Αγγελίες    Επικοινωνία

Του Δημήτρη Στεργίου

…Και τρίβουν τα χέρια τους από τη «δικαίωση» ο Αλβανός Έντι Ράμα και η Αλβανίδα καθηγήτρια Έλενα διαβάζοντας ακόμα Έλληνα που να υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι της Ακαρνανίας είναι … «Αλβανόβλαχοι ληστές, λωποδύτες, μισέλληνες, φιλότουρκοι, αντικληρικοί, αλειτούργητοι» και οι βλάχικες λέξεις «μπόου» και «μπούμπαλου» είναι… αλβανικές, ενώ είναι αρχαιοελληνικές!!!

Με καθυστέρηση λίγων μηνών διάβασα στο αξιόλογο ενημερωτικό μπλογκ xiromeronews ένα άρθρο του εκπαιδευτικού πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, M.ED. Fh.d και ιστορικού, όπως αυτοαποκαλείται, από το βλαχοχώρι (ή «καραγκουνοχώρι» κατ΄ εκείνον) Όχθια Ακαρνανίας κ. Αντώνη Βασιλείου υπό τον τίτλο «Η πόλη του Αχελώου και η ομώνυμη μάχη». Ομολογώ ότι άρχισα να διαβάζω το άρθρο αυτό με μεγάλο ενδιαφέρον και λαχτάρα για δύο λόγους: Πρώτον, με το θέμα αυτό της άγνωστης πόλης του Αχελώου, έχουν ασχοληθεί τα τελευταία πενήντα χρόνια πολλοί, όπως οι διαπρεπείς Αιτωλοακαρνάνες καθηγητές Πανεπιστημίων αείμνηστος Αθανάσιος Παλιούρας, Βασίλειος Κατσαρός, ο καθηγητής μου φιλόλογος αείμνηστος Κώστας Τριανταφυλλίδης, ο Διονύσης Μιτάκης ο Κ. Κώνστας και άλλοι, οι οποίοι, μάλιστα, έχουν καταθέσει και τις δικές τους απόψεις σχετικά με τη θέση στην οποία βρισκόταν αυτή η πόλη – φάντασμα. Δεύτερον, με το ίδιο θέμα έχει ασχοληθεί και ο γράφων με έρευνες σε βιβλιοθήκες, οι οποίες αποτυπώθηκαν σε πάνω από πέντε άρθρα μου, τα οποία δημοσιεύθηκαν στην τοπική εφημερίδα «Παλαιομάνινα», στο δημοσιογραφικό μου μπλογκ και, φυσικά, σε πολύ αξιόλογες εφημερίδες του Μεσολογγίου και Αγρινίου.

Με λύπη σπεύδω να σημειώσω ότι απογοητεύθηκα, διότι το άρθρο κόμισε απλώς «γλαύκα εις Αθήνας». Είναι αλήθεια (και το επισημαίνω με ιδιαίτερη εκτίμηση και θαυμασμό ως μεγαλύτερος σε ηλικία και εμπειρότερος) ότι ο κ. Βασιλείου τόσο με το άρθρο του αυτό όσο και με δύο προηγούμενα βιβλία του υπό τον τίτλο «Τοπωνυμικά της βλάχικης (καραγκούνικης) περιοχής της Ακαρνανίας» και «Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) γλωσσικό ιδίωμα της Ακαρνανίας» διακρίνεται για τη σημαντική και επίπονη έρευνα και τη συγκέντρωση πλούσιας βιβλιογραφίας, αλλά παρουσιάζει ιδιαίτερες αδυναμίες στην αναζήτηση και την παρουσίαση της αλήθειας, η οποία είναι κύρια επιδίωξη κάθε ιστορικού, όπως διδάσκει ο Θουκυδίδης (Ιστορίαι, 1.20.3):

«Οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται…» (Τόσο απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι να υποβάλλονται σε κόπο για την αναζήτηση της αληθείας ώστε να τρέπονται μάλλον προς ό,τι βρίσκουν έτοιμο).

