
Του Γ. Η. Ορφανού
Το ρολόι του τοίχου της κουζίνας έδειχνε 9 και πέντε. Η νύχτα προχωρούσε. Αυτός και η γυναίκα του έτρωγαν βαριεστημένα και από συνήθεια το βραδινό τους, ένα τοστ μόνο και μόνο για να μην πάνε νηστικοί για ύπνο.
Και τότε, χτυπά το σταθερό τηλέφωνο. «Έλα, ξάδελφε!», ακούγεται μια γνώριμη φωνή από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. «Έλα!» του λέει βραχνιασμένος κι ο άνθρωπός μας και συνεχίζει: «Πώς αυτό μέσα στη νύχτα; Όλοι καλά; Συνέβη κάτι;»
«Όχι βρε, παιδί μου», απαντά ο άλλος. «Είδα την ξαδέλφη προχτές στο δρόμο…» «Ναι, μου το είπε!», του λέει κοφτά, χωρίς καθόλου όρεξη για πολλές κουβέντες, ο δικός μας. «Και μου έλεγε τα νέα σας. Σε πονά, λέει, ο λαιμός σου τις τελευταίες εβδομάδες. Το ίδιο είχα και εγώ και …», του αποκρίθηκε ο ξάδελφος.
«Για λέγε!», λέει ο δικός μας, νιώθοντας ότι η κουβέντα αρχίζει να έχει ενδιαφέρον. «Λέγε λοιπόν!»
«Άκου, θα πας στο κέντρο της πόλης, στο Γυάλινο Πύργο, ξέρεις πού λέω, ε; , σε εκείνη την πολυκατοικία, που μόνο γιατροί έχουν τα ιατρεία τους. Στον τρίτο όροφο, ιατρείο 31, θα βρεις αυτόν που θες. Δε θυμάμαι ακριβώς το όνομά του, δεν σου λέω τι μου ήλθε τώρα στο μυαλό, για να μη σε μπερδέψω. Τούτο μόνον θα σου πω: 31 ιατρείο, δόκτωρ γενικής παθολογίας γράφει απέξω η πόρτα, πτυχιούχος και μετεκπαιδευθείς στο πανεπιστήμιο της Ρώμης ή της Μπολόνια, θα το βρεις εύκολα, ναι; Λίγο ακριβός, αλλά θα σε κάνει περδίκι! Καλό βράδυ, ξάδελφε!»
Ο άνθρωπός μας ευχαρίστησε τον ξάδελφο με απροσποίητη χαρά και αφού τον καληνύχτισε ξεχνώντας προς στιγμήν το βασανιστικό πονόλαιμο αναπαρήγαγε την τηλεφωνική συνομιλία στη γυναίκα του πριν πάει να πλύνει τα δόντια και πέσει για ύπνο.
Την άλλη μέρα, νωρίς το πρωί, αφού ζήτησε άδεια από τη δουλειά, πήρε τους δρόμους και βρίσκοντας, παρά την πολλή κίνηση στους δρόμους, θέση σε κεντρικό πάρκινγκ της πόλης για το αυτοκίνητό του κατευθύνθηκε στο Γυάλινο Πύργο. Φτάνοντας εκεί, πήρε το ασανσέρ με άλλους δυο – τρεις παππούδες, αυτός όντας στα 60 του πια ήταν μπροστά τους νεανίας, και ανέβηκε ως τον 3ο όροφο.
Βρήκε εύκολα το ιατρείο. Βλέποντας το 31 στην πόρτα, θυμήθηκε το παιχνίδι στα χαρτιά που στα παιδικά του χρόνια και στην εφηβεία αγαπούσε να παίζει όλη η οικογένεια με πρώτο τον παππού. Μακάρι και σήμερα να του έφερνε τύχη και να γλιτώσει από τον ενοχλητικό πονόλαιμο και τη βασανιστική βραχνάδα. Δεν ήταν καπνιστής, ούτε είχε εκτεθεί σε κρύο ή συντροφιά ανθρώπων με προβληματικά λαιμά.
Απέναντί του τώρα βρισκόταν ένας γιατρός που φορούσε απέξω άσπρη μπλούζα και στηθοσκόπιο, αλλά από μέσα… είχε ένα κομπιουτεράκι. Για να μετρά και να λογαριάζει. Όχι παλμούς — ευρώ. Από την αρχή του τρέχοντος έτους, κάτι τηλεφωνάκια από μια μεγάλη φαρμακοβιομηχανία έβγαλαν το πορτοφόλι του από τη «ναφθαλίνη» και του είχαν ανοίξει την όρεξη. Κι όπου άκουγε «ασθενής», έβλεπε «ευκαιρία».
Σκάει μύτη ο δικός μας άνθρωπος και αρχίζει να βήχει σαν ξεχαρβαλωμένο σαραβαλάκι. Ο γιατρός τον ακούει με το ένα αφτί, το άλλο το είχε ξεχάσει σε ένα ηχητικό μήνυμα που του είχαν στείλει από την βιομηχανία και έλεγε για μπόνους και «δωράκια». Παίρνει βιαστικά το μπλοκάκι και γράφει, χωρίς καν να ρωτήσει κάτι, δίχως καν να εξετάσει τον ασθενή που υπέφερε απέναντί του, μια συνταγή… ό,τι να ’ναι. Άλλα ντ’ άλλων που λένε. Ακριβά όμως — μην πει ο άνθρωπος ότι του έδωσε άνευ αξίας φάρμακα.
