σχολείο αλληλοδιδασκαλίας συνέχισε αδιάκοπα τη λειτουργία του τόσο για τα μεσολογγιτόπουλα όσο και για τα προσφυγόπουλα.

Η καθημερινή ζωή, οι συνήθειες, οι ασχολίες των πολιορκημένων προκαλούν κατάπληξη και θαυμασμό για την ασυνήθιστη ευχαρίστηση, τη μοναδική προθυμία και την πρωτο- φανή αλληλοβοήθεια που επικρατούσαν.

Η ευθυμία, τα γέλια και η αδιαφορία τους για τα εχθρικά βόλια μαρτυρούσαν την αταραξία της ψυχής τους. Σκυφτοί, με το καριοφίλι στις ροζιασμένες παλάμες, πάνω στις πολεμίστρες και κάτω από το λιοπύρι, χωρίς νερό, χωρίς ανάπαυση. Πιο πίσω κάμποσα παιδιά μάζευαν τα εχθρικά βόλια με κίνδυνο και τα έδιναν στην Επιτροπή Αγώνα. Στους δρόμους κανένας δεν έσκυβε κι ας σφύριζαν γύρω τους οι σφαίρες χαλάζι…

Στη σκιά μιας καλύβας καπεταναίων, Κοντογιάννης, Στορνάρης και Ίσκος συζητούν όταν  μια βόμβα πέφτει στη μέση. Δεν ταράζεται κανείς, ενώ το φυτίλι της βόμβας καίγεται μέχρι την άκρη. Ο Κοντογιάννης τη βρίζει, την κλωτσά με το ποδάρι και αυτή κυλά και σκάει παρακάτω. Η κουβέντα συνεχίζεται με γέλια και χάχανα.

Μία βόμβα έπεσε κοντά στον στρατιώτη Γιάχο, ενώ αυτός στούμπιζε την σκορδαλιά του. Το φιτίλι της βόμβας καίγεται ως την άκρη κι αυτός χωρίς ν’ αφήση το στούμπισμα την βρίζει και την κλωτσά με το ποδάρι. Η βόμβα κυλά και σκάζει παρακάτω. Ο Γιάχος ξεκαρδίζεται στα γέλια.

Στις διακοπές των μαχών οι πολεμιστές δούλευαν για να επισκευάζουν τις καταστροφές στις ντάπιες, με βοηθούς γυναίκες και παιδιά που κουβαλούσαν πέτρες και χώμα για τις επισκευές. 

Ο οπλαρχηγός Βέρρας «άντρας ριψοκίνδυνος, παράτολμος μέχρι τρέλλας» βούλωνε με χόρτα και σκοίνα τις πληγές πού άνοιγαν στο κορμί του τα τουρκικά βόλια και συνέχιζε να πολεμά για να μη λείψη από το χρέος και να μην εγκαταλείψη τους συντρόφους του.

 Στις διακοπές των πολεμικών επιχειρήσεων οι αγωνιστές δούλευαν στις ντάπιες, άλλοτε επισκευάζοντας τις ζημιές τους και άλλοτε δυναμώνοντάς τες με κάθε λογής υλικά (πέτρες ξύλα, παλιοσιδερικά) τα περισσότερα εκτειθέμενα στο εχθρικό πυροβολικό, επίκαιρα σημεία των προμαχώνων με πολύτιμους βοηθούς τις γυναίκες και τα παιδιά.

 Ένα σκυλί βλέποντας να πέφτει μια μπόμπα χυμάει επάνω της νομίζοντας πως θα εύρισκε κάτι να φάει αλλά αυτή σκάει με θόρυβο και το σκυλί τρέχει ν’ απομακρυνθεί πανικόβλητο. Όσοι ήταν κοντά του γελώντας ιστορούσαν ότι και τα σκυλιά έμαθαν την τέχνη ν’ αχρηστεύουν τις μπόμπες του Κιουταχή.

Καθημερινή συνήθεια ήταν σε ανάπαυλες μαχών οι Ελέυθεροι πολιορκημένοι ν’ ανοίγουν συζητήσεις, πολλές φορές ευτράπελες με τους Τούρκους και τους Αρβανίτες, σαν να ήταν φίλοι μεταξύ τους, ρωτώντας τα οικογενειακά τους ο ένας τον άλλον ακόμα αστειευόμενοι που συχνά κατέληγαν σε βλαστήμια και βρισιές. Τότε έληγε η ανακωχή και ξανάρχιζε το τουφεκίδι.

Κατά την Πολιορκία δεν σταμάτησαν οι γάμοι και τα γλέντια. Στα στεφανώματα του στρατηγού Δημητρίου Μακρή με την Ευπραξία Ραζή (εξαδέλφη των στρατηγών Θανάση και Γιαννάκη Ραζικότσικα)  κάηκε το πελεκούδι. Ξεφάντωσαν στις ντάπιες πίνοντας και χορεύοντας με νταούλια και ζουρνάδες και το κλέφτικο τραγούδι έδωσε και πήρε. Οι Τουρκαλβανοί που πληροφορήθηκαν τα συμβάντα έδιναν ευχές “Να σας ζήσει μωρέ παιδιά και καλή προκοπή” ρίχνοντας κάμποσες ντουφεκιές στον αέρα.

Τα αστεία και τα πειράγματα μεταξύ των Πολιορκημένων έδιναν και έπαιρναν με φράσεις όπως “Να δούμε σε ποια ντάπια θα παίρνει αύριο η ράχη σου αέρα” (εννοώντας ότι μπορούσε εύκολα κάποιος να σκοτωθεί). Η απάντηση ερχόταν αμέσως πληρωμένη “Φυλάξου μη το πρωτοπάθης εσύ αυτό, και τότε θα σε αφήσουμε άθαφτο για τη γρουσούζικη κουβέντα που μας κάνεις” και όλοι γελούσαν με την περιφρόνηση στο θάνατο να είναι σε ημερήσια διάταξη.

Το χιούμορ ήταν σε καθημερινή διάταξη (“οι ανάσες ηθικού” των Πολιορκημένων) ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές του αγώνα. Όταν στις εφόδους τους οι Έλληνες στο εχθρικό στρατόπεδο κυνηγούσαν τους Αιγυπτίους αυτοί φώναζαν έντρομοι “αμάν καπετάν” ενώ οι Γάλλοι αξιωματικοί -εκπαιδευτές τους φώναζαν “παρντόν, παρντόν”. Όταν μετά αιχμαλώτιζαν κάποιον Γάλλο και τον έφερναν στην πόλη τα μικρά παιδιά του φώναζαν γελώντας “παρντόν, παρντόν”.

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

Compare Listings

Τίτλος Τιμή Κατάσταση Τύπος Περιοχή Σκοπός υπνοδωμάτια Μπάνια