Στην περίπτωση μάλιστα του κ. Βασιλείου συμβαίνει και το εξής: Όχι μόνο σπανίως αντιπαραθέτει την (τεκμηριωμένη) δική του άποψη για αμφιλεγόμενα θέματα, αλλά «ερμηνεύει» και επεκτείνει μάλιστα τις αλλότριες απόψεις και θεωρίες και σε τομείς που εκείνος θέλει σώνει και καλά να εμφανίζεται ότι κάνει αποκαλύψεις. Αναφέρω ένα παράδειγμα, το οποίο μαζί με άλλα, από τα δύο βιβλία του που προαναφέρθηκαν, έγραψα ένα πολυσέλιδο βιβλίο υπό τον τίτλο «Λόγος και Αντίλογος για τους Βλάχους της Ακαρνανίας», που είναι υπό έκδοση:

Συγκεκριμένα, σε ένα σημείο του βιβλίου του επικαλούμενος τον Ιωάννη Λαμπρίδη γράφει και σχολιάζει τα εξής :

«Ο Λαμπρίδης (1888: 10) στο βιβλίο του «Ηπειρωτικά Μελετήματα» αναφέρεται κι αυτός στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Γράφει μάλιστα ότι η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Λέπινου [σ.σ. Λεπενούς Βάλτου] μετά τη διάλυση του Μπιτσικόπουλου του IΙαληοπωγωνίου το 1840. Ο Λαμπρίδης γράφει: «Καὶ οἱ παρὰ τὸ Λέπινο τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς Σοροβίλη καὶ Ὄχθια ἐγκαταστάντες Ἀλβανόβλαχοι μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ διάλυσιν (1840) τοῦ Μπιτσικοπούλου, χωρίου ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου Βρόσιανης τοῦ Παλῃοπωγώνη, συνοικισθέντος ἐκ τοιαύτης ἀναμίκτου φυλῆς 650 οἰκογενειῶν ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ, ἑξακολουθοῦσι μέχρι τοῦ νῦν ἀποφεύγοντες ἐπιγαμίας μὲτ᾿ ἄλλων φυλῶν καὶ σχέσεις στενάς». Ο ίδιος στη σελίδα 11 αναφέρει: «Καί οἱ μέν ἀμιγεῖς [σ.σ. εννοείται Βλάχοι] καλοῦνται Κουτζόβλαχοι πρὸς ἀντίθεσιν τῶν ἐν ‘Ρωμουνίᾳ, οἱ δὲ ἀνάμικτοι [σ.σ. στους οποίους κατατάσσει τους Αρβανιτόβλαχους και τους Βλάχους της Ακαρνανίας] Καραγκούνιδες».

Από όλο αυτό το παράξενο κείμενο ο ιστορικός κ. Βασιλείου αρκείται στην παράθεση δύο μόνο βολικών για την έμμονη άποψή του περί «εξελληνισθέντων Αλβανόβλαχων» -«Καραγκουνόβλαχων» - Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας σχολίων. Έτσι, με τη μορφή ( «σημείωσης συγγραφέα) και σε παρένθεση κατατάσσει τους Ριμένους της Ακαρνανίας στους «ανάμικτους» Βλάχους ως … Αρβανιτόβλαχους και Καραγκούνηδες αφήνοντας χωρίς σχόλια ολόκληρα προκλητικά σημεία του κειμένου του Λαμπρίδη, επειδή προφανώς τα θεωρεί ως σωστά ή, το επιεικέστερον, δεν τα διάβασε καθόλου! Συγκεκριμένα:

  1. Ο Λαμπρίδης γράφει ότι οι «εγκαταστάντες παρὰ τὸ Λέπινον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς Σοροβίλη καὶ Ὄχθια» ήταν Αλβανόβλαχοι! Κι αφού δεν σχολιάζει αυτό το σφόδρα αντεθνικό και εξωπραγματικό σημείο, παραδέχεται, κατά συνέπειαν, ότι ο ίδιος, ως καταγόμενος από τα Όχθια, είναι … Αλβανόβλαχος!
  2. Γράφει ο Λαμπρίδης ότι οι «εγκαταστάντες Αλβανόβλαχοι» στη Λεπενού, τη Στράτο και τα Όχθια ήταν «ανάμικτης φυλής» και ο κ. Βασιλείου, χωρίς κανένα σχόλιο συμφωνεί και προσυπογράφει, προφανώς διότι δεν είχε διαβάσει όλα αυτά τα φοβερά, εγκληματικά και αντεθνικά χαρακτηριστικά, με τα οποία «στολίζει» τους «ανάμικτους» Βλάχους, δηλαδή και τους Βλάχους της Ακαρνανίας, που είναι και ο ίδιος!!!