«Πάρε αυτά εδώ και θα στρώσεις!» του λέει, με ύφος και σιγουριά τηλεπωλητή. «Και η επίσκεψη κοστίζει 50 ευρώ, σε χρήμα όμως, γιατί είστε άτυχος μια και χτες στην τελευταία επίσκεψη χάλασε το pos και δεν αποκαταστάθηκε ακόμη!»
Ο άνθρωπός μας αμίλητος καταβάλλει το αντίτιμο, παίρνει τη συνταγή και κοντοστέκεται πριν φύγει. Έξω περίμεναν καμιά δεκαριά κάθε ηλικίας για να μπουν. Χρόνο για χάσιμο και όρεξη για περισσότερη κουβέντα ο γιατρός δεν έχει. Ο δικός μας αμίλητος κλείνει πίσω του την πόρτα του γιατρού και φεύγει τρεχάτος. Τι να πει άλλωστε, όταν διαγιγνώσκει και συνταγογραφεί η επιστήμη, εμείς οι αδαείς το βουλώνουμε και κάνουμε ό,τι λένε οι γιατροί.
Παίρνει το αμάξι για το σπίτι και στο δρόμο σταματά στο συνοικιακό φαρμακείο. Ο φαρμακοποιός δεν ρωτά πολλά – πολλά, εκτελεί τη συνταγή, ο δικός μας πληρώνει, φεύγει, πάει σπίτι για να αρχίσει την αγωγή.
Κάθεται πλάι στη γυναίκα του στο τραπέζι της κουζίνας, κοιτάει τα κουτιά… τα ξανακοιτάνε και μαζύ και μένει άφωνος όχι από το βήχα και τον πονόλαιμο, αλλά από το λόγο για τον οποίο του τα έγραψε ο γιατρός και τον οποίο βρίσκει στο χαρτάκι εντός του κουτιού με τα νέα του χάπια…
«Δεν πάμε καλά βρε… εγώ, καλή μου γυναίκα, βήχα και πονόλαιμο έχω ή στομαχόπονο;», γυρίζει και ρωτά τη σύζυγό του.
Κοιτάνε κι οι δύο στα ψιλά γράμματα μήπως λέει το παραμικρό έστω για τυχόν πονόλαιμο στο νέο φάρμακο. Του κάκου και σαν να μην του έφτανε η βραχνάδα, τώρα ήλθε και του έκατσε το λάθος στο γιατρό στο λαιμό χειρότερα απ’ τον βήχα. Όχι λάθος απλό — λάθος… κατευθυνόμενο.
Την άλλη μέρα, ξαναβρίσκεται στο ιατρείο. Ανοίγει θυμωμένος την πόρτα του γιατρού. Τον βρίσκει να παίζει στοίχημα περιμένοντας ασθενείς. Ακουμπάει τα φάρμακα στο γραφείο.
«Γιατρέ, εγώ σίγουρα δεν τα έχω χάσει, αλλά ίσως εσύ τα έχεις χαμένα! Δες και πες μου, αυτά εδώ μάλλον για κάποιον άλλον προορίζονται. Ή για άλλη τσέπη.»
Ο γιατρός χαμογελάει αμήχανα. Πριν προλάβει να απαντήσει στον άνθρωπό μας, ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει φουριόζος ένας νεαρός άντρας με σακουλάκι.
«Μήπως μπερδεύτηκες και με μένα; Γιατί εγώ ήρθα να μου γιατρέψεις την πίεση κι έφυγα με… κάτι για τον προστάτη!», φωνάζει οργισμένος στο γιατρό.
Κι από πίσω, κι άλλος. Και παραπίσω, μια κοπέλα με τη γριά μάνα της. Τραίνο με πολλά βαγόνια έμοιαζε εκείνο το πρωί το ιατρείο…
Ε, δεν ήθελε και πολύ! Το πράγμα άρχισε να βρωμάει πιο έντονα κι απ’ το μουχλιασμένο ιώδιο. Και ο διάσημος γιατρός έμεινε να παίζει με τις ώρες τυχερά παιχνίδια και να περιμένει μάταια πελάτη, καθώς το νέο διαδόθηκε με μεγάλη ταχύτητα στόμα με στόμα σε κάθε γωνιά της πόλης.
Κι όλοι συμφωνούσαν με τα λόγια που σε ένα καφενείο ένας σοφός παππούς είχε πει όταν είχε φτάσει στα αφτιά του η όλη ιστορία: Άμα ο γιατρός γράφει γρήγορα, εσύ να διαβάζεις αργά. Γιατί καμιά φορά η συνταγή δεν είναι για ό,τι εσύ πάσχεις — είναι για τη… συνεργασία του.

* Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα






























