Αγγελίες    Επικοινωνία

H Δικαιοσύνη στο πολιορκημένο Μεσολόγγι

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Για την Δικαιοσύνη στο πολιορκημένο και κατ’ επέκταση επαναστατημένο Μεσολόγγι, με επιστημονική προσέγγιση, μίλησε ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Μεσολογγίου Χρήστος Παΐσιος σε εκδήλωση στο Τρικούπειο, στο πλαίσιο των Γιορτών Εξόδου.

Για πρώτη φορά ο Δικηγορικός Σύλλογος συμμετέχει ενεργά στις Γιορτές με εκδήλωση που αναφέρεται στο δικό του αντικείμενο που συνδέεται και με τα χρόνια της Επανάστασης. Η ομιλία του κ. Παΐσιου εκτός από την επιστημονική προσέγγιση είχε και έναν συγκινητικό χαρακτήρα καθώς ο ομιλητής έκανε και μια ιστορική αναδρομή με πολύ παραστατικό τρόπο.

Ιερά Πόλις Μεσολογγίου Ηρωική πολιορκία και Hρωική έξοδος.

Ανεξάντλητη η ιερότητα, ανεξάντλητο το μεγαλείο, ανεξάντλητη όμως και η έρευνα σε κάθε πτυχή του μεγαλείου αυτού. Είναι θαυμασμού και απορίας άξιο, πως σε μια περιορισμένη χρονικά περίοδο, λιγότερο από 12 μήνες πολιορκίας, δημιουργήθηκε ένα τέτοιας εμβελείας και μεγέθους πανελλήνιο και παγκόσμιο σύμβολο.

Το μεγάλο ηρωικό δράμα που κατέληξε σε μία τραγωδία πανηγυρική, που υψώθηκε με μία λάμψη ανέσπερη, σε μια αίγλη υπερκόσμια, δίνει μόνο του την απάντηση. Η θυσία, η υπέρτατη θυσιαστική προσφορά στην πίστη, στην ελευθερία, στην δικαιοσύνη, στα πανανθρώπινα ιδανικά, η απόφαση για απόλυτη αντιπαράθεση, η ασυμβίβαστη ρήξη με το κακό, το σκότος, την δουλεία, την βαρβαρότητα, αυτά το κατέστησαν ιερό και παγκόσμιο σύμβολο.

Είναι ανεξάντλητη λοιπόν πηγή το Μεσολόγγι. Ήδη από το 1826, ίδιες μέρες όπως τώρα, έως και σήμερα και ενώ το αίμα, τα ερείπια και ο υπέρτατος αγώνας εμπνέουν και κεντρίζουν, και δημιουργούν θαυμασμό αλλά και απορία και άγουν στην ανάγνωση των ιστορικών κειμένων, των απομνημονευμάτων, στην έρευνα των λοιπών στοιχείων και τεκμηρίων, τούτο μένει ανεξάντλητο, υψηλό, μέγα θαύμα κι όσο κι αν ερευνάται, όσο κι αν προσεγγίζεται, όσο κι αν μελετάται, όμοια σαν ένα Ευαγγέλιο, όχι μόνο του έθνους αλλά και της ανθρωπότητας, εκστασιάζει, διαχρονικά δημιουργεί έλξεις και όχι έξεις, δημιουργεί θέλγητρα. Καθιστά όποιον το προσεγγίσει, έστω και τυχαία, κοινωνό ενός υπερκόσμιου μεγαλείου και ενός πανανθρώπινου παραδείγματος.

Ιερό λοιπόν και ανεξάντλητο το Μεσολόγγι. Ο ηρωισμός του, η θυσία, το μεγαλείο του σε κάθε πτυχή. Οι κρουνοί της μελάνης και τα εκατομμύρια σελίδων επιστημονικής μελέτης ακόμη, δεν μπόρεσαν πλήρως να αποκρυπτογραφήσουν το μεγαλείο του, το θαύμα. Γιατί τούτο, έργο όντας ανθρώπων του πάθους, των υψηλών ιδανικών, αλλά πρωτίστως της ποιότητος, κατ’ εξοχήν της πίστης της απόλυτης στα υπέρτατα αγαθά και αξίες, ξέφυγε από τα χέρια τους και από έργο ανθρώπινο κατέστη μεγαλείο πανανθρώπινο.

Άξια θαυμασμού από όλους τυγχάνει και η ιδιαίτερη πτυχή της λειτουργίας, της πολιτείας, της κοινωνίας, του επαναστατημένου και πολιορκημένου Μεσολογγίου, ολόκληρη την περίοδο του υπέρτατου αγώνος, έως την Ηρωική Έξοδο. Την Ηρωική Έξοδο τονίζω, γιατί με αυτή είναι συνυφασμένη η έννοια του Μεσολογγίου, του τόπου της Ιεράς Πόλεως και σε καμία περίπτωση με την πτώση. Πουθενά δεν ακούστηκε η πτώση του Μεσολογγίου, παγιώθηκε δικαίως μόνον η ηρωική Έξοδος, γιατί το Μεσολόγγι κατέστη Ιερός Τόπος, είναι ιδέα, είναι παράδειγμα προς μίμηση, είναι κάτι πάνω από τα γήινα και τα ανθρώπινα και έτσι κέρδισε αιώνια την μάχη με την φθορά και συνεπώς δεν του έχει προσαφθεί μετά την Ηρωική Έξοδο, την ηρωική άνοδο, την ηρωική εξαΰλωση ποτέ και καμία πτώση.

Μνημονεύουμε όλοι, πρωτίστως εμείς που είμαστε, που ζούμε, που αξιωθήκαμε, που βιώνουμε, που αναπνέουμε αυτόν τον τόπο και που έχουμε καταστεί θεματοφύλακες του μεγαλείου του, αλλά και όλοι οι Έλληνες, οι ελεύθεροι άνθρωποι που κλίνουν το γόνυ ευλαβικά όχι ως απλοί προσκυνητές, αλλά ως συμμέτοχοι στην πίστη, στην θυσία, και τον ηρωισμό. Σε τούτο το Αλωνάκι αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, όλοι οι Έλληνες όπου γης, εκτός και εντός συνόρων, Ελληνόφωνοι και μη αλλά και φιλέλληνες. Στην υπέρτατη λάμψη του κρατούν στα επουράνια αιώνιες αναστάσιμες λαμπάδες, όλοι όσοι έπεσαν, με όποιο τρόπο στον ηρωικό αγώνα της πολιορκίας και στην Ηρωική Έξοδο, αλλά και αυτοί οι λίγοι που έζησαν, που ομολόγησαν, που μαρτύρησαν και που η συμμετοχής τους, μόνο και μόνο στον αγώνα του Μεσολογγίου, τους κατέστησε ήρωες και άξια μέλη της αιώνιας χωρίας των λοιπών αγωνισαμένων και ηρωικώς πεσόντων έως, κατά, άλλα και μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου.

Μία λοιπόν από τις πολλές πτυχές αυτού του μεγαλείου του πολιορκημένου Μεσολογγίου, αλλά και κατ’ επέκταση και του επαναστατημένου Μεσολογγίου, ως μοναδικής και αναμφισβήτητης έδρας της διοικήσεως της επαναστατημένης Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, αποτελεί και η λειτουργία της Δικαιοσύνης σε κάθε επίπεδο. Με τούτο ασχολήθηκαν πολλοί επαΐοντες κατά καιρούς και ιδιαίτερη μνεία ποιούμαι στο Μεσολογγίτη Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου αείμνηστο Σπύρο Κανίνια, που ερεύνησε βιβλιογραφικώς το θέμα και συγκέντρωσε το σύνολο σχεδόν των στοιχείων που αφορούν σε αυτό το θέμα.

