
Αυτό όμως δεν είναι νοσταλγία, είναι κατηγορία, αυτή η λήθη δεν είναι αδυναμία, είναι συνενοχή, αυτή η συνήθεια είναι σύμμαχος της εξουσίας.
Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη
Το πρωί, κάπως αφηρημένα, άφησα το ραδιόφωνο να παίζει· κι εκεί, ανάμεσα σε διαφημίσεις και αδιάφορες φωνές, μπήκε σαν αεράκι η «Πρώτη Μαΐου» του Μάνου Λοΐζου. Για μια στιγμή, δεν ήταν απλώς ένα τραγούδι· ήταν εκείνη η σπάνια ρωγμή μέσα στη μέρα, που σού θυμίζει πως κάποτε οι άνθρωποι πίστεψαν σε κάτι περισσότερο από το να περνάνε την ώρα τους.
Κι όμως, όσο προχωρούσε, καταλάβαινες ότι δεν σού μιλούσε για το παρελθόν — σού μιλούσε για το παρόν που δεν τολμά να γίνει παρόν. Η Πρωτομαγιά δεν γεννήθηκε για να είναι ανάλαφρη, ούτε για να γεμίζει με λουλούδια και πρόχειρες ευχές· γεννήθηκε μέσα σε συγκρούσεις, σε αίμα, σε εκείνη την ακατέργαστη ανάγκη του ανθρώπου να αρνηθεί τον ρόλο του εργαλείου. Και σήμερα, την ακούμε σαν ήχο υπόκρουσης, ενώ κάνουμε οτιδήποτε άλλο εκτός από το να τη σκεφτούμε.
Το τραγούδι μιλούσε για δρόμους και πλήθη, για πρόσωπα που ψάχνουν το ένα το άλλο μέσα στην κίνηση της ιστορίας· σήμερα, οι δρόμοι υπάρχουν, αλλά οι άνθρωποι δεν συναντιούνται — συνυπάρχουν. Και η διαφορά είναι πολιτική. Γιατί ο άνθρωπος που δεν συναντά, δεν συγκρούεται· κι ο άνθρωπος που δεν συγκρούεται, δεν αλλάζει τίποτα. Δεν είναι ότι σταμάτησε η εκμετάλλευση· είναι ότι έμαθε να μη φαίνεται. Έγινε πιο καθαρή, πιο ψηφιακή, πιο ήσυχη — και γι’ αυτό πιο βαθιά.
Δεν χρειάζονται πια φωνές, γιατί υπάρχει εξάντληση. Και η εξάντληση είναι η πιο αποτελεσματική μορφή πειθαρχίας. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν επαναστατεί, διότι δεν προλαβαίνει να σκεφτεί γιατί θα έπρεπε να επαναστατήσει. Κι έτσι, η Πρωτομαγιά μετατρέπεται σε μια μέρα που θυμίζει κάτι χωρίς να το συνεχίζει. Αυτό όμως δεν είναι μνήμη — είναι διακοπή. Και μέσα σε αυτή τη διακοπή, χάθηκε κάτι πιο βαθύ: η ικανότητα να αγαπάς τον κόσμο αλλιώς. Γιατί η πολιτική δεν ξεκινά, όπως λένε, από ιδεολογίες· ξεκινά από την άρνηση να δεχτείς μια ζωή μικρότερη από αυτή που μπορείς να φανταστείς.
Κι εδώ βρίσκεται η πιο αθόρυβη ήττα της εποχής μας: οι άνθρωποι ξέχασαν να αγαπούν, να ονειρεύονται, να δημιουργούν τα ίδια τους τα βιολογικά αποτυπώματα ως κάτι ζωντανό και ανυπότακτο. Έγιναν διαχειριστές της ύπαρξής τους, όχι δημιουργοί της. Κάποτε, το αίτημα ήταν χρόνος για ζωή· σήμερα, είναι αντοχή για επιβίωση. Κάποτε, οι δρόμοι γέμιζαν διότι υπήρχε ελπίδα· σήμερα αδειάζουν γιατί υπάρχει συνήθεια. Και η συνήθεια είναι πάντα σύμμαχος της εξουσίας.
Αν η Πρωτομαγιά έχει ακόμη νόημα, δεν βρίσκεται στις τελετές ούτε στα τραγούδια που παίζουν σαν ανάμνηση ενός θάρρους που δεν μας ανήκει πια. Βρίσκεται σε μια δύσκολη, σχεδόν άβολη ερώτηση: πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ότι η ζωή σου δεν σού ανήκει — και αρνήθηκες να το αποδεχτείς; Αν δεν υπάρχει αυτή η στιγμή, τότε το τραγούδι του Λοΐζου δεν είναι νοσταλγία. Είναι κατηγορία. Η λήθη δεν είναι αδυναμία — είναι συνενοχή.






























