Οι Μεσολογγίτες πείνασαν, μάτωσαν, αντίκρισαν τον θάνατο κατά πρόσωπο και όμως δεν διαπραγματεύτηκαν την ψυχή τους, ενώ εμείς, σήμερα, μέσα στην, υποτιθέμενη, ασφάλεια και την αφθονία, τη διαπραγματευόμαστε καθημερινά για μικρά και ασήμαντα ανταλλάγματα.
Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη
Διακόσια χρόνια δεν είναι χρόνος· είναι δοκιμασία μνήμης. Γιορτάζουμε περασμένα μεγαλεία! Ε, και, λοιπόν; Γιορτάζουμε σήμερα τα 200 χρόνια από την Έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου! Ε, και, λοιπόν; Κοιτάζετε τί βλέπετε, τί γίνεται, τί μας περιμένει γύρω γύρω;
Το Μεσολόγγι, λοιπόν, δεν μας ζητά να το τιμήσουμε με λόγια. ΟΧΙ! Μας ζητά να μετρηθούμε. Να σταθούμε απέναντι στον εαυτό μας και να απαντήσουμε αν μπορούμε ακόμη να πάρουμε αποφάσεις που μας ξεπερνούν. Αν μπορούμε να ζήσουμε με ευθύνη. Αν μπορούμε να ζήσουμε με ευγνωμοσύνη προς αυτούς τους ήρωες και φάρους ιδεών και αξιών για τις οποίες θυσιάστηκαν για εμάς! Αν μπορούμε να αντέξουμε την ελευθερία, την πραγματική ελευθερία κι όχι όπως την θέλει κανείς χωρίς κάποιο πολιορκητή!
Το Μεσολόγγι,λοιπόν, δεν είναι τόπος. Είναι όριο. Είναι η γραμμή εκείνη όπου ο άνθρωπος παύει να διαλέγει και αρχίζει να αποφασίζει. Δηλαδή, η Έξοδος του Μεσολογγίου δεν υπήρξε ένα απλό στρατιωτικό γεγονός· υπήρξε μια υπαρξιακή πράξη. Δεν έγινε για να σωθούν οι πολιορκημένοι, αλλά για να μην χαθούν ως άνθρωποι.Ναι ως άνθρωποι, ως Έλληνες! Γιατί υπάρχει κάτι βαρύτερο από τον θάνατο: η αποδοχή της σκλαβιάς ως κανονικότητας, η οποία οδηγεί στο τελευταίο του κακού της σκάλας το σκαλί, στον πάτο, όπως προειδοποιούσε ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Διακόσια χρόνια μετά, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι τί έγινε τότε. Αυτό είναι γνωστό και δεν χρειάζονται πανηγύρια για απενενοχή. Το ερώτημα είναι τί απομένει σήμερα από εκείνη την απόφαση.

Η ελευθερία δεν είναι δικαίωμα, αλλά ευθύνη!
Ο Δημήτριος Λιαντίνης σημείωσε πως στο Μεσολόγγι καταργήθηκε η εκλογή και θεσπίστηκε η απόφαση. Εκεί, η ελευθερία (σ΄αντίθεση με το σήμερα) δεν ήταν δικαίωμα, αλλά ευθύνη· και η ευθύνη αυτή (σ΄αντίθεση με σήμερα) δεν διαπραγματεύτηκε, αλλά πληρώθηκε με αίμα. Οι πολιορκημένοι δεν αγωνίστηκαν μόνο ενάντια σε έναν εχθρό· αγωνίστηκαν (σ΄αντίθεση με σήμερα) ενάντια στον πειρασμό να επιβιώσουν χωρίς αξιοπρέπεια.
Σήμερα δεν πολιορκούμαστε από τον Ιμπραήμ Πασάς. Πολιορκούμαστε από την ευκολία. Δεν μας απειλεί το γιαταγάνι, αλλά η συνήθεια. Δεν μας λείπει η ελευθερία· μας λείπει η δύναμη να τη σηκώσουμε. Οι Μεσολογγίτες πείνασαν, μάτωσαν, αντίκρισαν τον θάνατο κατά πρόσωπο και όμως δεν διαπραγματεύτηκαν την ψυχή τους. Εμείς, μέσα στην ασφάλεια και την αφθονία, τη διαπραγματευόμαστε καθημερινά για μικρά και ασήμαντα ανταλλάγματα.
Εκείνοι στάθηκαν ανάμεσα σε δύο βεβαιότητες: τον θάνατο έξω από τα τείχη και τη ντροπή μέσα σε αυτά. Και επέλεξαν τον θάνατο, για να διασώσουν την ελευθερία. Εμείς, διακόσια χρόνια μετά, στεκόμαστε ανάμεσα στην ευθύνη και τη δικαιολογία — και πολύ συχνά επιλέγουμε τη δεύτερη.
Ο Διονύσιος Σολωμός διέκρινε στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» ότι ο μεγαλύτερος εχθρός δεν είναι ο εξωτερικός, αλλά ο εσωτερικός: ο πειρασμός να παραδοθείς στη γλυκύτητα της ζωής και να ξεχάσεις το χρέος σου. Αυτός ο πειρασμός είναι σήμερα πιο ισχυρός από ποτέ, γιατί δεν έχει μορφή, δεν έχει ήχο, δεν έχει αίμα. Έχει άνεση.
Η σημερινή Ελλάδα δεν καίγεται — αλλά σβήνει. Δεν σκλαβώνεται — αλλά συνηθίζει. Δεν πεθαίνει — αλλά ξεχνά. Και η λήθη είναι πιο ύπουλη από κάθε πολιορκία, γιατί δεν αφήνει κραυγή, ούτε αντίσταση. Σε κάνει να συμβιβάζεσαι αθόρυβα, μέχρι να μην θυμάσαι καν τι σημαίνει ελευθερία.
Γιατί η πιο επικίνδυνη πολιορκία δεν είναι εκείνη που σε σκοτώνει, αλλά εκείνη που σε κάνει να μην θέλεις να αντισταθείς.
Και τότε, δεν χρειάζεται Έξοδος.
Γιατί δεν υπάρχει πια μέτρο για τον άνθρωπο.





