Όμως ας προσεγγίσουμε επικαίρως λόγω των ημερών, την Δικαιοσύνη στο πολιορκημένο και κατ’ επέκταση επαναστατημένο Μεσολόγγι, όχι τόσο με απλή γνωσιολογική, επιστημονική προσέγγιση, αλλά με προσέγγιση συναισθηματική, προσκυνηματική, ηρωική, ως ένα διαρκές μνημόσυνο, ως λίγο λάδι στο καντήλι της μνήμης της Δικαιοσύνης. Οφειλώμενη ενέργεια από εμάς τους λειτουργούς και συν λειτουργούς της θέμιδος, που έχουμε την τιμή να συνεχίζουμε αυτό που άρχισαν οι ήρωες εκείνοι της Δικαιοσύνης με ανυπέρβλητες δυσκολίες, υπεράνθρωπες προσπάθειες, ασυμβίβαστη και απόλυτη πίστη στην ελευθερία, πρωτίστως την Δικαιοσύνη, τον υπέρτατο θεματοφύλακά της και σε όλα τα πανανθρώπινα ιδανικά.

Αυτοί που έθεσαν τις βάσεις, που υπηρέτησαν εδώ την Δικαιοσύνη, που δημιούργησαν, εξέδωσαν εδώ νομικά κείμενα, κώδικες, οδηγίες, τις λειτούργησαν μέχρι τέλος, τις υπεράσπισαν και οι περισσότεροι από αυτούς γνωστοί και άγνωστοι τις σφράγισαν με το αίμα τους , τον ηρωικό αγώνα και την θυσία τους στην πολιορκία και την ηρωική Έξοδο.

Ας αρχίσουμε λοιπόν με μια σύντομη και ουσιαστική ιστορική προσέγγιση, εξετάζοντας την Ι.Π. Μεσολογγίου, ως κοιτίδα τής Ελληνικής Δικαιο­σύνης αρχικώς σε ολόκληρη την επαναστατημένη Ελλάδα.

Εδώ λοιπόν ιδρύθηκαν και λειτούργησαν δικαστήρια διαφόρων δικαιοδοσιών. Εδώ ιδρύθηκε και λει­τούργησε ειδικό δικονομικό και οδηγητικό Δικαστήριο. Εδώ εκδόθηκαν Νομικά βιβλία και δημοσιεύθηκαν νομικές διατριβές. Εδώ πράγματι δοξάσθηκε η Δικαιοσύνη, στο Μεσολόγγι και για αυτό την τιμούμε και σήμερα ειδικά από αυτό εδώ το βήμα ως Δικηγορικός Σύλλογος Μεσολογγίου. Η επανάσταση λοιπόν της Δυτικής Ελλάδος κηρύχθηκε εδώ τον Μάϊο του 1821.

Μετά δύο μήνες ήλθε στο Μεσολόγγι από την Ευρώπη ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος. Έφερε μαζί του χρήματα και τυπογραφείο. Τον "συνόδευαν" νέοι Έλληνες ομογενείς σπουδαστές του εξω­τερικού. Στις 4 Νοεμβρίου 1821 συγκροτήθηκε εδώ στο Μεσολόγγι η συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Τα προβλήματα κοινωνικά και διοικητικά στην επαναστατημένη Δυτική Ελλάδα ήταν πάρα πολλά, ιδιαιτέρως όσο αφορούσαν στην απονομή του Δικαίου «...είχε και άφευκτον επόμενον την αναρχίαν, κακόν τοσούτον φοβερότερον, όσον ο πολυχρόνιος βαρβαρικός ζυγός είχε βλάψει την ηθικήν κατάστασιν των Ελλήνων».

Η συνέλευση ψήφισε τον Οργανισμόν Δυτ. Χέρσου Ελλάδος, είδος προσωρινού Συντάγματος.

Στον Οργανισμό αυτόν διατυ­πώθηκε πρώτη φορά πανελληνίως και το σπουδαίο αίτημα για την οργάνωση της Δικαιοσύνης:

«Μέχρι του τακτικού διοργανισμού των Κριτηρίων, η Γερουσία διορίζει προσωρινώς τους θεωρητάς των εγκληματικών και πολιτικών διαφορών. Διά να εκτελώνται τακτικώς αι κρισολογίαι, τόσον πολιτικαί όσον και εγκληματικαί. Η Γερουσία θέλει εκδώσει μια προσωρινή διάταξιν, ήτις θέλει έχει το κύρος μέχρι του σχηματισμού των τακτικών Κριτηρίων». Με τον Οργανισμό αναγνωρίσθηκε στην Γερουσία και ανώτατη δικαστική δικαιο­δοσία «...να κρίνει τα εγκλήματα των επιβουλών εναντίον τής πατρίδος».

Την βασική δικαστική δικαιοδοσία αρχικώς διατήρησαν οι Προεστοί κάθε κοινό­τητας και χωρίου, τους οποίους θα εξέλεγαν «οι γέροντες και εν υπολήψει κάτοικοι». Στους Προεστώτες ανατέθηκε και «ο συμβιβασμός των εμπιπτουσών διαφορών και κρίσεων..».

Δηλαδή πραγματικά το πλέον πρώτιστο και σπουδαίο αίτημα για την οργάνωση της Δικαιοσύνης διακηρύχθηκε επίσημα το 1821 για πρώτη φορά εδώ στο Μεσολόγγι με ίσως στοιχειώδεις αλλά πάντως συγκεκρι­μένες διατάξεις, στον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Όμως και έτσι ακόμα αδιαμφισβήτητα παραμένει το ιστορικό γεγονός των πρωτείων του Μεσολογγίου ως προς την πρώτη «πολιτευματικήν» διακήρυξη για την οργάνωση της Δικαιοσύνης.

Μετά από εδώ, στο Σύνταγμα της Επιδαύρου προβλέφθηκε ν’ ανατεθεί σε άνδρες «των ο­ποίων η αρετή να είναι εγνωσμένη», το έργο της συντάξεως Κωδίκων Νόμων πολι­τικών, εγκληματικών (ποινικών δηλαδή) και εμπορικών. Διατυπώθηκε τότε η περίφημη επιφύλαξη: «άχρι της κοινοποιήσεως των ειρημένων Κωδίκων, αι πολιτικαί και εγκληματικαί διαδικασίαι βάσιν έχουσι τους Νόμους των αειμνήστων Χριστιανών ημών Αυτοκρατόρων και τους παρά του Βουλευτικού και Εκτελεστικού Σώματος εκδιδομένους νόμους». Από αυτό διαπιστώνουμε τον άρρηκτο σύνδεσμο και την πνευματική συνέχεια των επαναστατημένων Ελλήνων με το Βυζάντιο. Επίσης τότε προβλέφθηκε η σύσταση Δικαστηρίων και μέσα στο 1822 εκδόθηκαν διαδοχικώς ο νόμος ΙΒ' περί Οργανισμού των Ελληνικών Επαρχιών και ο νόμος ΙΙ με τον τίτλο «Διάταξις Δικαστηρίων».

