«Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι». Με τούτο τον στίχο από το πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Διονυσίου Σολωμού -έργο που επεξεργαζόταν σε όλη τη διάρκεια της ώριμης ποιητικής του περιόδου, έως και τον θάνατό του, και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ- περιγράφεται γλαφυρά η σπουδαιότητα αυτού του μικρού μα συνάμα ιερού τόπου. Η φετινή δισεκατονταετηρίδα από τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826, η οποία σηματοδοτήθηκε από την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου, ζωντανεύει στη συλλογική μας μνήμη τη στιγμή που το «αλωνάκι» του Σολωμού μετέστη σε πνευματικό φάρο ελευθερίας. Ελευθερία η οποία για εμάς τους Έλληνες συνιστά αρχή βιωματική και νοηματοδοτείται όπως αποτυπώνεται στον Επιτάφιο λόγο του Περικλή ως: «τό εύδαιμον τό ελεύθερον, τό δ‘ ελεύθερον τό εύψυχον κρίναντες», η ευτυχία, δηλαδή, ταυτίζεται με την ελευθερία και η ελευθερία με την ανδρεία. Τις αρετές αυτές κήρυξαν urbi et orbi και μετουσίωσαν σε υπέρτατη πράξη αυτοθυσίας εκείνο το βράδυ οι Εξοδίτες.

Η ιστορική διαδρομή του Μεσολογγίου προς την αθανασία υπήρξε μακρά και πολυτάραχη. Θεμελιωμένο στη σκιά της αρχαίας Πλευρώνας -της σπουδαίας πόλης της Αιτωλίας που μνημονεύεται ήδη από τον Όμηρο- και αναδυόμενο στα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας, το «Mezzo Laghi» των Βενετών ναυτικών, όπως κατονομάζεται για πρώτη φορά από τον Βενετό ιστορικό Paolo Paruta στο έργο του για τη Ναυμαχία του Λεπάντο του 1571, εξελίχθηκε σε μια εύρωστη εμπορική πολιτεία και ένα κομβικό λιμάνι της ευρύτερης περιοχής, φανερώνοντας τη γεωστρατηγική του σημασία. Αυτή η οικονομική ακμή συνέβαλε καθοριστικά στη μετέπειτα ανάδειξη του Μεσολογγίου σε πνευματικό επίκεντρο της Δυτικής Ελλάδος. Ο πόθος για ελευθερία εκδηλώθηκε ήδη από το 1770, όταν η πόλη επαναστάτησε και καταστράφηκε ολοσχερώς κατά τα Ορλοφικά, προμηνύοντας το βαρύ τίμημα που θα καλούνταν να καταβάλει ξανά για την εθνική ανεξαρτησία.
Το Μεσολόγγι επανήλθε στον εθνικό αγώνα για ελευθερία στις 20 Μαΐου 1821, αναλαμβάνοντας τον καίριο ρόλο του πολιτικού και στρατιωτικού κέντρου της Δυτικής Ελλάδος. Κορυφαία στιγμή αυτής της οργάνωσης υπήρξε, λίγους μήνες αργότερα, στις 9 Νοεμβρίου 1821, η ίδρυση του «Οργανισμού της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» από την τοπική Συνέλευση, υπό την προεδρία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Το άρτιο κείμενο αυτό δεν αποτέλεσε απλώς μια προσωρινή διοικητική δομή, αλλά υπήρξε η πρωτογενής έκφραση της έμφυτης τάσης των Ελλήνων προς τον συνταγματισμό, αναδεικνύοντας τη βούληση για τη συγκρότηση ενός ευνομούμενου κράτους, θεμελιωμένου στις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Η στρατηγική σημασία της πόλης την κατέστησε στόχο διαδοχικών πολιορκιών που σφράγισαν την τύχη του Αγώνα. Η πρώτη πολιορκία το φθινόπωρο του 1822 από τους Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή έληξε με την αποτυχία της εχθρικής εφόδου τη νύχτα των Χριστουγέννων, ενώ το 1823 η πόλη αποκλείστηκε εκ νέου από τον Μουσταή Πασά κατά την διάρκεια της πολιορκίας του Αιτωλικού, η οποία τελικά τερματίστηκε και μετά την ήττα των Οθωμανών στο Κεφαλόβρυσο. Η πόλη, ωστόσο, όσο η ψυχή των υπερασπιστών της κρατιόταν αλώβητη, παρέμενε απόρθητη.
Το 1825 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ επανήλθε αποφασισμένος πια, αναθέτοντας στον Κιουταχή την οριστική κατάληψη της πόλης σε σύμπραξη με τον Ιμπραήμ. Ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, ο Κιουταχής έφθασε προ του Μεσολογγίου στις 15 Απριλίου 1825, εγκαινιάζοντας την δεύτερη και μεγάλη πολιορκία. Παρά τον εμφύλιο, οι 12.000 ψυχές της πόλης αντιστέκονταν καρτερικά επί ένα έτος. Την άμυνα οργάνωσε τριμελής επιτροπή υπό τους Ι. Παπαδιαμαντόπουλο, Δ. Θέμελη και Γ. Καναβό. Η κατάσταση ωστόσο έφθασε σε οριακό σημείο, καθώς ο λιμός αναδείχθηκε σε αμείλικτο πολιορκητή· όσοι εγκλωβίστηκαν στην πόλη σιτίζονταν ακόμη και με φύκια ή ποντίκια. Υπό αυτές τις αβάσταχτες συνθήκες και όπως αποτυπώνεται στην επίσημη Απόφαση της Εξόδου που συντάχθηκε στις 10 Απριλίου 1826, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι διακηρύσσοντας πως: «ἐκπληρώσαμεν τὰ χρέη μας ὡς πιστοὶ στρατιῶται τῆς πατρίδος εἰς τὴν στενὴν πολιορκίαν ταύτην…» έλαβαν την τελική απόφαση. Η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς την Κυριακή των Βαΐων, 10 προς 11 Απριλίου 1826, ορίστηκε ως η στιγμή της μεγάλης Εξόδου. Οι δυνάμεις χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες υπό τους Δ. Μακρή, Ν. Μπότσαρη και Κ. Τζαβέλα. Αφού εκτέλεσαν τους αιχμαλώτους και άφησαν πίσω τους ανήμπορους τραυματίες και γέροντες, επιχείρησαν να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές. Δυστυχώς, το σχέδιο είτε προδόθηκε είτε απέτυχε στην εφαρμογή, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του Ιμπραήμ να κατασφάξουν τους αγωνιστές, ενώ ταυτόχρονα εχθρικά τμήματα εισέβαλαν στην πόλη προβαίνοντας σε γενικευμένη σφαγή που μεταστοιχειώθηκε σε παγκόσμιο ηθικό σύμβολο ελευθερίας.
Οι περίπου 1.500 διασωθέντες, οι οποίοι μετά την ηρωική Έξοδο κατέφυγαν στον Ζυγό και την Άμφισσα, κατέστησαν ζωντανοί μάρτυρες ενός έπους που συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη, αποδεικνύοντας πως η πτώση της πόλης δεν σήμανε το τέλος, αλλά την ηθική δικαίωση της Επαναστάσεως. Η θυσία αυτή αποτέλεσε την κορύφωση του Αγώνα, μετά τα δράματα της Χίου και των Ψαρών, γεννώντας ένα πρωτοφανές κύμα φιλελληνισμού που μετέτρεψε τον Αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία σε οικουμενικό σύμβολο. Η παρουσία και ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνα μαζί με το έργο των λογίων εκφραστών του ευρωπαϊκού πνεύματος του Ρομαντισμού άσκησαν τέτοια ηθική πίεση στις Μεγάλες Δυνάμεις, που οδήγησε νομοτελειακά, το 1827, στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου· μια εξέλιξη που δεν θα είχε υπάρξει χωρίς το Μεσολόγγι. Εξάλλου, «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή, θέλει νεκροί χιλιάδες να ’ναι στους τροχούς, θέλει και οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους» γράφει εμβληματικά ο Οδυσσέας Ελύτης στο κορυφαίο ποίημα του 20ού αιώνα Άξιον Εστί, υπενθυμίζοντάς μας πως η ανεξαρτησία απαιτεί την απόλυτη υπέρβαση και αποτελεί sine qua non προϋπόθεση της εθνικής μας ελευθερίας.
Η ιστορία του Μεσολογγίου αποτελεί έκτοτε ένα διαρκές μάθημα αυτογνωσίας που μας καλεί να αναλογιστούμε το χρέος μας απέναντι στην Ιστορία, υπενθυμίζοντας πως η δημοκρατία και η εθνική κυριαρχία απαιτούν διαρκή εγρήγορση, καθώς η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται με θυσίες και διατηρείται με αρετή. Σε μια μακρά πορεία όπου ο διχασμός και ο φθόνος των Ελλήνων λειτούργησαν διαχρονικά ως τροχοπέδη, από τον Τρωικό Πόλεμο μέχρι τις σκοτεινές στιγμές των εμφυλίων σπαραγμών της νεότερης ιστορίας μας, η μόνη ουσιαστική διέξοδος παραμένει η ενότητα και ο αλληλοσεβασμός. Μέσα από αυτή την ενότητα αναδεικνύεται η πραγματική ανδρεία που οφείλουμε να επιδείξουμε ως Έλληνες για να παραμείνουμε ελεύθεροι, νικώντας τον φόβο που οδηγεί στην υποταγή, κατά τον τρόπο που μας διδάσκει ο Ανδρέας Κάλβος στην ωδή του Εις Σάμον:
«Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται, ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι· θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην ἡ ἐλευθερία».
Μάρκος Ν. Ρεντζούλας,
Δημοσιολόγος, μεταπτυχιακός φοιτητής Δημοσίου Δικαίου Νομικής Αθηνών




























