Κάνε κλικ και δες περισσότερο aixmi-news.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσε το στην Google
Με κυρίαρχο το «άλλοθι της αδράνειας» συνεχώς εξαγγέλλονται «μεταρρυθμίσεις» αυτοθαυμασμού, έτσι χωρίς … αντικείμενο και στόχο, που θα αποτελούσαν πρόκληση για τον Ισπανό συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (αν ζούσε) να γράψει νέο μυθιστόρημα για νέους «Δον Κιχώτες»… με πολλή σάτιρα, παρωδία και φάρσα, να δίνουν μάχες με … τους ανεμόμυλους, τους οποίες εκλαμβάνει ως φοβερούς γίγαντες.
Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη
Υπάρχει μια φράση που κουβαλάω σαν φυλαχτό, κι ας μην είναι δική μου. Μου την είχε πει ο παππούς μου, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Στεργίου, διηγώντας κάθε φορά παλιές επαγγελματικές ιστορίες καθημερινής πολιτικής και οικονομικής τρέλας. Σε μιαν απ΄ αυτές θυμήθηκε έναν πολιτικό ο οποίος απαντώντας σε σχετικό δημοσίευμα που τον σχολίαζε με τη δηλητηριώδη πένα του, αλλά πάντα σχεδόν τεκμηριωμένη, πένα του εκραύγασε ατάραχος: «Σε μισώ, αλλά δέχομαι την κριτική σου και θα πράξω τα δέοντα». Δεν ξέρω αν τελικά έπραξε τίποτα. Δεν έχει σημασία. Έχει σημασία η στάση, που αν ζούσε ο Κικέρων θα ξαναφώναζε για τους σημερινούς πολιτικούς:o tempora o mores (δηλαδή «ω καιροί, ω ήθη»). Διότι υπάρχει μια διαφορά αβύσσου ανάμεσα σε αυτόν που σε μισεί επειδή τον ελέγχεις και σκύβει το κεφάλι στην αλήθεια, και σε αυτόν που σε αγαπάει δημόσια, σε ασπάζεται στις φωτογραφίες, και δεν αλλάζει ούτε ψήγμα από όσα βλάπτουν τον τόπο. Ο πρώτος είναι εχθρός τίμιος. Ο δεύτερος είναι κάτι χειρότερο.
Οι τοπικοί άρχοντες της χώρας αυτής, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, έχουν διαλέξει τον δεύτερο δρόμο. Όχι το μίσος που ομολογείται και υποχωρεί μπροστά στο τεκμήριο, αλλά τη σιωπή που χαμογελά, που υπομειδιά έτσι χωρίς να καταλαβαίνει γιατί … σιωπά! Το πρόβλημα δεν το βλέπουν επειδή δεν θέλουν να το δουν, κι όχι επειδή δεν μπορούν. Είναι επιλογή, όχι αδυναμία. Κι όποιος επιλέγει να μη βλέπει, δεν είναι τυφλός· είναι συνένοχος με τα μάτια ανοιχτά.
Η τελειομανία σαν άλλοθι
Υπάρχει μια ύπουλη ρητορική που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια: όλα πρέπει να είναι τέλεια για να ξεκινήσουν. Η μελέτη πρέπει να είναι άρτια, η χρηματοδότηση εξασφαλισμένη ως τον τελευταίο ευρώ, οι αντιδράσεις μηδενισμένες, πριν μπει ο πρώτος πάσσαλος στο χώμα. Κι έτσι, στο όνομα της τελειότητας, δεν γίνεται τίποτα. Επιβεβαιώνεται συνεχώς η γνωστή φράση «ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο», η οποία αποδίδεται στον Βολταίρο και η οποία σημαίνει ότι η εμμονή για το τέλειο ή το άριστο συχνά καταστρέφει ή καθυστερεί κάτι που είναι ήδη αρκετά καλό. Όταν ψάχνουμε συνεχώς το παραπάνω, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσία ή να μην ολοκληρώσουμε ποτέ τίποτα Η τελειομανία δεν είναι αρετή σε αυτή τη χώρα· είναι το πιο κομψό άλλοθι της αδράνειας. Τα μεγάλα έργα του σήμερα δεν χρειάζονται μαρμάρινο μεγαλείο. Χρειάζονται συνέχεια. Ένα πολιτιστικό κέντρο που θα
λειτουργεί, όχι που θα εγκαινιάζεται. Μια αποκέντρωση που θα φέρνει πραγματικά ανθρώπους πίσω στην ύπαιθρο, όχι διαφημιστικά σποτ με ελιές και ηλιοβασιλέματα.
Με αυτό κυρίαρχο το «άλλοθι της αδράνειας» συνεχώς εξαγγέλλονται «μεταρρυθμίσεις» αυτοθαυμασμού και εντυπώσεων, έτσι χωρίς … αντικείμενο και στόχο, που θα αποτελούσαν πρόκληση για τον Ισπανό συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (αν ζούσε) να γράψει νέο μυθιστόρημα για νέους «Δον Κιχώτες» με με πολλή σάτιρα, παρωδία και φάρσα, να δίνουν μάχες με … τους ανεμόμυλους, τους οποίες θα εκλαμβάνουν ως φοβερούς γίγαντες, ενώ παντού υπάρχουν πραγματικοί με προβλήματα που κυκλώνουν όλη τη χώρα και τους ποίτες…
Γιατί εδώ βρίσκεται η ουσία: η Ελλάδα αδειάζει. Οι μεγάλες πόλεις πνίγονται, η περιφέρεια ερημώνει, και τα νέα ζευγάρια δεν κάνουν παιδιά όχι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν να φανταστούν πού θα μεγαλώσουν αυτό το παιδί με αξιοπρέπεια. Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% μέσα σε έξι χρόνια, ενώ παραμένει μειωμένος σε σχέση με το 2021. Αυτό δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια. Είναι η αφήγηση μιας γενιάς που υπολογίζει αν αντέχει να ζήσει, πριν καν αναρωτηθεί αν θέλει να ζήσει καλά.