Σε κάθε Κοινότητα λοιπόν την Δικαιοσύνη απονέμει ο Ειρηνοποιός Κριτής, ο όποιος δικάζει πολιτικές υποθέσεις αξίας μέχρι 100 γροσιών. Ο ίδιος ως Επανορθω­τικός Κριτής δικάζει σε πρώτον βαθμό και ποινικές υποθέσεις, ήτοι «...τας ύβρεις, τας συμπλοκάς, αι οποίαι δεν προχωρούν μέχρι πληγών και βαρέων κτυπημάτων, τας εν ημέρα γινομένας κλοπάς...» και άλλες παραβάσεις. Ομιλούμε δηλαδή όπως καταλαβαίνετε για τον σημερινό Ειρηνοδικείο και τον Ειρηνοδίκη και το μονομελές πλημμελειοδικείο.

Σε κάθε Αντεπαρχία (σύνολο Κοινοτήτων) ιδρύεται τριμελές δικαστήριο με τον τίτλο Πρώτον Δικαστήριον, που κρίνει σε πρώτο βαθμό πάντοτε εκκλητώς κάθε πολιτική και εμπορική διαφορά και σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των απο­φάσεων των Ειρηνοποιών Κριτών. Το Δικαστήριο τούτο δεν έχει ποινική δικαιοδο­σία, αλλά προσωρινώς και μέχρι της συστάσεως ειδικών Εγκληματικών Δικαστη­ρίων ενεργεί μόνον την ανάκριση «προθεώρησιν» των ποινικών υποθέσεων.

Σε κάθε Επαρχία (σύνολο Αντεπαρχιών), ιδρύεται Δικαστήριον των Εκκλήτων, πού δικάζει, τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πρώτου Δικαστηρίου και προσωρινώς όλες τις ποινικές υποθέσεις ανεκκλήτως. Μόνον όταν επιβάλλει ποινή «κεφαλικήν ή σχεδόν κεφαλικήν» (δηλαδή, ποινή θανάτου ή σωματι­κής κακώσεως) ο καταδικασθείς έχει, δικαίωμα εφέσεως ενώπιον του Γενικού τής Ελλάδος Δικαστηρίου.

Το Απάνθισμα των Εγκληματικών, ήταν ο πρώτος ελληνικός ποινικός κώδι­κας, που κατάρτισε Επιτροπή λογίων και άρχισε ενιαία να ισχύει από τα μέσα τού 1824 με τον τίτλο «Περί αμαρτημάτων και ποινών».           

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς πόσον δυσχερής ήταν κατά τα χρόνια εκείνα της Ελληνικής Επαναστάσεως η λειτουργία γενικώς των Δικαστηρίων και ιδιαιτέρως των Ποινικών, καθώς και η εκτέλεση των αποφάσεων, αφού υπήρχε σε εξέλιξη ένοπλος σκληρός αγώνας, κατά του εχθρού εσωτερικές ρήξεις και αναρχία.

Αρχικά λοιπόν όπως παντού στην επαναστατημένη Ελλάδα, έτσι και στο Μεσολόγγι, κατά τα πρώτα έτη 1821 και 1822, η απο­νομή της Δικαιοσύνης ήταν κυρίως έργο των Προεστών, που χαρακτηρίσθηκε από τον Οργανισμό της Προσωρινής Διοικήσεως ως «χρέος και δικαίωμά τους». Βεβαίως και η Εκκλησία διατήρησε την κατά πανελλήνια παράδοση δικαιοδοσία της, ειδικότερα σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Επίσης ίσχυε και ο λαϊκής καταγωγής ουσιαστικός θεσμός της «αιρετοκρισίας», δη­λαδή μπορούσαν οι διάδικοι ν’ αναθέτουν την λύση των διαφορών τους σε διαιτητάς, που ονομάζονταν αιρετοκριταί.

Σώζεται μάλιστα το σχέδιο μιας αποφάσεως του Άλεξ. Μαυροκορδάτου, που αναφέρεται σε αι­ματηρή συμπλοκή μεταξύ Σουλιωτών και Μεσολογγιτών που συνιστά περίπτωση άτυπης απονο­μής Δικαιοσύνης. Αρχίζει με την φράση «Εξετάσαντες την διαφοράν...», επιβάλλει ορισμένες «πράξεις» αποζημίωση, απόδοση αρμάτων, κ.λπ. και επίσης ορίζει «να δώσουν τα δύο μέρη έγγραφα, ότι δεν θέλουν πειράξει ένας τον άλλον, τα όποια θα στέκονται εις την Διοίκησιν».

Κατόπιν τον Φεβρουάριο 1823 ιδρύθηκε εδώ στο Μεσολόγγι , το Πρώ­τον Δικαστήριον Αιτωλίας και ως δικασταί η «κριταί» διορίσθηκαν οι Μεσολογγίτες: Στάμος Στάικος, Βασίλειος Ψωμάκης και Παναγιώτης Βασιλάκης. Στο διοριστήριο έγγραφο, πού εκδόθηκε από την Προσωρινή Διοίκηση αναγραφόταν ότι οι παρα­πάνω δικασταί «...θέλουν ενεργεί όσα ανήκουν εις το τοιούτον επάγγελμα, κατά τον περί Δικαστηρίων νόμον και Οργανισμόν». Θα πρέπει να υποθέσομε ότι ταυ­τοχρόνως διορίσθηκε στο Μεσολόγγι και Ειρηνοποιός Κριτής. Όμως το σχετικό διοριστήριο έγγραφο φέρεται κατά ένα έτος μεταγενέστερο σωζόμενο και αφορά διορισμό ως Ειρηνοποιού Κριτού του Μεσολογγίτη Σπύρου Πεταλούδη, ο οποίος αναφέρεται σε πολλές αποφάσεις και ο οποίος έπεσε ηρωικά πολεμώντας στο Βασιλάδι. Εξάλλου Δημόσιος Νοτάριος της «νοταριακής καγκελαρίας» του Μεσολογγίου, συμβολαιογράφος, φέρεται από το 1824 ο Σταθάκης Παλαμάς, ο οποίος και αυτός έπεσε ηρωικά στην Έξοδο.

Κατόπιν το Δικαστήριον των Εκκλήτων ιδρύθηκε εδώ στο Μεσολόγγι τον Ιανουάριο 1824. Στην θρυλική τοπική εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά κύρια πηγή όλων των τεκτενομένων και των νομικών. Στο φύλλο της 2 Φεβρουάριου 1824 αναφέρεται σχετικώς : «... Επειδή μέχρι της σήμερον διωρίζοντο διά τας εκκλήτους επιτροπαί, πράγμα το όποιον εις την Διοίκηση έφερε πολλάς δυσχερείας, έσυστήθη εις ταύτην την πόλιν και Δικαστήριον των Εκκλήτων, συγκείμενον από επτά μέλη. Τούτο εκτός των εκκαλουμένων εις αυτό υποθέσεων και των εγκληματικών, θέλει κρίνει και τας λείας των θαλασσίων καταδρομέων - κουρσάρων». Ως κριταί στο Δικαστήριο τού­το, όπως δείχνεται από τις πρώτες αποφάσεις του, διορίσθηκαν οι Μεσολογγίτες: Αναστάσιος Παλαμάς, Αναγνώστης Τζιτζώνης, Αθανάσιος Ραζής, Στάμος Στάικος, Νικόλαος Καρμπούνης, Αναστάσιος Παπαλουκάς και Παναγιώτης Βασιλάκης. Από τους παραπάνω καταλόγους διαπιστώνεται ότι οι δικασταί του Πρώτου Δικαστηρίου Στάικος και Βασιλάκης εμφανίζονται ήδη ως μέλη του Δικαστηρίου των Εκκλήτων. Πρέπει να υποτεθεί ότι πρόκειται για «αναπλήρωση». Πάντως ως δικασταί του Πρώτου Δικαστηρίου εμφανίζονται σε επόμενες αποφάσεις και οι Αλέξιος Τζιμπουράκης και Γιαννάκης Μπάλμπης, πατέρας των Ζαφειριού - Ζη­νόβιου και Δημητριού Βάλβη, πού αργότερα διακρίθηκαν στην δημοσία ζωή του ελευθέρου Ελληνικού Κράτους.

