
Της Φωτεινής Τσιτσώνη- Καβάγια
Η ένδοξη ιστορία του Μεσολογγίου, δε χωράει σε βιβλία, αλλά ζει στων ανθρώπων τις μνήμες, που τη μεταφέρουν από γενιά σε γενιά!
«ΤΟ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙ! Ύστερ’ από την Αθήνα, κι απάνω από την Αθήνα, του Γένους η Κιβωτός…», θα πει, ο Κωστής Παλαμάς.
«ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, είναι το ιδεατό μνημείο του Έθνους μας, μετά από τον Παρθενώνα της αρχαιότητας, και την Αγια-Σοφιά των Βυζαντινών χρόνων!», θα πει μετά από χρόνια κι ο ποιητής, Νικηφόρος Βρεττάκος.
15ος αι. Το Μεσολόγγι είναι καταφύγιο πειρατών και ναυτικών, στα ξερονήσια της απέραντης λίμνης του, κι ύστερα, κάποια χρόνια πριν από την περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, 1571 μ.Χ., είναι οικισμός με σπίτια αρκετά. Τον 18ο αι., βρίσκεται σε μεγάλη ακμή, με εμπορικό στόλο περίπου 25 καραβιών, που μεταφέρουν οι ναυτικοί, μ’αυτόν στα λιμάνια της Μεσογείου και του Ατλαντικού, τα πλούσια προϊόντα του τόπου τους, (αλάτι, αβγοτάραχο, στάρι σκληρό από τον κάμπο, ξυλεία βιοτεχνική από τα δάση του Ζυγού), ανταγωνιζόμενοι το ναυτικό των Ιταλών, Γάλλων και Άγγλων, ενώ, στην πόλη λειτουργεί Προξενείο, και στο Λιβόρνο της Ιταλίας, ακμάζει ο μεσολογγίτικος Εμπορικός Οίκος Βάλβη, που επεξεργάζεται ρίζες αρμυρικιών, και τα προϊόντα τους, (στάχτη, που περιέχει ανθρακικό νάτριο), αποστέλλονται στη Λυών της Γαλλίας, όπου χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή γυαλιού. Και ως εκ τούτων, η πόλη εξελίσσεται σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο του τόπου, ως την εποχή που ο Αλή Πασάς, επιβάλλει βαριά φορολογία στην περιοχή, απομυζώντας τους τους καρπούς των κόπων των κατοίκων της, οπότε αυτοί, σταματούν τα ταξίδια, και τα καράβια τους τα χρησιμοποιούν στον πόλεμο, στον οποίο μπαίνει το Μεσολόγγι από τον Μάιο του 1821. Ακολουθούν, η πρώτη πολιορκία του 1822 (Κιουταχής – Ομέρ Βρυώνης), η δεύτερη, από τη θάλασσα του Αιτωλικού, το 1823, και η λύση της σε διάστημα 70 ημερών. Στη συνέχεια, η πόλη οχυρώνεται με ισχυρό περιτείχισμα και πολεμίστρες, (Μιχαήλ Κοκκίνης-1823 -1824), ενώ, οι μεγάλες περιπέτειες των Μεσολογγιτών, έρχονται γι’αυτούς, στα 1825, που έχουν ν’αντιμετωπίσουν τη μεγάλη πολιορκία απ’τις ορδές των Τουρκαλβανών του Κιουταχή και των Αραπάδων του Ιμπραήμ. Μεγαλύτερη δοκιμασία τους στη στενή πολιορκία, ο λιμός, η πείνα, που τους εξαναγκάζει στην απόφαση της Εξόδου, 10 Απριλίου 1826. Με τα όπλα στα χέρια, όσοι από αυτούς μπορούν, προσπαθούν ν’ανοίξουν δρόμο ανάμεσα στα εχθρικά στίφη, ενώ, στο άκουσμα της κραυγής, «πίσω», οι σκηνές που εξελίσσονται, είναι τραγικές! Οι φωτιές από τις ανατινάξεις στις πυριτιδαποθήκες, φωτίζουν τον τόπο, κι απλώνονται απ’ τη λ/σσα ως το Ζυγό! «…επολέμουν εις τα οσπίτια έως είχον πολεμοφόδια, και όταν τα τελείωναν, έδιδον πυρ εις το οσπίτιον και το έκαιον…», θα γράψει ο Σπυρομήλιος στα απομνημονεύματά του.
