Ακίνητη Σοφία (διήγημα)*

Του Γ. Η. Ορφανού

Τον είχαν συνηθίσει σαν παλιό έπιπλο, οικογενειακό κειμήλιο που πάει από μάνα σε κόρη ως προίκα, σε σπίτι που κανείς δεν τολμά να πειράξει ή να αλλάξει. Βαρύς, στιβαρός, καλοσκαλισμένος, αλλά ακίνητος.

Καθηγητής αρχαίας ελληνικής, της κλασικής που λένε, φιλολογίας, ειδικός στον Όμηρο — ή τουλάχιστον έτσι έλεγε ο τίτλος που έφερε και έγραφε η πινακίδα έξω από το γραφείο του στη Σχολή. Γιατί στην πράξη, πιο αρχαία από τα έπη που δίδασκε ήταν τα μυαλά του. Όχι παλιά με την έννοια του βαθυστόχαστου· παλιά με την σημασία του ακίνητου.

Έμπαινε στην αίθουσα και έφερνε μαζί του μια σκόνη αιώνων. Όχι τη σκόνη που γεννά σκέψη, αλλά εκείνη που κάθεται πάνω της και τη σκεπάζει.

Ο Όμηρος, στα χέρια του, δεν ήταν ποτάμι να πιεις στις χούφτες — ήταν άγαλμα να κοιτάς από μακριά.

«Ο Όμηρος αποτελεί την υπερτάτην πηγήν σοφίας και αισθητικής τελειότητος», έλεγε και ξαναέλεγε ο καθηγητής. «Ουδεμία σύγχρονος προσέγγισις δύναται να υπερβεί την αρχαίαν διάνοιαν».

Όμορφα λόγια. Στρογγυλά. Αποστειρωμένα. Σαν να τα είχε βάλει σε διάφανη βιτρίνα για να τα βλέπει αλλά να μην τα αγγίξει κανείς — ούτε κι ο ίδιος.

Και κάπως έτσι, κάθε παράδοση στο μάθημά του τελείωνε πριν καν αρχίσει. Γιατί αν όλα έχουν ήδη ειπωθεί καλύτερα, τότε τι απομένει να πεις ή να πράξεις; Να επαναλάβεις. Να σκύψεις. Να μη μιλήσεις.

Οι φοιτητές κάθονταν απέναντι σαν να κοιτούν θάλασσα μέσα από τζάμι, ανέκφραστοι. Έβλεπαν την κίνηση, αλλά δεν την ένιωθαν.

Ο Όμηρος, που κάποτε μιλούσε για θυμό, για απώλεια, για ανθρώπους που σπάνε και ξανασηκώνονται, είχε πια καταντήσει μουσειακό αντικείμενο. Καθαρός, άθικτος — και νεκρός.

Ώσπου κάποιο πρωί, στην αρχή του εαρινού εξαμήνου, με το ανοιξιάτικο αεράκι να φουντώνει τις καρδιές των νέων, ένας φοιτητής μέσα σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο μίλησε. Όλοι τον ήξεραν· ήταν αυτός που σε ένα προηγούμενο εξάμηνο είχε ξαφνιάσει την καθηγήτρια της Βυζαντινής Ιστορίας ρωτώντας την γιατί η Εκκλησία ενώ κυνηγούσε τους Έλληνες ως ειδωλολάτρες χρησιμοποίησε τα αρχαία ελληνικά ως γλώσσα των συγγραμμάτων και των ύμνων της. Τούτο το πρωί με τον Ομηριστή ζητώντας και παίρνοντας το λόγο δεν είχε σκοπό να κάνει επανάσταση· απλώς δεν άντεχε άλλο να προσποιείται πως συγκινείται από κάτι που δεν τον άγγιζε ούτε ψυχικά, ούτε πνευματικά.

«Κύριε… αν ο Όμηρος ήταν εδώ, θα μας άκουγε ή θα μας διόρθωνε;»

Η ερώτηση δεν ήταν δυνατή. Ήταν ήσυχη. Και γι’ αυτό, πιο κοφτερή.Ο καθηγητής γύρισε και τον κοίταξε με εκείνο το χαμόγελο που δεν αφήνει χώρο.