Δίκαια απορεί κανείς, πως σώθηκαν στοιχεία και έγγραφα μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της Ηρωικής Εξόδου.

Η διάσωση ορισμένων αποφάσεων και άλλων δικαστικών εγγράφων οφείλεται κυρίως στο ότι τα πρωτότυπα ή αντίγραφά τους «ίσα απαράλλακτα τους πρωτότυπα» διαβιβάσθηκαν στο Μινιστέριον του Δικαίου, (Υπουργείο Δικαιοσύνης) στο Ναύπλιο είτε υπηρεσιακώς από τα Δικαστήρια του Μεσολογ­γίου, είτε από τούς διαδίκους, που συνήθως τα υπέβαλαν με αναφορές παραπόνων κλπ. Τα περισ­σότερα από τα έγγραφα αυτά έχουν ήδη δημοσιευθεί, με χρονολογική σειρά, από τον ιστοριοδίφη Ιακ. Βισβίζη στο παράρτημα του βιβλίου του «Η Πολιτική Δικαιοσύνη κατά την Ελλη­νικήν Επανάστασιν, Αθήναι 1941».

Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πρώτου Δικαστηρίου στο επαναστατημένο Μεσολόγγι, την έδρα της Διοικήσεως της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, εκδικάζονταν από πέντε πολίτες (αίρετοκριτάς), που όριζε η τριμελής Διευθυντική Επιτροπή ή Επιτροπή των Αρμοστών της Δυτικής Xέρσου Ελλάδος.

Φαίνεται όμως ότι οι πολιτικές δίκες έπληθύνονταν και μάλιστα συνέβαινε να επαναφέρονται για νέα κρίση ορισμένες παλαιές υποθέσεις, πού είχαν οπωσδή­ποτε τακτοποιηθεί επί Τουρκοκρατίας. Διότι και επί Τουρκοκρατία με τις όποιες μεγάλες αδικίες και την διαφορετική φιλοσοφία δικαίου λειτουργούσε ο θεσμός της Δικαιοσύνης, εκδίδονταν αποφάσεις, δημιουργούσαν δεδικασμένα και υπολείπεται πάρα πολύ η επιστημονική έρευνα στον τομέα αυτό, που αφορά σε μια τεράστια περίοδο 400 ετών, και χρίζει ειδικής μελέτης. Τούτο ανάγκασε τους Γ. Πραίδη, Τ. Μαγγίνα και Ί. Μάγερ, που συγκροτούσαν την Διευθυντική Επιτροπή, να απευθύνουν αναφορά (7 Σεπτεμβρίου 1824) προς το Υπουργείο του Δικαίου. Στην αναφορά γίνεται επίκληση κάποιας «Διαταγής», που υποτίθεται ότι απαγόρευε την ανακίνηση παλαιών υποθέσεων. Διατυπώνεται λοιπόν η παράκληση να αποσταλεί «όσον τά­χος» η Διαταγή αυτή, διότι «... άρχισε ο Κόσμος και ανακινά τόσας παλαιάς διαφοράς αι οποίαι προξενούν σύγχυσιν και απορίαν εις την τοπικήν διοίκησιν..». Η επικαλουμένη Διαταγή ασφαλώς θα είναι το Νούμερο 68 Προβούλευμα του Βου­λευτικού τής18 Μαρτίου 1822, που όριζε: «... όλαι αι κρίσεις και αποφάσεις, οσαι εγένοντο εν καιρώ τής καταργηθείσης Τουρκικής δυναστείας κατά το παρόν να μη θεωρώνται, ούτε άναφοραί περί τούτων να είναι δεκτές, έως ότου διορισθεί το δικανικόν Δικαστήριον και να εκδοθεί ο περί τούτου νόμος...».

Περαιτέρω υπάρχουν στοιχεία ότι στο Μεσολόγγι λειτούργησε ήδη από το έτος 1822 Δικαστήριον Θαλάσσιον (ή Λειών ή Λειοδικείον). Έργο του Δικαστηρίου τούτου ήταν (όπως είναι και σήμερα) να αποφασίζει σε περιπτώσεις εμπολέμου καταστάσεως για την νομιμότητα ασκήσεως εκ μέρους των εμπολέμων του δικαιώματος τους να προβαίνουν σε σύλληψη εμπορικών πλοίων και σε κατάσχεση των φορτίων τους. Τέτοιες συλλήψεις και κατασχέσεις ενεργούσαν οι Έλληνες εναντίον εχθρικών ή ουδετέρων πλοίων, όταν αυτά έπλεαν σέ «αποκλεισμένες» θαλάσ­σιες περιοχές.

Η Γερουσία της Δ.Χ. Ελλάδος την 24 Απριλίου 1822 διακήρυξε «εκ του Παλατιού εν Μεσολογγίω» γενικό θαλάσσιο αποκλεισμό όλων των λιμένων και παραλίων από τον Αμβρακικό ως την είσοδο του Κορινθιακού Κόλπου. Σύμφωνα με την Διακήρυξη, ο αποκλεισμός επιβλήθηκε «διά να εμποδισθούν οι καταχρή­σεις, τας όποιας τίνες μεταχειρίζονται, εναντίον των δικαίων των εθνών, με βλάβην ου μικράν του Ελληνικού γένους εν τω πολέμω, εις τον όποιον ευρίσκεται μετά της Οθωμανικής Δυναστείας». Και τότε αναγνωρίζεται στα ελληνικά πλοία πρώτη φορά το δικαίωμα νηο­ψίας, δηλαδή: «…να κράζουν και να ερευνούν κάθε πλοίον οπού ήθελον καθ’ οδόν απαντήσει, οποιασδήποτε σημαίας...». Στην ίδια Διακήρυξη αναγγέλλεται ότι θα ορισθεί στο Μεσολόγγι «Επιτροπεία... διά να δικάζει τα ευρεθησόμενα ένοχα πλοία...».

Στις 14 ’Απριλίου 1823 λοιπόν το δικαστήριο αυτό εξέδωσε σχετική απόφαση, όπως αναφέρεται στο κείμενό της : «Η διορισθείσα παρά της Γενικής Αρμοστείας της Δ.Χ. Ελλάδος Επιτροπή προς εξέτασιν και απόφασιν της γενομένης λείας...». Επρόκειτο για το αυστριακό πλοίο «Άγιος Μάρκος», που το συνέλαβαν οι 'Έλληνες, εξερχόμενο «από τα εχ­θρικά φρούρια του κόλπου της Ναυπάκτου, εις δούλευσιν του εχθρού...τόσον διά επισιτισμών... όσον και διά μετακόμισιν τροφών...και στρατευμάτων...»(η οποία Ναύπακτος ήταν η έδρα της Τουρκικής Διοικήσεως του Πασαλικίου και η οποία διατηρήθηκε απόρθητη ως ισχυρότατο οχυρό υπό Οθωμανική κυριαρχία έως το τέλος του αγώνα). Αναφέρεται επίσης στην απόφαση, ότι η κρίνουσα την υπόθεση Επιτροπή έλαβε υπόψη «...τας προκηρύξεις της Διοικήσεως περί του αποκλεισμού... ότι το ρηθέν πλοίον εισήλθεν λαθραίως εις τα αποκλεισμένα μέρη..» και αποφασίζεται τη δήμευση πρα­γμάτων και χρημάτων.