Κι όμως, οι λύσεις δεν είναι μεταφυσικές. Πραγματικά κίνητρα εγκατάστασης στην επαρχία, φορολογικές ελαφρύνσεις για όσους μετακομίζουν εκεί που ζητούνται χέρια και μυαλά, υποδομές υγείας και παιδείας που δεν θα κλείνουν το χωριό σαν αναπόφευκτο πεπρωμένο, και τεχνητή νοημοσύνη όχι ως απειλή για τις θέσεις εργασίας αλλά ως εργαλείο που απελευθερώνει τον άνθρωπο από τη ρουτίνα για να ξαναγυρίσει στην ουσία της παραγωγής, στη γη, στην τέχνη, στην πραγματική οικονομία. Αυτά δεν είναι ουτοπία. Είναι απλώς πράξεις που κανείς δεν αποφασίζει να κάνει, γιατί δεν κόβουν κορδέλα. Έτσι, ακούμε το γνωστό άλλοθι αδράνειας, δηλαδή φορολογικές τάχα «μεταρρυθμίσεις» με επιλεκτικές κατευθύνσεις σε … νησιά, σε έρημα … βουνά και σε … άνεργους νέους απλώς για το θεαθήναι και το εντυπωσιάζειν!
Το κύρος δεν χαρίζεται
Η Αθήνα κατατάσσεται σήμερα στην 97η θέση ανάμεσα σε 113 ευρωπαϊκές πόλεις σε δείκτη ποιότητας ζωής, με τη Θεσσαλονίκη λίγο καλύτερα στην 94η· αμφότερες σε επίπεδο που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν «μέτριο». Ταυτόχρονα, οι διεθνείς εκθέσεις ευημερίας δείχνουν ότι οι χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις είναι εκείνες με ισχυρούς θεσμούς, ανεπτυγμένα συστήματα υγείας και σταθερές κοινωνικές παροχές — δηλαδή, ακριβώς εκεί που η Ελλάδα υστερεί χρόνια τώρα, όχι από έλλειψη ταλέντου ή φιλότιμου, αλλά από έλλειψη συνέχειας στη διακυβέρνηση. Το κύρος μιας χώρας δεν είναι σύνθημα προεκλογικό. Είναι αθροιστικό αποτέλεσμα χιλιάδων μικρών αποφάσεων που δεν πάρθηκαν επειδή κάποιος φοβήθηκε την κριτική αντί να την αποδεχτεί, όπως έκανε εκείνος ο πολιτικός στον παππού μου.
Κι εδώ ακριβώς είναι η ειρωνεία: όσοι άρχοντες κρύβονται πίσω από τη σιωπή, νομίζουν πως αποφεύγουν τον πόνο της κριτικής. Στην πραγματικότητα, τον πολλαπλασιάζουν. Γιατί ο πόνος δεν φεύγει ποτέ. Απλώς μεταφέρεται στον πολίτη που περιμένει, στο χωριό που αδειάζει, στο παιδί που δεν γεννιέται. Ο τόπος θυμάται. Και η ιστορία της νεοελληνικής υπόσχεσης έχει ήδη γράψει τη δική της
παράδοση αναβολών: εκείνο το πικρόχολο, σχεδόν προφητικό, «Μάθε παιδί μου γράμματα» που κάθε 31 Γενάρη ξαναγυρίζει σαν τελετουργία χωρίς περιεχόμενο — όχι επειδή η μόρφωση δεν αξίζει, αλλά επειδή ο θεσμικός λόγος έχει καταντήσει επανάληψη χωρίς πράξη. Αλλάζει ο χρόνος στο ημερολόγιο, δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή. Κι όπως σε κάθε ιστορία που μοιάζει με καρφιά μπηγμένα σε ξύλο σκληρό, όσο πιο πολύ χτυπάς στο ίδιο σημείο χωρίς να προχωράς, τόσο πιο βαθιά χαράσσεται η πληγή, όχι η λύση.
Τι μένει, τελικά
Μένει αυτό που είπε ο πολιτικός στον παππού μου, γυμνό από υποκρισία: να δέχεσαι την κριτική έστω κι αν σε πονάει, έστω κι αν γεννάει μίσος. Να μην ερωτευτείς την εικόνα σου, αλλά να φοβηθείς την αδράνειά σου. Οι τοπικοί άρχοντες που σήμερα προτιμούν να μη βλέπουν, δεν χρειάζονται περισσότερα σχέδια δράσης. Χρειάζονται το θάρρος να ακούσουν αυτό που ήδη ξέρουν. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλα ευχολόγια για ένα μέλλον που υπόσχεται πάντα να έρθει «μετά τις εκλογές». Χρειάζεται ανθρώπους που θα κάνουν αυτό που λένε, ή τουλάχιστον θα δέχονται —όπως εκείνος— πως όποιος τους κρίνει, το κάνει επειδή νοιάζεται, όχι επειδή μισεί. Η αλήθεια, ακόμα κι όταν πονάει, είναι πάντα πιο τίμια από τη σιωπή που χαμογελά.
































