
Φτάνοντας στο τέλος των πανελληνίων εξετάσεων, όλοι οι υποψήφιοι διαχωριζόμαστε σε “επιτυχημένους” και “αποτυχημένους”, πράγμα οξύμωρο τη στιγμή που το εκπαιδευτικό σύστημα αποτυγχάνει παταγωδώς να μας προετοιμάσει για αυτές. Στα σχολεία, οι ανεπαρκείς υποδομές και οι βασικές ελλείψεις εκπαιδευτικών, μαζί με τα πολυπληθή τμήματα καθιστούν σχεδόν αδύνατη την προετοιμασία αυτή.
Πρόκειται για το ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα που αυτοαποκαλείται δημόσιο αλλά θεμελιώνεται στην παραπαιδεία, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα άνισης πρόσβασης στην εκπαίδευση. Το πρόβλημα αυτό, φυσικά, ενισχύεται από την ύπαρξη ιδιωτικών σχολείων αλλά και την εισβολή των ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση εξάλειψης των ταξικών (οικονομικών) διακρίσεων που διέπουν διαχρονικά τον θεσμό των πανελληνίων, το σύστημα παραμένει νοσηρό. Σε πρώτο βαθμό, οι μαθητές αντιμετωπίζονται ως αριθμοί που πρέπει να γεμίσουν τις κενές θέσεις των πανεπιστημίων που προστάζει η αγορά εργασίας. Ενώ, κατά την εξοντωτική διαδικασία των πανελληνίων, παραμελούν αναγκαστικά αυτά που τους καθιστούν ανθρώπους.
Αναγνωρίζουμε πως η ζωή σταδιακά νεκρώνεται από τις δυσμενείς πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, από την οικονομίστικη χρησιμοθηρία των πάντων με σκοπό την συσσώρευση πλούτου, από τον πόλεμο κατά των κοινών πόρων, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι και από την εκπαιδευτική διαδικασία εκλείπει μεθοδευμένα η ζωτικότητα. Η μάθηση, η περιέργεια, η συναρπαστική ανακάλυψη της γνώσης γίνεται πλήξη, αγγαρεία, τιμωρία στις παγερές σχολικές αίθουσες. Η διδασκαλία αφήνει αδιάφορους τους μαθητές, αποτυγχάνοντας να συνδεθεί με την πραγματικότητα τους, να τους δραστηριοποιήσει, να τους εμπνεύσει και να τους δώσει ελπίδα και χαρά.
Σε αυτό συμβάλλει, επίσης,και η συγκεντρωτική , γραφειοκρατική δομή της εξουσίας που επεκτείνεται και στην εκπαίδευση. Πρακτικά, άνθρωποι που δεν έχουν καμία τρέχουσα σχέση με την εκπαίδευση (όντας επαγγελματίες πολιτικοί), ορίζουν τι να μάθουμε, πως να το μάθουμε, μακριά από εμάς και χωρίς εμάς. Χωρίς κάθε σχολική κοινότητα (εκπαιδευτικοί, μαθητές, ακόμη και γονείς) να έχει ισχύ πάνω στις αποφάσεις που την αφορούν, δηλαδή να αυτοδιαχειρίζεται, δεν υπάρχει δημοκρατία. Το απότοκο είναι η θέσπιση νόμων – ημιμέτρων που δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, ενώ πολλές φορές δημιουργούν και άλλα.
Ακόμη και στην ίδια την τάξη, αναπαράγεται η ιεραρχία, με τον καθηγητή να αποτελεί την αυθεντία που οφείλει να “συμμορφώσει” τον μαθητή, να του επιβάλλει προκαθορισμένες γνώσεις και συμπεριφορές, τιμωρώντας τον όταν δεν τις ακολουθεί. Η μόνη διαφορά καθηγητή – μαθητή είναι οι γνώσεις που έχει ο πρώτος, πάνω σε συγκεκριμένο αντικείμενο. Στο σύγχρονο σχολείο, όμως, αυτό φαίνεται να είναι αρκετό για να δημιουργηθεί μια σχέση εξουσίας, μιμούμενη τις τόσες άλλες εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας που ισοπεδώνουν την ισότιμη, δημοκρατική αλληλεπίδραση των ατόμων. Μια αλληλεπίδραση που κινητοποιεί όσο τίποτα την κοινωνία και την ίδια την γνώση.