Ας προστεθεί ότι εδώ στο Μεσολόγγι, λειτουργούσε τότε και το λεγόμενο Φροντιστήριον της Θαλάσσης ένα είδος Επιμελητείας ή Λιμεναρχείου. Εκεί γίνονταν οι αντίστοιχες παρακαταθέσεις των κατασχόμενων φορτίων η του αντιτίμου της πωλήσεώς τους. Το αντίτιμο τούτο συνήθως χρησίμευε και για την κάλυψη των εξόδων οχυρώσεως της πόλεως. Όπως αναφέρεται σε έγγραφο από 13 Μαΐου 1823 των Αρμοστών της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος: «με αυτά τα χρήματα και με τα εκ των λειών εξακολούθησε η οχύρωσις, του φορτίου τούτου, το όποιον είναι λεία... επωλήθησαν πραγματείαι... εκ των μετρητών εις ημάς ήλθον γρόσια 8.000, εκ των οποίων εδώσαμεν έως τώρα εις τον τόπον διά την οχύρωσιν τα γρόσια 6.000 έως 7.000»

Σε συνέχεια των ως άνω στοιχείων και αναφορών περί Δικαστηρίου Λειών και εκποιήσεως κατασχεμένων φορτίων και πλοίων και σε συνδυασμό με την πειρατεία - καταδρομή την ποινική προέκτασή της και τα εν γένει ποινικά Δικαστήρια υπάρχουν και τα κάτωθι στοιχεία. Καταδικαστική απόφαση που δεν κατονομάζεται μεν το έγκλημα, το οποίον χαρα­κτηρίζεται ως «...κακουργία, την οποίαν ο καταδρομεύς Διονύσιος Ρουμελιώτης μεταχειρίσθει εις το Νεαπολιτανικόν πλοίον του Πέτρου Αντώρη ονόματι ο Ποσειδών». Και προστίθεται ότι αυτή η απόφαση εκτελέσθηκε, χωρίς να προσδιορίζεται ποια ποινή επιβλήθηκε: «Η ενταύθα Γενική Αστυνομία, (σώζεται η σφραγίδα της Αστυνομίας του επαναστατημένου Μεσολογγίου), εκτέλεσε ταύτην την απόφασιν καθ’ όλη αυτής-την έκτασίν και μ’ όλη την αυστηρότητα. Όλος δε ο λαός της πόλεως μας ήσθάνθη μέγιστην ευχαρίστησίν βλέπων τους Νόμους ενεργούμενους καθ’ όλη αυτών την δραστηριότητα και την αναρχίαν φυγαδευομένην από της Ελλάδος...» το Απάνθισμα των Εγκληματικών, πρόβλεπε ποινή για το αδίκημα της πειρατείας ως εξής: «Οι πειρατές φυλακώνονται από 10 έως 19 χρόνους, ο δε αρχηγός αυτών θανατώ­νεται». Το Απάνθισμα των Εγκληματικών βάσει του οποίου δικάσθηκε η ως άνω υπόθεση, είχε τεθεί σε ισχύ μό­λις την 1 Ιουλίου 1824. Ο Μαυροκορδάτος στην προκειμένη περίπτωση για να εμποδίσει σχεδιαζόμενη από τους Τουρκοαιγυπτίους μεταφορά από την Αλεξάνδρεια στην Πρέβεζα δύο χιλιάδων αλόγων, έδωσε άδεια σε πολλούς «...να αρματώσουν καταδρομικά πλοία διά να εμποδίζουν ή και συλλαμβάνουν τα υπό ξένας σημαίας ουδετέρας ναυλωμένα, από τους εχθρούς διά τούτον τον σκοπόν... απαγορεύσας ρητώς το να προξενούν την παραμικρή ενόχληση εις τα Ιονικά πλοία, τα όποια ενεργούν τηv ανταπόκρισιν, και το αναγκαιότατον εις τας νήσους ταύτας Ιονίους εμπόριο με την ξηρά». Το αίτημα τούτο απέκρουσε ο Μαυροκορδάτος, αφού έδωσε «διά ζώσης φωνής την πληροφορία ότι θέλει παιδευθή αυστηρά ο πλοίαρχος καταδρομέας Διονύσιος Ρουμελιώτης, ο όποιος ήδη ευρίσκεται υπό κρίσιν εγκληματικήν, ως παραβάς και καταπατήσας τους ελληνικούς νομούς».

Προέκυψαν όμως πολλά νομικά ζητήματα διότι όπως αναφέρετε «δεν ηξεύρομεν εάν το Δικαστήριον των Εκκλήτων έχει το δικαίωμα να εξορίζει ένα άνθρωπο από την περιφέρεια, της Δυτικής Ελλάδος, ούτε βλέπουμε εις τι χρησιμεύει να εξορισθεί ένας κακούργος από το ένα μέρος εις ένα άλλο της αυτής Επικράτειας. Αμφιβάλλομε πολύ μάλιστα εάν το αυτό Δικαστήριον έχει το δικαίωμα να προσδιορίσει το μέρος της εξορίας και της διατριβής του κακούργου και μάλιστα ενώ αυτό το μέρος είναι έκτος της περιφέρειας της Δυτικής Ελλάδος». Για τους λόγους αυτούς η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε «να καθυποβληθή» η απόφαση στο Υπουργείο του Δικαίου, ώστε τούτο «να προχωρήσει εις την αναθεώρηση».

Ως προς τα νομοθετικά κείμενα πλέον σπουδαίο κεφάλαιο, στις 21 Φεβρουάριου 1824 εκδίδεται και δημοσιεύεται στο Μεσολόγγι από την Προσωρινή Διοίκηση ένα σπουδαίο νομοθετικό κείμενο με τον τίτλο «Οδηγίαι των Δικαστηρίων». Πρόκειται για ενενήντα άρθρα, που συμπληρώνουν ή και τρο­ποποιούν την διάταξη των Δικαστηρίων (του ΙΓ'/1822 Κώδικος των Νόμων), σύμφωνα με εξουσιοδότηση, που δόθηκε με το 414 του 1823 θέσπισμα του Βουλευ­τικού. Οι οδηγίες αυτές απευθύνονται στα Δικαστήρια της Δ.Χ. Ελλάδος «... διά να ακολουθήσει μεθοδικώς αι δικαστικαί υποθέσεις, ώστε αι ενέργειαι των Δικα­στηρίων να γίνονται οπωσούν τακτικαί».