Αφού δεν διάβασε και δεν παρέθεσε, ως ιστορικός, αυτό το υβριστικό απόσπασμα του Λαμπρίδη ο κ. Βασιλείου θα το κάνω εγώ τώρα με απογοήτευση και αγανάκτηση για την ύβριν των προγόνων μου. Συγκεκριμένα, ο Ιωάννης Λαμπρίδης (1839-1891), στο Τεύχος Πέμπτον (Μέρος Δεύτερον) των Ηπειρωτικών Μελετημάτων» του, υπό τον τίτλον «Μέτσοβον και Σεράκου», στην εισαγωγή του (σελίδες 7 – 12) γράφει, μεταξύ άλλων, για το θέμα, αυτό στις σελίδες 9, 10, 11 και 12 τα ακόλουθα:

«…Οι Βλάχοι εν Ηπείρω απαντώσιν ή αμιγείς μόνον την Βλαχικήν γλώσσαν ομιλούντες, μανθάνοντες δε και την ελληνικήν, ή μετ΄Αλβανών ανάμικτοι εκ γενετής και την Αλβανικήν ομιλούντες μετά της Βλαχικής, σπανιώτατα δε την Ελληνικήν. Οι μέν αμιγείς έχουσι πάντες μονίμους κατοικίας, πλήν της ποιμενικής αυτών τάξεως, ήτις αλλαχού μόνον εν ώρα χειμώνος διέρχεται. Συγχρωτίζονται μετά των Ελλήνων και επιγαμίας και σχέσεις μετ΄αυτών συνάπτουσιν. Έχουσι δ΄ Ελληνικούς πόθους και μεγίστην προς απομίμησιν των Ελλήνων επιθυμίαν και έφεσιν. Οι δ΄ ανάμικτοι απαντώντες κυρίως εν τη Νέα Ηπείρω συνηθέστατα δε διάγουσι και εν ώρα θέρους βίον πλάνητα ζώσιν ιδιορρύθμως, έχουσι τάσιν προς ληστείαν φυσικήν, λωποδύται μάλλον όντες, αποφεύφουσιν επιγαμίας και σχέσεις μεθ΄Ελλήνων, Αλβανών και Βλάχων, μισούσιν ιδία τους Έλληνας, αποκαλούντες αυτούς μεν Γραικούς, εαυτούς δε Ρωμαίους! Συμπαθούσι προς τους Τουρκαλβανούς, μεθ΄ ων και συναγελάζονται μόνον. Αποστρέφονται την ιερωσύνην. Διό και σπανιώτατα Αλβανόβλαχος το ύψιστον τούτο λειτούργημα αναλαμβανει. Ευάριθμοι φέρουσιν ονόματα Αγίων της εκκλησίας. Βαπτίζονται συνήθως παίδες γενόμενοι και εκκλησιάζονται οι πλείονες μόνον την ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ομιλούσι δε οι μεν άνδρες κυρίως Αλβανιστί, αι δε γυναίκες Βλαχιστί. Πάντων όμως αι ευχαί και αι αραί πάντοτε δια της Αλβανικής γλώσσης εκφέρονται. Η ανάμικτος αύτη Αλβανοβλαχική φυλή μεθ΄ Ελλήνων μεν απ΄ αιώνων συγχρωτισθείσα εξελλληνίσθη, μονίμους απετέλεσε κοινότητας και τα Ελληνικά ησπάσθη επαγγέλματα…»

Δηλαδή, ο αγαθιάρης ξωμάχος παππούς μου και, φυσικά και ο παππούς και προπάππος του κ. Βασιλείου ήταν: «ληστές», «λωποδύτες», «μισέλληνες», «φιλοτουρκαλβανοί», «αλειτούργητοι». «Αλβανοί» κλπ!!!

