
Του Γ. Η. Ορφανού
Σ’ εκείνη τη λατινοαμερικάνικη χώρα — που δεν χρειάζεται να την πούμε, γιατί θα την αναγνωρίσεις από τη μπόχα της — η κυβέρνηση φορούσε το χαμόγελο του «φιλολαϊκού». Από μέσα, όμως, έσταζε δηλητήριο λαίμαργου και κακόψυχου φιδιού. Οι νέοι τύραννοι δεν φορούσαν μπότες και χλαίνες· είχαν κοστούμια, γραβάτες και τηλεοπτικά στούντιο. Κι αντί για τανκς, είχαν κανάλια. Αντί για φυλακές, είχαν την άγνοια. Αντί για σφαίρες, είχαν ψέματα διά στόματος κατεξοχήν του υπουργού λαϊκής ενημέρωσης. Αντί εμβατήρια, είχαν τον ίδιο τον πρωθυπουργό να ανακοινώνει κάθε νέο μέτρο, από τα δρομολόγια των λεωφορείων έως τα κουπόνια της κοινωνικής πρόνοιας.
Ο λαός σε κάθε γωνιά της χώρας είχε καταντήσει σαν χωράφι που το ’χουν οργώσει με αλάτι. Φτώχεια, απαιδευσιά, φόβος. Τα σχολεία ρημάζουν, οι δάσκαλοι κακοπληρωμένοι σήκωναν το σταυρό του Γολγοθά κάθε μέρα· τα νοσοκομεία σκούριαζαν χωρίς προσωπικό, όποιος είχε χρήμα είχε και υγεία από ιδιωτικά θεραπευτήρια, η πλέμπα απλώς μπάλωνε όσο μπορούσε τις πληγές της με τα ψίχουλα που της απέμεναν από την αισχροκέρδεια των εμπόρων, από τα αιμοσταγή δοσίματα και τους κανίβαλους φόρους· οι ημέτεροι εργολάβοι έπαιρναν τα έργα και ξεκοκάλιζαν μέχρι το μεδούλι το δημόσιο χρήμα, αλλά, ω του θαύματος, όλα θύμιζαν το γεφύρι της Άρτας ως προς την ημέρα παράδοσης· την ίδια ώρα, οι πλουτοπαραγωγικές πηγές είχαν πουληθεί έναντι πινακίου φακής σε ξένες πολυεθνικές που ρουφούσαν τον τόπο σαν αχόρταγες βδέλλες. Τα ΜΜΕ; Ή εξαγορασμένα ή φιμωμένα. Ό,τι δεν το αγόραζε η κυβέρνηση, το έκλεινε. Κι ό,τι δεν το έκλεινε, το τρόμαζε. Με άλλα λόγια, όχι δημοκρατία αλλά δημιοκρατία, άσχετα αν το κυβερνών κόμμα λεγόταν Δημοκρατική Ενότητα.
Μέσα σ’ αυτή τη σαπίλα και το δυσώδη βάλτο ζούσε ένας 57χρονος αγρότης, ο Χόρχε Σαλβαδόρ. Άνθρωπος της γης, με χέρια που από τα παιδικά του χρόνια είχαν σκάψει περισσότερα αυλάκια απ’ όσα είχε σκάψει η κυβέρνηση στον λαό. Η γυναίκα του, η Λαοκρατία, ήταν η ψυχή του, η κινητήρια δύναμη της ζωής και της καρδιάς του. Κι οι δυο κόρες τους, η Ελευθερία και η Ειρήνη, στην εφηβεία πια, τα εικονίσματα πάνω από το προσκέφαλό του, έφεραν τα ονόματα που η χώρα έμοιαζε να είχε ξεχάσει να προφέρει.
Ο Χόρχε δεν ήταν μορφωμένος, αλλά είχε κάτι πιο δυνατό: ανοιχτό και καθαρό μυαλό που έλεγε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Και φώλιαζε μέσα του μια δυνατή φλόγα που δεν έσβηνε. Η πρώτη του κουβέντα όταν ξυπνάει τα χαράματα να πάει στη δουλειά και η τελευταία όταν πέφτει για ύπνο τη νύχτα: «Όπως ο Άη Γιώργης σκότωσε τον δράκο και λευτέρωσε την κοπέλα, έτσι κι εγώ θέλω να λευτερώσω τη ζωή των ανθρώπων από τον τύραννο που τους πίνει το αίμα».
Και το πίστευε ολόψυχα. Το πίστευε τόσο που μια μέρα σηκώθηκε και είπε στη Λαοκρατία: «Φεύγουμε! Αν δεν πάμε εμείς στην πρωτεύουσα, δεν θα ’ρθει ποτέ η λευτεριά σε μας».
Πήραν τον δρόμο. Ένα σακίδιο, λίγο ψωμί, κι ένα πείσμα που θα ’σκιζε πέτρα. Όταν έφτασαν στην κεντρική πλατεία, η πόλη μοιάζει με καζάνι που το ’χουν βάλει στη φωτιά αλλά δεν τολμάει να βράσει. Παντού αστυνομικοί με γκλομπ, με βλέμμα που έλεγε αυστηρά σαν νόμος «Εδώ κάνουμε κουμάντο εμείς». Κάθε τόσο, κάποιος πολίτης έκανε να ανοίξει το στόμα του κι αμέσως τον «συνετίζανε» με τον γνωστό τρόπο.
Ο Χόρχε στάθηκε όρθιος στη μέση της πλατείας. Δεν φοβήθηκε. Είχε δει χειρότερα στα χωράφια του: φίδια, ξηρασίες, ακρίδες, γεράκια, μέχρι και γύπες. Οι κυβερνώντες του φαίνονταν πιο γελοίοι από όλα αυτά.
Ένας αστυνομικός τον πλησίασε. Νέος, με μάτια που δεν είχαν ακόμα γίνει πέτρα, των οποίων τις σπίθες εμποδίζουν να βγουν στο φως κάτι πελώρια μαύρα ματογυάλια.«Απαγορεύονται οι φωνές», του είπε με ύφος επιλοχία που θέλει να ψαρώσει νεοσύλλεκτο φαντάρο. «Δεν θα φωνάξω συνθήματα», απάντησε ήρεμα ο Χόρχε. «Μόνο τη γυναίκα μου θέλω να φωνάξω».
Ο αστυνομικός, που μάλλον βαριόταν τη βάρδια και είχε το νου του σε βραδινή βόλτα με το κορίτσι του στα μπαρ της παραλιακής, κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Φώναξέ την! Αλλά μην το παρακάνεις…».
Κι εκεί, στην πλατεία Αϊζενχάουερ, έγινε το θαύμα. Ο Χόρχε πήρε μια ανάσα που λες και μάζεψε όλη τη χώρα μέσα του και ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη: «ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ! ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΟΡΕΣ ΣΟΥ, ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ, ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ!»
Η πλατεία πάγωσε. Οι αστυνομικοί κοιτάχτηκαν κεραυνοβολημένοι σαν να τους έπεσε το γκλομπ από τα χέρια. Οι περαστικοί σταμάτησαν. Κάποιοι χαμογέλασαν. Κάποιοι δάκρυσαν. Κάποιοι ψιθύρισαν: «Το είπε… το είπε δυνατά!»
Αμέσως, σαν να θρυμματίστηκε ένα αόρατο πελώριο τζάμι, ένας δεύτερος πολίτης φώναξε: «ΚΙ ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!»
Μετά ένας τρίτος: «ΚΙ ΕΓΩ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ!» Κι ένας τέταρτος: «ΚΙ ΕΓΩ ΤΗ ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ!». Σε λίγα λεπτά, η πλατεία είχε γίνει ποτάμι, χείμαρρος από φωνές.
Οι αστυνομικοί δεν ήξεραν τι να πρωτοκάνουν. Τα είχαν χαμένα. Γεμάτοι περιπολικά οι κεντρικοί δρόμοι, αλλά…
Δεν μπορούσαν να συλλάβουν ολόκληρη τη χώρα. Κάποιοι πέταξαν τα γκλομπ. Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι. Κάποιοι έφυγαν τρέχοντας. Η κυβέρνηση στα δελτία ειδήσεων και στις μισθωμένες καταχωρήσεις στις εφημερίδες και στα sites προσπάθησε να το αποκρύψει, αλλά πώς να κρύψεις έναν σεισμό;
Η φωνή του Χόρχε είχε γίνει σπίθα. Η σπίθα είχε μεταβληθεί σε φωτιά. Κι η φωτιά είχε γίνει λαός.
Κι έτσι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Όχι με όπλα. Όχι με αίμα. Με μια φωνή που δεν φοβήθηκε. Που τόλμησε. Φωνή όμοια με τη σφεντόνα του Δαβίδ που έπληξε κατακούτελα τον τύραννο Γολιαθ και τον γκρέμισε. Γιατί, όπως είπε αργότερα, όταν πια η αληθινή δημοκρατία είχε επιστρέψει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ο Χόρχε Σαλβαδόρ: «Ο δράκος πέφτει όταν ο λαός θυμηθεί πώς τον λένε».
* Το παρόν αφιερώνεται στη μνήμη των αγαπημένων εν Πάτραις φίλων Ντίνου Βγενόπουλου και Νίκου Τσούκαλη και αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα…




