Στις οδηγίες γίνεται ειδική πρόβλεψη και για το θαλάσσιο Δικαστήριο, που όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο λειτουργούσε ήδη στο Μεσολόγγι. Συγκεκριμένως καθορίζεται ότι το Δικαστήριον των Έκκλητων (που είχε ιδρυθεί στο Μεσολόγγι) λειτουργεί ως Πολιτικόν, ως Εγκληματικόν και ως θαλάσσιον Δικαστήριον. Με την τρίτη μορφή του «κρίνει τας συλλαμβανομένας λείας παρά των Ελλήνων Καταδρομέων». Σε ένδεκα άρθρα (από ΞΘ' έως ΟΘ') ρυθμίζονται τα της λειτουργίας τού Δικαστηρίου τούτου, που όμως θα πρέπει να το θεωρήσομε όπως και την προκάτοχό του Επιτροπεία, μάλλον ως ιδιόρρυθμο διοικητικό παρά ως δικαστικό όργανο, του οποίου τις αποφάσεις επικύρωνε η Διοίκηση. Την πραγματική υπόσταση του Θαλασσίου Δικαστηρίου, προσδιορίζει το άρθρο ΟΑ, με το οποίο η αρχή της σκοπιμότητας παραμερίζει εκείνην της νομιμότητας: «Έπισυμβαινουσών τοιούτων υποθέσεων, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου των Εκκλήτων ζητεί και στοματικάς (προφορικές δηλαδή) οδηγίας της Διοικήσεως ή εγγράφους κατά την περίσταση, καθότι τα σκάφη των πλοίων διά το σέβας, το οποίον το έθνος προσφέρει εις τας βασιλικάς σημαίας, εσυνηθίσθη ως επί το πλείστων να απολύονται». Είναι φανερόν ότι η Ελληνική Διοίκηση υπολόγιζε και δικαιολογημένα τις ευρωπαϊκές κυβερ­νήσεις και δεν επιθυμούσε εκτράχυνση των σχέσεων με ξένα κράτη εξαιτίας τυχοδιωκτών ή κερδοσκόπων υπηκόων τους, που με το λεγόμενο «πολεμικόν λαθρεμ­πόριον» συχνά ανελάμβαναν τον ανεφοδιασμό των Τούρκων.

Ο άγνωστος συντάκτης των οδηγιών φαίνεται ότι ήταν κάτοχος νομικής μορφώσεως, άλλα και άνθρωπος ευσεβής. Συμπεριέλαβε όχι μόνον διατάξεις πολι­τικής και ποινικής Δικονομίας και οργανισμού Δικαστηρίων, άλλα και ηθικονομικές νουθεσίες και πρακτικές υποδείξεις. Παραθέτουμε ορισμένα άρθρα των οδη­γιών, που κατά το ουσιώδες περιεχόμενό τους εκφράζουν και σημερινούς νο­μικούς ή απλώς δεοντολογικούς κανόνες:

«Α΄. Οι Κριταί Δικαστηρίων χρεωστούν ως καλοί πατέρες να δέχονται τα δικαιολογήματα των ενδιαφερομένων τόσον εγγράφως όσον και διά στόματος με ευπροσηγορία, με απάθεια και υπομονή, χωρίς να ομιλούν, εν όσο ομιλεί ο ενδιαφερόμενος, ούτε να του διακόπτουν την ομιλία ή να οικειοποιούνται την διαφορά προς βοήθεια του ενός μέρους, δεν πρέπει να ομιλούν, επί Κριτηρίου, εις τινά με οργή ή απρεπώς, αλλά με σοβαρότητα να φυλάττουν τον χαρακτήρα του Κριτού.

Δ΄. Με όλον όπου ο Οργανικός Νόμος, θεσπίζει ανεξάρτητο το Δικαστικό, οι Κριταί τότε μόνον είναι ανεξάρτητοι, όταν εκτελούσι τα καθήκοντα των κατά τους καθεστώτας Νόμους της Πατρίδος, υπόκεινται δε εις τους ίδιους Νόμους και κρίνονται διά την παράβαση των χρεών τους.

ΚΕ'. Όταν τύχη υπόθεσης μεγάλη, απαιτούσα μακρινή σκέψη, αρχομένη πρέπει να τελειώσει εις την ίδια συνέλευση του Δικαστηρίου χωρίς διακοπή, και αν παρέλθει η ώρα, άβλαπτον.

Α'. Εις κάθε Δικαστήριον πρέπει να είναι μία εικόνα του Σωτήρος, και κανδήλα καίουσα εν καιρώ της συνελεύσεως των Κριτών.

AZ΄. Οι Κριταί αφού ακούσουν των ενδιαφερομένων, δύνανται πριν της αποφάσεως (όταν το κρίνουν αρμόδιο) να συμβουλεύσουν τα μέρη προς έξισασμόν.

Ψ΄. Οι Νόμοι πρέπει να εξετάζονται ακριβώς και να εξηγούνται κατά το αλη­θές αυτών νόημα.

Δεν έλειψαν όμως ούτε τότε οι επικρίσεις, του Τύπου κατά των δικαστών γεγονός που δείχνει μια υγιή δημοκρατική κοινωνία. Στα 'Ελληνικά Χρονικά (της 4 Ιουνίου 1824) δημοσιεύθηκε σφοδρή επίκριση κατά του Πρώτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένως αποδίδεται η μομφή ότι δεν στέκεται στο ύψος της αποστολής του, ως «..κατά της αδικίας και του δεσποτισμού ανθιστάμενον προπύργιον». Αντιθέτως, επαινείται το Δικαστήριον των Εκκλήτων και προτρέπονται τα μέλη του πάντοτε να ενεργούν «με την συνηθισμένη των δικαιοσύνην και προθυμίαν». Ορισμένη αιτία για την παραπάνω επίκριση δεν αναφέρεται και γίνεται μόνον αόριστος υπαινιγμός για «φαντασιώδη προνόμια», που υποτίθεται ότι διεκδικούσαν τότε για λογαριασμό τους οι δικασταί, και «συμπατριωτών παράπονα...».

Το Πρώτο Δικαστήριο απάντησε αμέσως στο επικριτικό δημοσίευμα με έγγραφη ανακοίνωσή του, στην οποία χρησιμοποίησε βαρείες φράσεις για τον συν­τάκτη της εφημερίδας I. Μάγερ, ο οποίος ασκούσε και το επάγγελμα του ιατρού - φαρμακοποιού. Τον αποκαλεί «χθες Έλληνα» και τον μέμφεται για «τον τρόπο της φαρμακοπωλησίας του», που τον καθιστά «δημοκατάρατον» διότι «...εκδύει, (γδύνει) τον κόσμο με δράμια και σιταρόσπειρα φαρμάκων». Η ανακοίνωση αυτή του Δικα­στηρίου δημοσιεύθηκε στο επόμενο φύλλο των Ελληνικών Χρονικών με δημοσιογραφική ευσυνειδησία, άλλα και με νέα καταφορά της εφημερίδας για «την αναξιότητα αυτών των ανθρώπων του να έχωσι το μέγα των Κριτών υπούργημα...».

Υπάρχει και σχετικώς με τους δικαστικούς μισθούς μία αναφορά (από 13 Αυγούστου 1825) του Αλεξίου Τζιμπουράκη. Απευθύνεται προς την Υπέρτατη και Σεβαστή Διοίκηση και εκφράζει παράπονα για την παράλειψη καταβολής των μισθών του : «... διά τον πρώτον χρόνον 1823 δεν έλαβον ούτε οβολόν καθώς και από της πρώτης Ιανουάριου 1825 άχρι της σήμερον, διά τας ανάγκας της Πατρίδος». Και ο δικαστής αυτός ζητεί να ικανοποιηθεί το αίτημά του, διότι «γίνεται άδικον εις τούς πολιτικούς και μάλιστα εις ημάς τους Μεσολογγίτες, οίτινες συνεισεφέραμε πάντοτε και συνεισφέρομε έτι και ποτέ δεν άπεπληρώθημεν». Την αναφορά ενίσχυσαν ηθικώς με την από 16 Αύγουστου 1825 Δηλοποίησίν τους οι Ί. Παπαδιαμαντόπουλος, Γ. Καναβός και Δ. Θέμελης που συγκροτούσαν τότε την Διευθύνουσα την Δυτ. X. Ελλάδα Τριμελή Επιτροπή.