Τα έγραψα όλα αυτά για τεκμηριώσω τη διαπίστωσή μου ότι ο κ. Βασιλείου είναι φλογερός εραστής της έρευνας, αλλά όχι όλβιος ιστορικός, αφού δεν αναζητεί την αλήθεια ή, για δικούς του λόγους, πηγαίνει την «αλήθεια» εκεί όπου εκείνος νομίζει ότι βρίσκεται! Και έτσι, μετά την εκτενή αυτή εισαγωγή, επανέρχομαι στο άρθρο για την πόλη του Αχελώου και την ομώνυμη επισκοπή, όπου εφαρμόζει την ίδια τακτική σε τρεις απίστευτης γλωσσικής ερμηνείας περιπτώσεις. Συγκεκριμένα:

-Στην υποσημείωση 50 (σρη σελίδα 24) διαβάζω: «Στους Αρβανιτόβλαχους (Καραγκούνηδες) της Ακαρνανίας απαντώνται τα τοπωνύμiα beu kai bia, τα οποία αναφέρονται σε άνδρες που σήμαιναν τον βλάκα, τον δ΄τσνου, το «βόδι», το «βουβάλι». Προέρχεται από τβ βλάχικη λέξη bou (=βόδι), έχουν όμως άμεση σχέση με την αλβανική λέξη bua/ll (μπουα/λ) που σημαίνει βουβάλι (Ομάδα καθηγητών της αλβανικής γλώσσας, 2006: 72). Είναι πολύ πιθανό και το αρβανίτικο επώνυμο Μπούιας /Μπούας να σχετίζεται με τη συγκεκριμένη αλβανική λέξη».

Αγαπητοί φίλοι, συγχωρήστε με που θα φωνάξω: έλεος. Επειδή τα είπε όλα αυτά τα απίστευτα γλωσσολογικά «μαργαριτάρια» μία Ομάδα καθηγητών της αλβανικής γλώσσας, ο ιστορικός (προφανώς και μη γλωσσολόγος) κ. Βασιλείου τα έδεσε κόμπο «αταλαιπώρως». Όπως θα του έλεγε ο Θουκυδίδης και «πλάθει» μια «ιστορία» που κάνει τον Έντι Ράμα και την Αλβανίδα καθηγήτρια, η οποία πρόσφατα είχε «διαπιστώσει» ότι δεν υπάρχουν σήμερα Έλληνες στην Ελλάδα, να τρίβουν τα χέρια τους από χαρά. Όλα, λοιπόν, τα βλέπει «αλβανικά» ο κ. Βασιλείου, ενώ η σκληρή, γι΄ αυτόν, επιστημονική και γλωσσολογική πραγματικότητα είναι εντελώς αντίθετη, για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, η λέξη «Μπέου» δεν αφορά … τοπωνύμιο, αλλά τον «πρωταγωνιστή» μιας ιστορίας που διηγούνταν οι υπέργηροι στην Παλαιομάνινα με τίτλο «Μπέου ντι λα Ρεου» = Ο Μπέος του ποταμού (Αχελώου). Πράγματι, ο «Μπέος του ποταμού» ήταν χαζός, αλλά και «προικισμένος» και για το λόγο αυτό περιζήτητος από τις γυναίκες που πήγαιναν στο ποτάμι για το πλύσιμο των ρούχων, όπου εκείνος έκανε διάφορα θελήματα (μάζευε ξύλα για τα καζάνια, άναβε φωτιά κλπ). Επίσης, στον βλάχικο λόγο της Παλαιομάνινας «μπέου» είναι το βότσαλο του ποταμού!

Δεύτερον, η βλάχικη λέξη «μπέου» δεν έχει καμιά σχέση και με την άλλη βλάχικη λέξη «μπόου» που αναφέρει ο κ. Βασιλείου. Αλλά, η μείζων άγνοια ή γλωσσική ασχετοσύνη εντοπίζεται στην ερμηνεία του ότι η λέξη «μπόου» είναι … αλβανική (είπαμε έχει κολλήσει η βελόνα αλβανιστί!). Η λέξη «μπόου» είναι αρχαιοελληνική και μάλιστα στην ασυναίρετη μορφή της, δηλαδή «βόος-βους»!

