
Η φετινή «καλοκαιρινή ραστώνη», η νωχέλεια δηλαδή που συνήθως προκαλείται από τις μεγάλες ζέστες κατά την καλοκαιρινή περίοδο, απέχει πολύ από το να θεωρείται πως μας δημιούργησε χαλαρή διάθεση και ραθυμία, όπως συνήθως συμβαίνει αυτή την εποχή, σε όλον τον κόσμο, απανταχού της οικουμένης.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε, κανείς δεν ένοιωσε χαλάρωση ή ραθυμία, παρά τη μεγάλη διάρκεια τριών αλλεπάλληλων καυσώνων. Η οικονομική ανέχεια των νοικοκυριών, η ανεργία στους νέους, η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού και άλλα παρόμοια, όχι μόνο δεν επέτρεψαν τη συνήθη καλοκαιρινή χαλάρωσή μας, αλλά αντίθετα μας κράτησαν σε πρωτοφανή ένταση και αγωνία για το τι άλλο πρόκειται να μας συμβεί.
Ειδικά στο Μεσολόγγι, φέτος το καλοκαίρι, τόσο ο καταιγισμός των κακών ειδήσεων από τα ΜΜΕ, που δεν μας επέτρεψαν να σχηματίσουμε έστω και ένα φευγαλέο χαμόγελο στα σφραγισμένα από την αγωνία χείλη μας, όσο και ο αδόκητος χαμός σπουδαίων Μεσολογγιτών, μας στέρησαν τη χαρά να απολαύσουμε, όπως παλιά, τις ανέμελες μέρες των διακοπών μας, τις συντροφιές των φίλων μας, τους βραδινούς περιπάτους μας και τις κρύες μπύρες στα εξοχικά ταβερνάκια της περιοχής μας.
Το γεγονός όμως που, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, δημιούργησε αισθητή ένταση στην πόλη και το οποίο θα πρέπει να αποτελέσει αρχή για το ξεκαθάρισμα ορισμένων θεμάτων που ταλανίζουν την περιοχή μας αλλά και ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια, είναι ο ξεσηκωμός φιλήσυχων πολιτών ενάντια στους Ρομά.
Είναι ένα γεγονός που μεταδόθηκε πανελλήνια από όλα τα τηλεοπτικά κανάλια και εφημερίδες, επί σειρά ημερών, τόσο επειδή οι κάτοικοι του Δήμου μας έδειξαν ότι αγανάκτησαν από τα προβλήματα που δημιουργεί η προκλητική και αυθαίρετη ζωή των Ρομά, όσο και από την εμπλοκή της Χρυσής Αυγής για την επίλυση του δημιουργηθέντος προβλήματος.
Δεν θα μπω στην ανάλυση των συμβάντων, μια και αυτή έχει ήδη γίνει μέσω του Τύπου. Θα προσπαθήσω όμως να εκθέσω τις προσωπικές μου απόψεις επί του θέματος, όπως εγώ τις έχω σχηματίσει από την προσωπική μου εμπειρία.
Θυμάμαι, από μαθητής που ήμουν στο Μεσολόγγι, ότι οι Μεσολογγίτες είχαν πάντα μία αρμονική σχέση με την συμπαθή αυτή τάξη των συμπολιτών μας. Παρόλο που αυτοί είχαν πολλές ιδιαιτερότητες στον τρόπο ζωής τους, εντούτοις τους βάζαμε άφοβα στα σπίτια μας, τους δίναμε άφοβα δουλειές, διασκεδάζαμε άφοβα μαζί τους στα πανηγύρια και ακόμα καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι και πίναμε μαζί τους κρασί. Όλοι θυμόμαστε χαρακτηριστικούς τύπους που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας σαν ίσοι προς ίσους. Ακόμα και σήμερα, όταν έρχομαι στο Μεσολόγγι, η περίφημη «Μούτα», γερασμένη πια, ορμάει να μ’ αγκαλιάσει, επειδή την είχα από παλιά συνηθίσει να της δίνω το «χαρτζιλίκι» της. Δεν ξέρω τι έφταιξε, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν και το ήρεμο και αρμονικό κλίμα του παρελθόντος, άλλαξε άρδην.