«Ο ποιητής, νεαρέ μου, δεν έχει ανάγκην να προσαρμοσθή εις ημάς. Ημείς οφείλομεν να ανυψωθώμεν προς αυτόν».

Πόρτα χωρίς χερούλι. Σφιχτομανταλωμένη από μέσα. Αλλά κάτι είχε ήδη εισχωρήσει. Σαν ρωγμή.

Το ίδιο βράδυ, ο καθηγητής, στο σπίτι του, μετά το δείπνο, έμεινε μόνος με τα κείμενα. Προσπάθησε να ξεφυλλίσει τον Όμηρο όπως πάντα. Μα αυτή τη φορά δεν άκουσε βροντές ηρώων ή κλαγγή όπλων. Άκουσε σιωπή. Όχι τη μεγάλη — τη βαριά, τη στάσιμη. Σαν να είχε κρατήσει τη φωνή του ποιητή φυλακισμένη μέσα σε γυαλί για να μην τη λερώσει κανείς.

Και εκείνη τη στιγμή, του πέρασε από το μυαλό όπως οι ηλιαχτίδες από τις γρίλιες των παραθύρων μια σκέψη που δεν του ταίριαζε. Μήπως δεν τιμούσε τον Όμηρο, αλλά τον ακύρωνε; Μήπως τον είχε κάνει τόσο ψηλό, τόσο απόμακρο, που δεν μπορούσε πια να σταθεί δίπλα σε κανέναν;

Για πρώτη φορά, υποψιάστηκε ότι δεν φύλαγε φωτιά — φύλαγε στάχτη.

Την επόμενη μέρα, μπήκε στην αίθουσα χωρίς τον αέρα του φύλακα ή του παντογνώστη. Έριξε τα βλέμματά του προς όλα τα παιδιά — όχι σαν ατελείς εκδοχές των παλιών, αλλά σαν ανθρώπους που είχαν δικαίωμα να καταλάβουν χωρίς να γονατίσουν.

Πήρε μια ανάσα. «Ίσως», είπε αργά, «η άκριτος λατρεία του παρελθόντος να απομακρύνει ημάς από το ίδιον το πνεύμα αυτού».Δεν ήταν δήλωση. Ήταν ρωγμή που άνοιγε, το πουλόβερ που άρχισε να ξετυλίγει.

Συνέχισε αλλιώς. Μίλησε για τον θυμό του Αχιλλέα σαν να ήταν ζωντανός, όχι ιερός. Για τον πόνο, όχι την τελειότητα. Δεν κατέβασε τον Όμηρο — τον έφερε πιο κοντά.

Και τότε έγινε κάτι απλό: οι φοιτητές, που αισθάνθηκαν σαν να έβλεπαν μπροστά στο Θησέα την Αριάδνη να του δίνει το μίτο για να βγει από το Λαβύρινθο, τεντώνουν τα αφτιά και ξεκινούν να ακούν. Όχι από υποχρέωση — από αναγνώριση.

Στο τέλος της ώρας, ο φοιτητής εκείνος που είχε σταθεί αφορμή της αλλαγής τούτης πέρασε από μπροστά του. Τον κοίταξε κατάματα. Δίχως να πει τίποτα. Δεν χρειαζόταν.

Όταν όλοι οι φοιτητές αποχώρησαν, στο αμφιθέατρο ο καθηγητής έμεινε μόνος. Τα βιβλία ήταν, όμως , εκεί. Αλλά δεν έμοιαζαν πλέον με βωμός. Έμοιαζαν με εύφλεκτα σπίρτα.

Κι εκείνος, για πρώτη φορά, δεν φοβήθηκε μήπως καεί.

* Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αφιερώνεται στις ανιψιές μου, Μαρία και Ναταλία, που δοκιμάζονται στην εφηβεία τους με τις πανελλαδικές εξετάσεις…

Compare Listings

Τίτλος Τιμή Κατάσταση Τύπος Περιοχή Σκοπός υπνοδωμάτια Μπάνια