Τρίτον, και η λέξη «βουβάλι» που δεν είναι … βλάχικη, αλλά ελληνική, παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «βόος-βους», αλλά είναι …. Λατινική (bubalus) και όχι … αλβανική (είπαμε, κόλλησε η βελόνα!)

Φαίνεται, λοιπόν, ο κ. Βασιλείου από κάποιο ή κάποιους κατοίκους της Παλαιομάνινας άκουσε αυτήν την «ιστορία» και την έκανε … αλβανικό «παραμύθι», δικαιώντας ξανά τον Θουκυδίδη που συμβούλευε ως εξής τους πραγματικούς ιστορικούς:

 [1.21.1]

«ἐκ δὲ τῶν εἰρημένων τεκμηρίων ὅμως τοιαῦτα ἄν τις νομίζων μάλιστα ἃ διῆλθον οὐχ ἁμαρτάνοι, καὶ οὔτε ὡς ποιηταὶ ὑμνήκασι περὶ αὐτῶν ἐπὶ τὸ μεῖζον κοσμοῦντες μᾶλλον πιστεύων, οὔτε ὡς λογογράφοι ξυνέθεσαν ἐπὶ τὸ προσαγωγότερον τῇ ἀκροάσει ἢ ἀληθέστερον, ὄντα ἀνεξέλεγκτα καὶ τὰ πολλὰ ὑπὸ χρόνου αὐτῶν ἀπίστως ἐπὶ τὸ μυθῶδες ἐκνενικηκότα, ηὑρῆσθαι δὲ ἡγησάμενος ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων σημείων ὡς παλαιὰ εἶναι ἀποχρώντως» =Σε τέτοια, λοιπόν , κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν μπορεί κανείς να δώσει πίστη σε όλες τις υπάρχουσες παραδόσεις. Διότι οι άνθρωποι αποδέχονται εξ ίσου αβασάνιστα όσα εξ ακοής μαθαίνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρονται σ τη δική τους χώρα. (Ιστορίαι, 1.21.1)

Στην υποσημείωση 50 (στη σελίδα 25 του άρθρου) διαβάζω: «Έχει υποστηριχθεί από αρκετούς (Κανελλίδης, 1887, φύλλο 37: 1-3, φύλλο 38: 3-4 και φύλλο 39: 1, Γεωργακά, 1938: 34-35) ότι αλβανικοί εποικισμοί στην Πελοπόννησο έχουν λάβει χώρα πολύ νωρίτερα (ήδη από τον 8ο αιώνα μ.Χ.). Μάλιστα, το γνωστό τοπωνύμιο Μάνη, που πιθανό να σχετίζεται με το τοπωνύμιο Μάνινα Ξηρομέρου, απαντάται ήδη από τον Θ’ αιώνα».

Αλβανική, λοιπόν, και η … Μάνη, αλβανική λέξη Μάνινα Ξηρομέρου, παναλβανικά τα βλέπει ο κ. Βασιλείου, επειδή έτσι είπαν … αρκετοί. Λοιπόν, και πάλι έλεος, για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, Μάνινα δεν είναι… «τοπωνύμιο», αλλά μία μείζων περιοχή του Ξηρομέρου Ακαρνανίας, που πήρε την ονομασία αυτή από τη λέξη «Μάνη» ή «Μάνια», όπως λεγόταν και λέγεται ακόμα από τους ντόπιους η Παλαιομάνινα.

Δεύτερον, η λέξη «Μάνη» δεν είναι … αλβανική, αλλά βυζαντινή και σημαίνει οχυρωμέο μέρος, τείχη, κάστρα.