Η γνώση, ως κοινό, θα πρέπει όχι μόνο να παρέχεται σε όλους αλλά και να απορρέει από την συλλογική αναζήτηση και αλληλοβοήθεια και από τον διάλογο, ενάντια στην ατομικιστική και άκρως ανταγωνιστική προσέγγιση που της προσάπτουν διαδικασίες όπως οι πανελλήνιες, που δεν είναι παρά μια ακόμη εκδήλωση του ανταγωνιστικού κοινωνικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, οι διαδικασίες αυτές, ριζωμένες στον αποκλεισμό και τον περιορισμό όσων έχουν πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση, καταστρατηγούν το βασικό δικαίωμα στην μόρφωση, που ανήκει σε όλους μας.
Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι η ίδια η διδακτέα ύλη, που είναι γεμάτη αντιφάσεις, ασάφειες ή και λάθη. Χρειάζεται μια ουσιαστική αναθεώρηση της γνώσης που προσφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και του τρόπου με τον οποίο μεταδίδεται: αποστεωμένη από κάθε νόημα, σε μια σχολική τάξη ενός κτηρίου – φυλακή, μακριά από το περιβάλλον όπου παρατηρείται και ανθίζει ως συνέχεια της πραγματικότητας. Παράλληλα, χρειάζεται και μια ριζική αναθεώρηση των σκοπών της εκπαίδευσης (που τώρα αποτελεί ένα εργαλείο εγκλωβισμού των συνειδήσεων και αναπαραγωγής του κυρίαρχου αφηγήματος των ανισοτήτων, της καταπίεσης και του “κανονικού ολοκληρωτισμού”), ως ένα εργαλείο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας, δίνει απαντήσεις και γεννά νέες ερωτήσεις, θρέφει την φαντασία, την δημιουργικότητα, τις ιδέες και δίνει μορφή στον ελεύθερο άνθρωπο.
Η αυτοδιαχείριση και η αυτονομία κάθε σχολικής μονάδας, η δημοκρατική, ισότιμη αλληλεπίδραση μαθητών- καθηγητών, η συνεργασία ως τρόπος ανακάλυψης της γνώσης, αλλά και το πρόταγμα της εκπαίδευσης που απελευθερώνει τον άνθρωπο, αναδύονται, τελικά, ως ανάγκη. Είναι στο χέρι μας, με αυτές τις αφετηρίες, να οικοδομήσουμε μια καινούργια παιδεία και, εν τέλει, μια καινούργια κοινωνία.
Υ.Γ. Ευχαριστώ πολύ όλους τους ανθρώπους μου, ειδικά την μαμά μου, Ευανθία Καραπαναγιώτη, που με τις θυσίες και τον κόπο της, μου προσέφερε τα πάντα, κυρίως στήριξη και αγάπη. Με την συμβολή και την αγάπη της οικογένειάς μου, των καθηγητών μου, των φίλων μου, κατάφερα όχι μόνο να συγκεντρώσω αυτή την υψηλή βαθμολογία (που θεωρώ πως είναι το ελάχιστο), αλλά, πάνω από όλα, να γινω καλύτερος άνθρωπος. Συγχαρητήρια αξίζουν σε όλους όσους αγωνίζονται, τόσο σε προσωπικό επίπεδο για μια θέση στον χαοτικό αυτό κόσμο, όσο και συλλογικά, για την αλλαγή του, για αυτήν την κοινωνία που “όλοι την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ‘ρθει”.






