Το Μεσολόγγι υπήρξε και ο τόπος των πρώτων από το 1821 στην Ελλάδα νομικών εκδόσεων. Εδώ εκδόθηκαν «τύποις και αναλώμασι Δ. Μεσθενέως» δύο συγγραμμάτια του κατόπιν περιωνύμου δικαστού Αναστασίου Πολυζωίδη, ο οποίος παρέμενε στο Μεσολόγγι από το 1821. Το πρώτο συγγραμμάτιο με τον τίτλο «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος ...» εκδίδεται το 1824 και αποτελεί συλλογή διαφόρων συνταγματικών και νομοθετικών κειμένων ελληνικών και ξένων.

Από τον όντως παλμώδη πρόλογο παραθέτουμε μικρό απόσπασμα, χαρακτηριστικό της λαχτάρας και του ζήλου των επαναστατημένων Ελλήνων για Δικαιοσύνη, που εύγλωττα διερμηνεύει ο συγγραφέας: «Οι 'Έλληνες δεν ύπεδύθησαν τον παρόντα αγώνα, ειμί διά να ανυψώσουν εις τον θρόνον (αφού άπαξ άπαλλαγώσιν από την πολυκέφαλον Ύδραν της ανομίας και της βαρβαρότητας) την αδέκαστον δέσποιναν Θέμιν και την πάρεδρον αυτής Σοφίαν, έξωρισμένας προ πολλού από την γη των γενε­θλίων των, και άναλαμβάνοντες τα οποία ή βία τούς ήρπαξε Φυσικά και Πολιτικά δικαιώματα, να συστήσωσιν Έθνος..» απίστευτη φιλολογική και νομική προσέγγιση. Και ακολουθεί η προτροπή προς τους Έλ­ληνες, να παραδειγματισθούν από τα ομόπιστα και ευνομούμενα έθνη και να γίνουν «... μέλη της μεγάλης Ευρωπαϊκής οικογένειας». Με τις τελευταίες λέξεις εκφρά­ζεται και ο ανέκαθεν δίκαιος οραματισμός του Ευρωπαϊκού μέλλοντος για την πατρίδα, από τους επαναστατημένους ΈΛΛΗΝΕΣ. Μια ακόμη πρωτοπορία και πρωτοτυπία των ιδεών και των κειμένων που εκδόθηκαν εδώ στο Μεσολόγγι του πρώτου Ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Το 1825 εκδίδεται το δεύτερο, συγγραμμάτιο το Πολυζωίδη με τον τίτλο «Θεωρία Γενική περί των διαφόρων Διοικητικών Συστημάτων...». Στον μακρότατο πρόλογο (από σελίδες, πδ'-84) κυρίως εξαίρεται η σπουδαιότητα του έργου της απονομής της Δικαιοσύνης στο πλαίσιο του Κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος. Ιδού μία εκφραστική διατύπωση: «Αλλά εκείνο το οποίο αποτερματίζει το λαμπρό τούτο οικοδόμημα της Κοινοβουλευτικής Πολιτείας και υποστηρίζει ενταύτω όλας τας θεμελιώδεις αυτού βάσεις και αρχάς, είναι η σοφή, ακριβής και αφιλοπρόσωπος Διανομή και Απόδοσης των Δικαίων... το οποίον άλλο δεν είναι ειμί η σύστασις της Δικαστικής Εξουσίας...». Και στο τέλος του προλόγου τονίζεται η αναγκαία συνάρτηση μεταξύ ορθής λειτουργίας των Δικαστηρίων και ασφαλίσεως της πολιτικής ελευθερίας. Γι’ αυτό εκφράζεται η ευχή να βοηθήσει «το συγγραμμάτιο τούτο... και εις την διαρρύθμιση των Δικαστηρίων, από τα οποία μόνο καλώς οργανισμένα και μάλιστα από το σύστημα των Ορκωτών, έχουν να ελπίσουν του λοιπού οι πολίται 'Έλληνες την ασφάλειαν, την κοινήν ησυχίαν, την εσωτερικήν ευταξίαν και ένι λόγω την βεβαίωσιν της πολιτικής ελευθερίας των..». Ειδική μνεία για την νομική παρουσία και τις εκδόσεις του Πολυζωίδη στο επαναστατημένο Μεσολόγγι θα λάβει χώρα στο πανελλήνιο συνέδριο Δικηγορικών Συλλόγων που θα γίνει μετά από 20ετία στις Σέρρες, δυστυχώς Σάββατο του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων παρά τα διαβήματα και τις αντιδράσεις μου.

Για την λειτουργία των Δικαστηρίων στο Μεσολόγγι κατά το 1825 υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία. Άλλωστε από τον Απρίλιο του έτους αυτού αρχίζει η δεύτερη σφοδρή πολιορκία, η οποία μετά ένα έτος θα καταλήξει στην ιστορική Έξοδο (10 Α­πριλίου 1826). Η Κυβέρνηση όρισε τότε τριμελή Διευθυντική Επιτροπή από τους Ί. Παπαδιαμαντόπουλο, Γ. Καναβό και Δ. Θέμελη, που έφθασαν στο Μεσολόγγι, την 12η Απριλίου 1825, για να «επαγρυπνεί εκ του πλησίον εις τα πράγματα». Διότι η πορεία των πραγμάτων ήταν στο έπακρο δυσχερής και βεβαίως η λει­τουργία των Δικαστηρίων ήταν επόμενο να παραλύει. Θα πρέπει να υποθέσομε ότι έπεσε στο κενό μία αυστηρή από 21 Απριλίου 1825 παραγγελία το Υπουργού του Δικαίου, που ήταν μεν ορθή στο ουσιαστικό της περιεχόμενο, άλλα εκδόθηκε σύμφωνα με την τηρουμένη τότε τακτική επεμβάσεων της Διοικήσεως (όπως εκθέσαμε στο κεφ. VIII). H Υπουργική παραγγελία απευθύνεται προς τη Διευθυν­τική Επιτροπή και προστάζει να «μένουν άκυροι» ορισμένες αποφάσεις του Πρώ­του Δικαστηρίου Αιτωλίας και του Δικαστηρίου των Έκκλήτων. Διότι όπως αναγράφεται στην παραγγελία «τα Δικαστήρια ταύτα δεν μπορούν να δώσουν (σε ιδιώτες διαδίκους) πράγματα όντα εις την κατοχή των Τούρκων... προτού εκδοθεί νόμος...». Και διατυπώνεται ή αξίωση : «Τα Κριτήρια θέλει είναι άπηνέστατα εις τα αυτά και παρόμοια πράγματα και να επαγρυπνούν εις το να μη υστε­ρείται το Έθνος των εκ τούτων δικαιωμάτων του...».