Η πόλη, ένας φούρνος αναμμένος, ενώ, η λάμψη από την έκρηξη του Καψάλη, γίνεται ορατή από την Κεφαλονιά, και, τα πολυάριθμα πτώματα, που καίγονται μέσα στις λάσπες, γίνονται, άλλα βορά των κορακιών και άλλα, των άγριων ζώων. Ολόγυρα, σωροί από σπίτια μισοκαμένα, που καταρρέουν…
Και, την αυγή της άλλης μέρας, μετά το χαλασμό της Εξόδου, ο Ιταλός γιατρός του Ιμπραήμ, Αλφόνσο Νούτσο Μάουρο, περιερχόμενος στην καταστραμμένη πολιτεία, και αντικρίζοντας τη μεγάλη καταστροφή, κάνει την πιο ανατριχιαστική περιγραφή του, σε χρονικό που γράφει, και που δημοσιεύει στο Παρίσι του 1836. Λέει, λοιπόν: «Εδώ, ένας άντρας πεσμένος καταγής, βουτηγμένος στο αίμα, με τα μαλλιά του ανάκατα, μ’ένα αμούστακο νέο δίπλα του, νεκρό! Είναι ένας πατέρας, θύμα της πατριωτικής αγάπης και του πατριωτισμού του.
…Εκεί, μια ομάδα από σκοτωμένους άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ολόκληρη οικογένεια, που θερίστηκε με ένα μόνο χτύπημα…Ένα παλικάρι, που κρατάει ακόμα σφιχτά το χέρι μιας κοπέλας, ντυμένη με μεταξωτή πουκαμίσα. Έπεσε υπερασπίζοντάς την!… Πιο κάτω, ένας κλαυθμηρισμός… Μια μάνα νεκρή, κρατώντας στα ξυλιασμένα χέρια της ένα μωρό, με κατσαρά σγουρά μαλλιά, που, μάταια βυζαίνει τον άψυχο μαστό της…
…Και παρακάτω, στου Κιουταχή το στρατόπεδο, γίνεται η αγοραπωλησία! Εδώ, μια ατελείωτη φάλαγγα από γυναίκες και παιδιά, οδηγούνται στη δουλαγορά. Ναι, πραγματικά. Ένας τόπος, πόνου και απελπισίας! Εδώ, εξετάζεται το ανθρώπινο εμπόρευμα σε όλα του σώματος τα σημεία, και, αν του αρέσει του αγοραστή, πληρώνει και παίρνει… Έτσι, η αδερφή, χωρίστηκε από τον αδερφό και το παιδί από τη μάνα! Το παιδί, αρπάζεται δυνατά από τα φορέματά της. Ο αγοραστής, σέρνει βίαια τη μάνα κι ένας άλλος το παιδί. Κι εκείνη, εξαντλημένη από την πείνα, βλέπει με πνιχτούς λυγμούς το παιδί της να της το παίρνουν, εκείνο να κλαίει απελπισμένο, κι αυτή, να μην κάνει τίποτα, ανήμπορη!…
Κι ύστερα, η ανθρώπινη λεία, διασκορπίστηκε, σ’όλες τις περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και κυρίως στη Αίγυπτο, και στις ελεγχόμενες από τον οθωμανικό στρατό περιοχές, Μεθώνη, Κορώνη και Νεόκαστρο, Ήπειρο, Αλβανία, περιοχές, από όπου προέρχονταν τα στρατεύματα, που πολιόρκησαν και πολέμησαν το Μεσολόγγι!
Κι, ανάμεσα στη διασκορπισμένη μεσολογγίτικη αυτή λεία, και τρία μικρά Μεσολογγιτάκια, αδέρφια, της οικογένειας Γαλανού (Κων.Πετρόπουλου-ΣΚΗΝΕΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ).
Ο πατέρας, πέφτει, πολεμώντας σαν λιοντάρι, το βράδυ της Εξόδου, η μάνα, χάνει μέσα στο χαλασμό τα παιδιά της, κι αυτά, σκλαβόπουλα, ακολουθούν τη σκληρή τους μοίρα! Ο Πάνος, ετών 14, μαζί με τον εφτάχρονα Ασημάκη, μπαρκάρουν μ’ άλλους σκλάβους για την Αίγυπτο, ενώ, ο μικρότερός τους, ο Σπύρος, πεντάχρονο αγοράκι, βρέθηκε στην Αρβανιτιά, παρμένο από Αρβανίτη άκληρο, χριστιανό, που το μεγαλώνει σαν παιδί του!
Ο Πάνος, τυχαίνει στην «υψηλή προστασία» του Ιμπραήμ, στην Αίγυπτο, μεγαλώνοντας στην αυλή του Μωχάμετ Άλυ, αντιβασιλιά της Αιγύπτου, και αποκτά με την επίβλεψή του μεγάλη μόρφωση, σπουδάζει αξιωματικός στην εκεί Στρατιωτική Σχολή, ενώ, φτάνει και στο αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών της Αιγύπτου, γνωστός στη χώρα αυτή ως Ζουφλικάρ Πασάς, επωνομαζόμενος και «Μέγας Τελετάρχης των εκάστοτε Ηγεμόνων της χώρας του Νείλου».
Ο εφτάχρονος Ασημάκης, πουλήθηκε στην Αλεξάνδρεια, για 50 χρυσά Ναπολεόνια, στον εκεί Αυστριακό πρόξενο, που τον αγάπησε πολύ, και τον ανέθρεψε σαν αληθινό παιδί του!
Κι η μάνα; Τι απόγινε; Η μάνα, σώθηκε από τη λαίλαπα της Εξόδου και όλη της η ζωή, ήταν δοσμένη στις μεγάλες προσπάθειες που έκανε να βρει τα τρία χαμένα της παιδιά, έχοντας ακράδαντη πίστη στο Θεό, πως, κάποια στιγμή θα τα βρει εν ζωή, αλωνίζοντας ακατάπαυστα για το σκοπό αυτό, Αρβανιτιά, Ασία και Αραπιά!
Κι ω! του θαύματος! Του θαύματος, που επεφύλασσε η μοίρα! Ναι! Ξημέρωσε κάποτε η ευλογημένη από το Θεό μέρα, που η πολύβουη παραλία της Αλεξάνδρειας, είναι γεμάτη από κόσμο! Εκεί, βρίσκεται τυχαία η μάνα, ίσως σταλμένη από το Θεό, να κάνει τη βόλτα της, γυρίζοντας τα μάτια της ολόγυρα, σαν κάτι να ψάχνει, Ναι! Δε χωράει αμφιβολία. Ναι! Ψάχνει στα πρόσωπα των ανθρώπων, που κυκλοφορούν εκεί, κάποιο από τα παιδιά της. Ποιος ξέρει; Ίσως η μοίρα κάτι να της έχει φυλαγμένο εκεί! Και κάνοντας αυτές τις σκέψεις, το βλέμμα της, πέφτει πάνω σε κάποιον, που καμαρωτά καμαρωτά κάνει τον περίπατό του, στην παραλία, με έναν μεγαλύτερο στην ηλικία δίπλα του, που μοιάζει πατέρας του. Και, τότε είναι, που πιάνεται η ανάσα της! Ναι, δε χωράει αμφιβολία! Εκείνα τα μάτια…εκείνο το πρόσωπο, ναι, κάτι της θυμίζει! Και είναι, που κι εκείνος, σταματάει και την κοιτάζει, και είναι που κι εκείνου του πιάνεται η αναπνοή. Και την αναγνωρίζει. Είναι η μάνα του, κι είναι ο Ασημάκης της, έχοντας μεγάλη θέση, στην πολιτεία αυτή, που περπατούν κι οι δυο τους, όπως και ο διπλωμάτης πατέρας του. Και τότε δεν περιγράφεται ό,τι επακολουθεί! Χαράς ανεκλάλητης ξεφωνητά, αγκαλιές, λυγμοί, και σε λίγες μέρες οι δυο τους, παίρνουν το δρόμο για το Μεσολόγγι, χωρίς καν να υποψιαστούν, πως δίπλα τους, εκεί στην Αλεξάνδρεια, ήταν κι ο μεγάλος τους, ο Παναγιωτάκης τους, εκεί, στα μεγαλόπρεπα ανάκτορα της πολιτείας, ο Ζουφλικάρ Πασάς, βουτηγμένος στη χλιδή και στο μετάξι, …τουρκεμένος όμως!
Κι ύστερα…μετά από καιρό, μετά από προσευχές και από έρευνες πολλές και των δύο τους, βρίσκουν και τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας, ο Ασημάκης βρίσκει τα αδέρφια του κι η μάνα τα παιδιά της! Κι όλοι τους, δοξάζοντας το Θεό, πάντα με τη μητέρα τους μαζί πια, ζουν ως το τέλος της ζωής τους, στην Αίγυπτο. Κι εκεί, δημιούργησαν εξέχουσες οικογένειες, μη λησμονώντας τη μητρική τους γλώσσα και την αγαπημένη γενέτειρά τους, το μαρτυρικό τόπο που γεννήθηκαν κι έπαθαν, το Μεσολόγγι. Κι ο Ζουφλικάρ πασάς, ως αξιωματούχος, βοήθησε πολύ το ελληνικό στοιχείο της Αιγύπτου, όπως και μετά το θάνατό του, το 1898, έκανε και ο γιος το, Σαϊτ Πασάς!
Σαν κι αυτή την αληθινή ιστορία κι άλλες πολλές! Κι είναι ιστορίες συνταρακτικές, άγνωστες στους πολλούς. Άγνωστες κι αυτές, της Εξόδου σελίδες, της Εξόδου του Μεσολογγιού, Γης του μεγαλείου, του ηρωισμού, του θαυμασμού! Ενός τόπου, αμίμητου στην ιστορία του ανθρώπινου Γένους. Ενός τόπου, περικυκλωμένου από φως θειϊκό, που επί της κεφαλής του, είναι καθισμένη Δόξα, Δόξα ουράνια κι αμάραντη!


























