
Του Γ. Απτεραίου
Όταν, όπως διαβάζουμε στις εφημερίδες ή τα ειδησεογραφικά sites και ακούμε στα εθνικά και τοπικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα, η Πολιτεία έχει νομοθετημένες αρμοδιότητες και αντί να τις ασκεί επικαλείται τον εθελοντισμό, δεν κάνει επίκληση στην κοινωνική αλληλεγγύη∙ κάνει, θα λέγανε πολλοί, υπεκφυγή. Είναι ολοφάνερα σαν να λέει «δεν προλαβαίνω, κάντε εσείς».
Και τότε εμφανίζονται οι γνωστοί τιμητές των δημοσίων υπαλλήλων — εκείνοι που βλέπουν παντού αργοσχολία και αργομισθία εκτός από τις δικές τους — να ρωτήσουν δήθεν αθώα: «Τότε, γιατί να υπάρχει κράτος;» Αν οι ιδιώτες κάνουν όλη τη δουλειά, το κράτος καταντάει διακοσμητικό, ένα μπιμπελό στο ράφι της ευθύνης.
Μόνο που η ιστορία, ως γνωστόν, δεν γράφτηκε ποτέ από μπιμπελό. Ο Περικλής της κλασικής Αθήνας δεν έγινε Περικλής επειδή ήξερε να στρογγυλοκάθεται άπραγος στην καρέκλα∙ έγινε διότι δούλεψε στα κοπιαστικά έργα της ειρήνης και γιατί ήξερε να μιλάει στα πλήθη χωρίς να τα κολακεύει ή να τα πλανεύει σαν μπακάλης της εξουσίας.
Από τότε, βέβαια, η δημοκρατία γεννάει και κάτι άλλα φυντάνια, φανερώνοντας στους ανθρώπους – πολίτες ότι ένας κήπος κοντά στα λουλούδια γεννά και παράσιτα και γι’αυτό πρέπει να προσέχουν. Βιτρινολάτρες αρχοθήρες, που συγχέουν την καρέκλα με το αξίωμα· παγαπόντηδες λαοπλάνους, που νομίζουν πως η λούφα είναι πολιτική τέχνη· και μια σειρά από άεργα παράσιτα, που καραδοκούν να τους κάνουν άλλοι τη δουλειά, για να βγουν μετά στα ΜΜΕ ως «μεσσίες και σωτήρες».
Μόνο που, όσο κι αν υπάρχουν ακόμα κορόιδα, ο λαός δεν είναι πια για φούμαρα. Ξυπνάει, παρατηρεί, μετράει. Και όταν έρθει η ώρα — γιατί πάντα έρχεται — θα βάλει τον κάθε αρχομανή και κάθε δημαγωγό στη θέση του. Όχι με φωνές, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή, αποφασιστική κίνηση που κάνει ο γεωργός όταν πετάει από το χωράφι ό,τι του χαλάει τη σπορά.
Γιατί τίποτα — το ξέρετε, αλλά ας το επαναλάβω — δεν αλλάζει από μόνο του. Οι κοινωνίες δεν σώζονται επειδή κάποιος «έτσι είπε»∙ σώζονται όταν οι πολίτες σηκώνονται, διεκδικούν, απαιτούν. Όταν δεν αφήνουν την ευθύνη να γίνει μπιμπελό στα χέρια όσων την φοβούνται.
Καλημέρα σας· και όποιος δεν έχει τα αφτιά για διακόσμηση, ας ακούει πριν είναι πολύ αργά.




