Έχω παρατηρήσει ότι ο πληθυσμός των αθίγγανων έχει πολλαπλασιασθεί υπέρμετρα και σε συγκεκριμένες περιοχές της πόλης έχουν δημιουργηθεί γκέτο, απροσπέλαστα για τους άλλους πολίτες. Η παραβατικότητα, του συνόλου σχεδόν αυτών των ανθρώπων, δεν μπορεί πλέον να ελεγχθεί από την αστυνομία και οι φιλήσυχου πολίτες, όταν θίγονται δίνουν τόπο στην οργή για να μην μπλέξουν σε άλλα χειρότερα.
Πόσοι τολμάνε να πουν σε αθίγγανους ότι δεν είχαν αυτοί προτεραιότητα σε μια διασταύρωση ή πόσοι τολμάνε να τους πουν ότι ρυπαίνουν την πόλη με τα σκουπίδια που αφήνουν όπου σταθούν; Ποιοι και πως μπορούν να ελέγξουν αν στην κοινότητα των αθίγγανων τελούνται σοβαρότατα αδικήματα, όπως αυτά της διακίνησης ουσιών και λευκής σαρκός;
Στο προηγούμενο φύλλο της ΑΙΧΜΗΣ, δημοσιεύτηκε μια ομολογουμένως ενδιαφέρουσα επιστολή του Ρομά Βασίλη Μπέκου, που βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές Πατρών, για τα επεισόδια του Αιτωλικού. Ο Βασίλης, που αφήνει να εννοηθεί ότι οι Ρομά θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως Έλληνες με ίδιες υποχρεώσεις αλλά και ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους συμπολίτες τους, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι οι Ρομά, για λόγους που δεν γνωρίζω, αντιμετωπίζονται από την Ελληνική Πολιτεία, όχι με ίση, αλλά με περισσότερη φροντίδα από τους άλλους Έλληνες. Για παράδειγμα: Ένας Ρομά καταβάλλει στο κράτος πολύ λιγότερους φόρους από έναν μέσο Μεσολογγίτη. Και όμως και οι δύο έχουν την ίδια δυνατότητα πρόσβασης στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου. Πόσα χρήματα έχει ξοδέψει ένας μέσος Μεσολογγίτης για να σπουδάσει τα παιδιά του, που θα στελεχώσουν τις δημόσιες υπηρεσίες που εξυπηρετούν τις οικογενειακές υποθέσεις ενός Ρομά και πόσα αυτός ο Ρομά; Αν μπούμε όμως στη διαδικασία να απαριθμήσουμε τέτοια παραδείγματα, δεν θα τελειώσουμε ποτέ.
Αυτό που πρέπει να παραδεχτούμε όλοι, πέρα από ρατσιστικές ιδεοληψίες, είναι ότι οι Ρομά στο Μεσολόγγι δημιουργούν πολλά προβλήματα και πρέπει κάποτε οι ιθύνοντες της κοινότητάς τους να τους πουν ότι έχουν υποχρέωση να σέβονται τα δικαιώματα των άλλων συμπολιτών τους. Το κράτος τους παρέχει πολλά: Πάσης φύσεως επιδόματα, δάνεια για κατοικίες, περίθαλψη σε Νοσοκομεία, δωρεάν εκπαίδευση για τα παιδιά τους, δημόσιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Ό,τι έχουμε όλοι εμείς το έχουν και αυτοί και μάλιστα με άνισα ανταποδοτικά κριτήρια. Αυτό που λείπει είναι, οι Ρομά να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους προς τους σκληρά φορολογούμενους συμπολίτες τους και να αποφασίσουν κάποτε, αν θέλουν να θεωρούνται ισότιμοι πολίτες, ότι πρέπει να σεβόμενοι τους Νόμους αυτού του κράτους κατά τον ίδιο τρόπο που τους σέβονται και οι υπόλοιποι συμπολίτες τους.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ Θ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ




