Αλλά, τα Δικαστήρια, χωρίς να καταργηθούν τυπικώς, είχαν ήδη υποκατα­σταθεί στα έργα τους από Δικαστικές Επιτροπές, τις όποιες όριζε η παραπάνω Τριανδρία. Σώζεται αντίγραφο αποφάσεως με χρονολογία 22 Ιουνίου 1825, που εξέδωσε «Η Πενταμελής Επιτροπή τόπον έπέχουσα Θαλασσίου Δικαστηρίου», με την οποία έναβρίκιον υπό αγγλική σημαία «καταδικάζεται νόμιμος λεία». Επίσης σώζεται έγγραφο με χρονολογία 29 Ιουλίου 1825, που φέρει τον χαρακτη­ριστικό τίτλο «Η αντί του Πρώτου Δικαστηρίου της Αιτωλίας Προσωρινή Δικαστική Επιτροπή» και αφορά θέμα Διοικητικό Γραμματέως του Δικαστηρίου. Το έγγραφο υπογράφει ο Αλέξιος Τζιμπουράκης με την διευκρίνηση «εν απουσία των λοιπών μελών της Επιτροπής διά την περίσταση, μόνος». Πράγματι η «περίστασις» ήταν δεινή και κάθε μέρα γινόταν δεινότερη. Στο Ναύπλιο οι προσπά­θειες των απεσταλμένων του Μεσολογγίου και του πληρεξουσίου της πόλεως Σπυ­ρίδωνος Τρικούπη, για ενίσχυση της Φρουράς και των πολιορκουμένων κατοίκων, δεν έτελεσφόρησαν. Ούτε η απόφαση της Κυβερνήσεως για «βίαιον έρανον», δηλαδή εσωτερικό αναγκαστικό δάνειο, ούτε ο νόμος για εκποίηση εθνικής γης (που μά­λιστα δημοσιεύθηκε στην Γενικήν Εφημερίδα της Ελλάδος στις 13 Φεβρουάριου 1826) κατέληξαν σε πρακτικό υπέρ του Μεσολογγίου αποτέλεσμα.

Η πολιορκία απέβαινε ασφυκτικότερη και οι κανονιοβολισμοί συστηματικότεροι. Στα Ελληνικά Χρονικά της 14 Φεβρουάριου 1826 διαβάζομε: «Ό εχθρός επαύξησε την ποσότητα των πυροβόλων του σήμερον Τεσσαράκοντα στόματα πύ­ρινα εκρεύγουν ήδη καθ’ ημών τους κεραυνούς των ..οι βάρβαροι.. εξακολουθούν να βομβοβολούν την πόλιν...». Λίγες μέρες μετά η βόμβα καταστρέφει το Τυπογρα­φείο των Ελληνικών Χρονικών και σταματά η έκδοση της εφημερίδας. Στις 25 Φεβρουάριου 1826 οι εχθρικές δυνάμεις κυριεύουν το Βασιλάδι, πού ήταν το νησιώτικο προπύργιο του Μεσολογγίου στην Λιμνοθάλασσα. Η κατάσταση δεν μετα­βλήθηκε όταν μετά ένα μήνα οι 'Έλληνες απέκρουσαν επίθεση και προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στους Τουρκοαιγυπτίους, που αποπειράθηκαν να καταλάβουν και το άλλο οχυρό νησάκι της Λιμνοθάλασσας, την Κλείσοβα.

Δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνεται λόγος για οποιαδήποτε λειτουργία Δικα­στηρίων. Ολόκληρο το Μεσολόγγι είχε μεταβληθεί σέ πολεμική έπαλξη. Και το σταθερό χαρακτηριστικό των πολιορκημένων κατοίκων ήταν όπως γράφει ο Σπυ­ρίδων Τρικούπης «η καθόλην την δωδεκάμηνον πολιορκίαν ακλόνητος εν τοις δεινοίς καρτερία...». Λίγες μέρες προ της Εξόδου ο Μάγερ, με επιστολή προς ξένο φίλο του, αναφέρεται προφητικώς στην θεία Δικαιοσύνη και γράφει: «... Πόσοι γενναίοι άνδρες μετ' ολίγας ημέρας δεν θέλει είσθε πλέον ειμί σκιαί, κατηγορούσαι ενώπιον του Θεού την αδιαφορία του χριστιανικού κόσμου... Εν ονόματι όλων των ενταύθα ηρώων σας αναγγέλλω, την ενώπιον του Θεού ορισμένη απόφασή μας, δια να ύπερασπίσθώμεν και την υστέραν σπιθαμήν της γης του Μεσολογγίου...».

Ήλθαν οι έσχατες ημέρες, οι Δικασταί, οι Δικηγόροι, οι Γραμματείς είχαν αποθέσει πλέον την γραφίδα και είχαν ζωθεί τα άρματα και είχαν μεταβληθεί σε σπαθοφόρους υπερασπιστές της πόλεως. Και έπεσαν τότε υπέρ Πατρίδος ο Σπύρος Πεταλούδης στην μάχη του Βασιλαδίου και ο Αναστάσιος Παλαμάς στην Έξοδο.

Η Δικαιοσύνη λοιπόν στο Μεσολόγγι το 1821 πρωτοδιακηρύχθηκε ως αναγκαία πολιτειακή λειτουργία. Τα επόμενα έτη πήρε έκφραση στην δικαστηριακή πρακτική και έγινε το αντικείμενο νομοθετικής μέριμνας και θεωρητικών αναζητήσεων. Και το 1826 η Δικαιοσύνη στο πολιορκημένο Μεσολόγγι δοξάσθηκε, με την θυσία λειτουργών, συνλειτουργών και λοιπών συντελεστών της στο βωμό της Ελευθερίας.

Όλων των Λειτουργών και συνλειτουργών των έμμισθων και άμισθων, δικαστών, ειρηνοποιών, δικηγόρων γραμματέων, συμβολαιογράφων, επιμελητών (κλητήρων).

Αυτών που διακόνησαν την δικαιοσύνη στο επαναστατημένο και πολιορκημένο Μεσολόγγι. Αυτών που διακήρυξαν, εδραίωσαν πρώτοι πανελληνίως εξέδωσαν, συνέγραψαν, δημοσίευσαν, εκδίκασαν, αποφάσισαν, πρακτικογράφησαν αλλά ιδιαιτέρως αγωνίσθηκαν, πάλεψαν, πολέμησαν, αντιστάθηκαν, θυσιάσθηκαν.

Αυτοί όλοι λοιπόν προσέφεραν τα πάντα μην αξιώνοντας τίποτε από εμάς, αλλά εμείς ως ελάχιστο φόρο τιμής πρέπει να αναγείρουμε εκεί στον Κήπο των Ηρώων, για αυτούς τους ήρωες και άξιους και πρωτοπόρους, το Δικό τους μνημείο. Το μνημείο της Δικαιοσύνης του επαναστατημένου και πολιορκημένου Μεσολογγίου. Το Μνημείο των Δικαστηρίων του ,του Ειρηνοδικείου της εποχής, του Πρώτου Δικαστηρίου Αιτωλίας, του Δικαστηρίου Λειών του, του Εμποροδικείου αλλά κυρίως του περιωνύμου Δικαστηρίου των Εκκλήτων .

Το Μνημείο των Δικαστών, των ειρηνοποιών, των Δικηγόρων, των Γραμματέων, των Επιμελητών. Για να υπάρχει αιώνιο σημείο αναφοράς για την προσφορά τους στην δικαιοσύνη και τη θυσία τους, για να τους καταθέτουμε στέφανο ιδιαίτερο, για να μένει αιωνία η μνήμη τους και να αποδίδουμε όλοι εκεί αιωνία τιμή στη Δικαιοσύνη του επαναστατημένου και πολιορκημένου Μεσολογγίου.

Κουφός Βασίλης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία