Γιατί είμαστε δεσμώτες της απάτης και του ψεύδους

Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη

Υπάρχουν εικόνες που δεν γερνάνε. Στέκουν στην άκρη του χρόνου σαν βράχοι μέσα σε ποτάμι, και το νερό περνά από πάνω τους αιώνες τώρα χωρίς να τις φθείρει. Η σπηλιά του Πλάτωνα είναι μια τέτοια εικόνα. Άνθρωποι αλυσοδεμένοι, με την πλάτη στο φως, να κοιτάζουν έναν τοίχο και να βαφτίζουν τις σκιές του κόσμο. Δεν είναι παραμύθι για αφελείς. Είναι πορτρέτο. Δικό σου. Δικό μου.

Ο Πλάτωνας δεν έγραψε μύθο. Έγραψε νεκρολογία με προσωπείο μύθου. Πίσω από την αλληγορία στέκεται ο δάσκαλός του. Ο Σωκράτης βγήκε από τη σπηλιά, είδε το φως, και μετά έκανε κάτι που ελάχιστοι τολμούν: γύρισε πίσω να το πει. Οι δεσμώτες δεν τον ευχαρίστησαν. Τον σκότωσαν. Αυτό είναι το μυστικό που κρύβεται κάτω από τη γλύκα της αφήγησης: η αλήθεια δεν αμείβεται εδώ κάτω. Τιμωρείται. Όποιος βγει στο φως και τολμήσει να ξαναμπεί στη σπηλιά για να μιλήσει, δεν θα βρει χειροκρότημα. Θα βρει το κώνειο.

Γιατί όμως οι δεσμώτες προτιμούν τη σκιά; Όχι από βλακεία. Από φόβο. Η σκιά είναι βολική, γνώριμη, δεν καίει τα μάτια. Το φως πονάει. Κάθε αλήθεια, την πρώτη φορά, πονάει σαν μεσημεριανός ήλιος σε μάτι μαθημένο στο σκοτάδι. Οι άνθρωποι δεν διαλέγουν το ψέμα επειδή είναι κουτοί. Το διαλέγουν επειδή είναι αναίσθητο. Δεν πονάει. Και ο άνθρωπος, πάνω απ’ όλα, θέλει να μην πονέσει.

 

Από τον Πλάτωνα στον Χατζιδάκι

Εδώ ο Πλάτωνας σμίγει, αιώνες αργότερα, με τον Μάνο Χατζιδάκι. Δύο άνθρωποι που δεν συναντήθηκαν ποτέ, μιλούν για το ίδιο πράγμα με άλλη γλώσσα. Ο Χατζιδάκις είπε πως όποιος πάψει να τρομάζει μπροστά στο τέρας, αυτό σημαίνει πως άρχισε να του μοιάζει. Δεν είναι εξυπνάδα σαλονιού. Είναι διάγνωση, κρύα σαν νυστέρι. Το τέρας δεν έρχεται πάντα με νύχια. Έρχεται σιγά, ντυμένο συνήθεια. Έρχεται ως ό,τι βλέπουμε κάθε μέρα και σταματάμε να βλέπουμε. Η φρίκη, όταν επαναληφθεί αρκετές φορές, παύει να είναι φρίκη. Γίνεται ειδησεογραφία. Γίνεται «έτσι είναι τα πράγματα».

Και τότε η σπηλιά αποκτά δεύτερο πάτωμα, πιο σκοτεινό απ’ το πρώτο. Δεν είναι μόνο πως βλέπουμε σκιές νομίζοντας πως βλέπουμε κόσμο. Είναι πως τις συνηθίζουμε, τις υπερασπιζόμαστε σαν παιδιά μας. Ο δεσμώτης δεν είναι απλώς απατημένος. Είναι, με τον καιρό, συνένοχος της ίδιας του της απάτης. Αν κάποιος έρθει να του πει την αλήθεια, δεν θα τον ευχαριστήσει. Θα τον μισήσει. Γιατί η αλήθεια του ζητά να ξαναμάθει να βλέπει, κι αυτό είναι κόπος που δεν θέλει να πληρώσει.

Κοίτα τώρα πώς περνά η μέρα σου. Διαβάζεις μια είδηση φρίκης. Σηκώνεις για μια στιγμή το βλέμμα, νιώθεις κάτι σαν πόνο, λες μέσα σου «τι φρικτό», και προτού καν στεγνώσει αυτό το συναίσθημα, γυρίζεις στην επόμενη οθόνη, στην επόμενη δουλειά, στον καφέ που κρυώνει. Δεν είναι κακία αυτό. Είναι η σπηλιά να δουλεύει με πλήρη ταχύτητα, χωρίς πια αλυσίδες, γιατί δεν χρειάζονται. Η ίδια η ροή των ειδήσεων μας κρατά καθισμένους, στραμμένους στον τοίχο, ήσυχους.

Το τέρας του Χατζιδάκι δεν χτυπά την πόρτα μία φορά. Περνά μπροστά μας καθημερινά, ντυμένο είδηση ανάμεσα σε άλλες ειδήσεις, τίτλος ανάμεσα σε τίτλους. Το βλέπουμε, αντιδρούμε δυο λεπτά — όσο χρειάζεται για να νιώσουμε πως δεν είμαστε αναίσθητοι — και προχωράμε. Αυτά τα δύο λεπτά είναι ό,τι απόμεινε από τον φόβο που έλεγε ο Χατζιδάκις πως πρέπει να κρατάμε άγρυπνο. Μόνο που τελειώνουν πάντα, και η ζωή μας ξαναρχίζει σαν να μην είδαμε τίποτα. Ο φόβος δεν προλαβαίνει να γίνει στάση ζωής. Γίνεται αντανακλαστικό. Και μετά ξεχνιέται, όπως ξεχνιέται ο πόνος από ένα τσίμπημα.

Εδώ είναι το επικίνδυνο σημείο, αυτό που η αλληγορία προφητεύει με ακρίβεια νυστεριού: δεν χρειάζεται να αγαπήσεις το τέρας για να του μοιάσεις. Αρκεί να μάθεις να το βλέπεις δίχως πια να τρομάζεις, να το βάλεις στη ροή της μέρας σου σαν ακόμα μια εικόνα που περνά. Η επανάληψη σκοτώνει τον φόβο, όχι η αγάπη. Κι όταν σκοτωθεί ο φόβος, μένει μόνο η εξοικείωση. Κι εκείνη, όπως είπε ο ίδιος, είναι το πρώτο βήμα προς την ομοίωση.

Η φιλοσοφία, όπως και η τέχνη όταν είναι αληθινή, δεν υπάρχει για να μας παρηγορήσει. Υπάρχει για να μας ενοχλήσει. Ο φιλόσοφος που βγαίνει από τη σπηλιά δεν γυρίζει πίσω για να καμαρώσει τη δόξα του. Γυρίζει γιατί έχει χρέος. Κι αυτό το χρέος είναι το πιο ακριβό πράγμα που πληρώνει κανείς, γιατί η αμοιβή του δεν είναι φήμη, ούτε πλούτη, ούτε επευφημίες. Πολλές φορές είναι το κώνειο. Σήμερα δεν έχουμε κώνειο. Έχουμε κάτι πιο ύπουλο: την αδιαφορία, που σκοτώνει δίχως αίμα, χύνοντας απλώς την προσοχή μας αλλού.

Κι όμως η σπηλιά έχει μια έξοδο. Ο Πλάτωνας το λέει: όποιος βγει μια φορά στο φως, δεν ξαναμπαίνει μέσα με την ίδια άνεση. Κάτι σπάει μέσα του, ανεπανόρθωτα, κι ευτυχώς. Αυτή είναι η μόνη παρηγοριά που προσφέρει ο μύθος: η αλήθεια, μόλις τη δεις μια φορά, δεν ξεχνιέται. Μπορεί να σε κοστίσει, μπορεί να σε απομονώσει, μπορεί να σε σκοτώσει — αλλά δεν σε αφήνει πια να κάθεσαι ήσυχος μπροστά στον τοίχο.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχει σπηλιά. Υπάρχει πάντα, σε κάθε εποχή, με άλλο σχήμα. Το ερώτημα είναι αν τρομάζεις ακόμα μπροστά στο πρόσωπο του τέρατος. Γιατί όσο σε τρομάζει, δεν του μοιάζεις ακόμα. Κι αυτό, σε καιρούς σκοταδιού, είναι ίσως το μόνο μέτρο που μας απομένει για να ξέρουμε αν είμαστε ακόμα άνθρωποι.

Compare Listings

Τίτλος Τιμή Κατάσταση Τύπος Περιοχή Σκοπός υπνοδωμάτια Μπάνια
Την απάντηση δίνει ο Πλάτων με τους αλυσοδεμένους της σπηλιάς του, που σκοτώνουν το φως με «κώνειο» και ο Χατζιδάκις με το τέρας που κάνει όμοιους εκείνους που δεν τρομάζουν από αυτό