Τρίτον, στην αρχή η λέξη «Μάνη», ήταν «Μαίνη», δηλαδή «Κάστρα Μαίνης» ή «Παλαιομάϊνα», όπως αναφέρεται στα έγγραφα του 1821! Η Παλαιομάνινα επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι η εγκατάλειψη των αρχαίων πόλεων της περιοχής, λόγω της «ερημίας» μετά την επικράτηση των Ρωμαίων (146 π.Χ.), είχε ως αποτέλεσμα στα μεσαιωνικά χρόνια, να ξεχαστούν όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και οι θέσεις τους. Για την( άγνωστη ακόμα!) αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας διαπιστώνεται ότι το ξεχασμένο αρχαίο όνομά της υποκαταστάθηκε από ένα νέο, δηλαδή Παλαιό Μάνι, Παλαιομάνινα, Παλαιομάϊνα, Μάνινα, Μάνια. Τα πολλά χρόνια, οι πολλοί αιώνες σκέπασαν με το αρχαίο όνομά της με λησμονιά, αλλά, καθώς παρέμενε πάντοτε επιβλητική με την ακρόπολή της, τους πύργους της και τις πύλες της, στη συνέχεια οι ίδιοι οι κάτοικοι, ως νομάδες πια προφανώς, της έδωσαν μιαν ονομασία που ταίριαζε σε αυτό που έβλεπαν. Δηλαδή, μια ονομασία με πρώτο συνθετικό τη λέξη «Παλαιό», που κυριαρχεί στην Ελλάδα, όταν αναφέρεται γενικώς σε αρχαία ή παλιά τοποθεσία ή πόλη ή χωριό, και με δεύτερο συνθετικό τη λέξη «Μάνι» ή Μαϊνι» ή «Μαϊνα» , που δηλώνει οχυρό, κάστρο! Σημειώνεται ότι και η Μάνη, κατά την ασφαλέστερη εκδοχή, πήρε το όνομα από την αρχαία οχύρωση, το αρχαίο κάστρο περιοχής. Μάλιστα είχε και την ονομασία Παλαιά Μαϊνη, όπως η Παλαιομάνινα!

Οι έως τώρα γνωστές μαρτυρίες για κατοίκηση στην περιοχή και κατά τη βυζαντινή περίοδο αναφέρονται στην περιοχή ως «Μάνη» ή «Παλαιό Μάνι». Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά αναφέρεται η αρχαία πόλη ως «Παλαιό Μάνι» από τον Κυριακού Αγκωνιάτη (εξ Αγκώνος), ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή το 1436. Η ονομασία αυτή επικράτησε, όπως φαίνεται, επί αιώνες, αφού ως «Παλαιό Μάνι» αναφέρουν την Παλαιομάνινα οι περιηγητές Λήκ και Εζέ, οι οποίοι επισκέφθηκαν την περιοχή το 1809 και το 1860 αντίστοιχα και άλλοι Έλληνες συγγραφείς.

Επίσης, με το όνομα «Μάνη» αναφέρει την Παλαιομάνινα σε τρεις σελίδες και ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Gelebi), ο οποίος την επισκέφθηκε το 1668. Συγκεκριμένα, στο βιβλίο του υπό τον τίτλο «Ταξίδι στην Ελλάδα» (Απόδοση Νίκος Χειλαδάκης, Εκδόσεις Εκάτη, 2010) στη σελίδα 211 αναφέρει τα εξής:

«Και το σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο υποχρεωνόταν ο κασαμπάς να στείλει ραγιάδες και στρατιώτες στον ντισντάρη της Μάνης, το παραδώσαμε σ΄ ένα μουσουλμάνο αγρότη, που το σπίτι του ήταν πολύ μακριά από Ζεμπάν (Ζαπάντι). Σ΄ αυτουνού μείναμε τη νύχτα και το πρωί, αφού του δώσαμε τρακόσια γρόσια και αγοράσαμε ένα άλογό του, φύγαμε άρον, άρον…».

Κρίνω αναγκαίο το ακόλουθο σχόλιο: Η Παλαιομάνινα ήταν την εποχή εκείνη ένας σημαντικός «κασαμπάς» (κωμόπολη), η οποία μάλιστα είχε ντισντάρη, δηλαδή φρούραρχο, διοικητή του φρουρίου!

Επίσης, στη σελίδες 213 και 214 γράφει τα εξής:

«Ο μπέης της Ινέμπαχτης (Ναυπάκτου)- αφού έκανε κουμάντο με τον υπασπιστή του- έδωσε τελικά στον καταπονημένο εμένα ένα πουγκί κι ένα άλογο. Και μ΄ έστειλε στον σερντάρη της Μάνης (αποκεί ψηλά θαύμασα όλα τα κονάκια του σαντζάκ».

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι και στο σημείο αυτό ο Τσελεμπή ονομάζει την πόλη της Παλαιομάνινας «Μάνη», η οποία μάλιστα είχε και «σερντάρη», δηλαδή τοπικό αρχηγό των γενιτσάρων, ενώ από εκεί ψηλά εκφράζει και τον θαυμασμό του για τα πολλά κονάκια του Σαντζάκ, του Νομού, τα οποία σίγουρα ανήκαν σε νομάδες, αφού τα κονάκια ήταν τα βασικό τους κατάλυμα. Άλλωστε, στην Παλαιομάνινα υπάρχει και το τοπωνύμιο «Παλιοκούνακα»!

Στη συνέχεια και στη σελίδα 222 του βιβλίου του, ο Τσελεμπή είναι πιο αποκαλυπτικός για την επίσκεψή του στην Παλαιομάνινα. Συγκεκριμένα, μετά την επίσκεψή του στο «Λαχόρ» (Αγρίνιο) αναφέρει τα εξής για τη «Μάνη»:

«Και αναχώρησα για να πάω στον ντισντάρη της Μάνης. Μόλις έφτασα εκεί, ο ταπεινότατος εγώ, με γέμισαν με δώρα. Κι αυτοί μιλούν ρωμέϊκα. Τα παλικάρια ντύνονται κατά τις νησιώτικες συνήθειες, με κόκκινα φέσια και κάπες. Οι πιο ώριμοι όμως φοράνε επιχρυσωμένα σαρίκια, λιπαντζέ – σαμούρ και-γενικά- ακριβά και μεγαλόπρεπα ρούχα. Το νερό τους είναι πηγαδίσιο, αλλά δροσερό. Η περιοχή παράγει ρύζι, λεμόνια, νεράντζια, μανταρίνια κι ελιές. Το κλίμα είναι πολύ εύκρατο. Ξαναγύρισα στο Λαχόρ βαδίζοντας για μισή ώρα σε μια πλαγιά κατάφυτη από αμπέλια…».

Δηλαδή, οι κάτοικοι μιλούσαν ρωμείκα και όχι… αλβανικά!!!

Εξήντα χρόνια αργότερα, ο Μελέτιος, μητροπολίτης Αθηνών, στο βιβλίο του» Γεωγραφία» (σελίδα 323), το οποίο πρωτοεκδόθηκε στη Βενετία το 1728 αναφέρει το «Κάστρο της Μαίνης», το οποίο πιθανολογεί ότι είναι ο «Αστακός». Γράφει: «Άστακος και Αστακός, κληθείσα από Αστακού, υιού του Ποσειδώνος και της Ολβίας Νύμφης, κειμένη πλησίον του Αχελώου, καθώς τω περιγράφω. Φαίνεται να είναι το Κάστρο της Μαϊνης».

Πλήρης σύγχυση! Ενώ αναφέρει ότι ο Αστακός φαίνεται να είναι «Κάστρο της Μαίνης», στη συνέχεια γράφει ότι βρίσκεται κοντά στον Αχελώο. Αλλά, κοντά, πολύ κοντά, στη δυτική όχθη του Αχελώου, κι εκεί κοντά, στην Ακαρνανία, είναι το «Κάστρο της Παλαιομάϊνας»!

ΥΓ. Παρακαλώ τον κ. Βασιλείου να προσκομίσει τεκμηριωμένο αντίλογο σε όλα αυτά και εγώ θα εκφράσω δημοσίως τα θερμά μου συγχαρητήρια…

Του Δημήτρη Στεργίου

Συγκινητικές, μέχρι έντονης απογοήτευσης  και αγανάκτησης, ήταν οι αντιδράσεις των φίλων μας, οι οποίες  συνόδευσαν το άρθρο μας για την υπό κατάρρευση «Αυλόπορτα» της Παλαιομάνινας  που αναρτήθηκε  στη σελίδα μας καθώς και στις εντυπωσιακές, φίλες και φιλόξενες ηλεκτρονικές εφημερίδες www.Aixm-inews.gr της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου,  www.epoxi.gr  και  www.agrinionews Αγρινίου  και.www.iaitoloakarnania.gr. Αλλά, η υπό κατάρρευση «Αυλόπορτα» της Παλαιομάνινας δεν είναι το μόνο επιβλητικό μνημείο της απέραντης αρχαίας πόλης, το οποίο είναι κι αυτό έτοιμο να καταρρεύσει, μολονότι ο αρμόδιος, επικεφαλής των αρχαιολογικών ανασκαφών καθηγητής Αρχαιολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Βασίλης Λαμπρινουδάκης έχει εντόνως προειδοποιήσει. Αλλά και στην περίπτωση αυτή  η προκλητική κρατική αδιαφορία αποτελεί μέγιστο όνειδος για τους νεοέλληνες.

Πρόκειται για τον εμβληματικό Πύργο του κυκλώπειου τείχους της Ακρόπολης της Παλαιομάνινας για τον οποίο, από την έναρξη των ανασκαφών στην αρχαία πόλη το 2006,   επισημάνθηκε από τον κ. Λαμπρινουδάκη ότι απαιτείται άμεση λήψη μέτρων αντιμετώπισης του κινδύνου κατάρρευσής του. Μάλιστα, έχει προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενη καταστροφή θα ήταν δύσκολα και με πολύ μεγάλο κόστος αναστρέψιμη και θα προκαλούσε έντονη υποβάθμιση της εικόνας του μνημείου. Στη συνέχεια, ο κ. Λαμπρινουδάκης αναφέρει ότι η δαπάνη για την αντιμετώπιση του κινδύνου κατάρρευσης του πύργου ανέρχεται σε 50.000 ευρώ, ευελπιστώντας ότι η μικρή αυτή δαπάνη θα καλυπτόταν αμέσως από την τοπική αυτοδιοίκηση ή από επιχείρηση ή επιχειρήσεις της περιοχής, αλλά φευ!

Σημειώνεται ότι ο επιβλητικός αυτός πύργος είναι ακριβώς απέναντι και σε απόσταση  30 περίπου μέτρων από τη νέα, άγνωστη έως τώρα, πυλίδα, η οποία ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές αυτές και η οποία, μαζί με τα άλλα εντυπωσιακά αποτελέσματα της πρώτης φάσης της αρχαιολογικής έρευνας υπό τον κ. Λαμπρινουδάκη αποδεικνύει τη συνεχή κατοίκηση της περιοχής, καθώς η αρχιτεκτονική της και τα ευρήματα δείχνουν ότι η περιοχή κατοικούνταν από το 2.800 π.Χ. περίπου, ενώ μια άλλη πύλη που χρονολογείται περίπου στο 400 π.Χ., ήταν αφιερωμένη στον Δία. Όπως επισημαίνει ο κ. Λαμπρινουδάκης, η πρακτική πύλες να αφιερώνονται στο Δία ή κάποιον άλλο θεό ήταν διαδεδομένη στην αρχαιότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Λαμπρινουδάκη, η λατρεία του Δία είναι γνωστή τόσο στην αρχαία Στράτο όσο και στις Οινιάδες, επομένως αυτή η ομοιότητα στη λατρεία ίσως δικαιώνει την άποψη πως αυτοί που κατοικούσαν «ψηλά» στον Αχελώο κατέβηκαν για να διευκολύνουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες.

Η κρίση και η αδιαφορία ματαίωσαν και τις αρχαιολογικές ανασκαφές

Μολονότι τα αποτελέσματα της περιπετειώδους οικονομικά ανασκαφικής έρευνας στην Παλαιομάνινας είναι έως τώρα σημαντικότατα, το πρόγραμμα των αρχαιολογικών προωθούνταν με σημαντικά εμπόδια και παύσεις, εξαιτίας των έλλειψης πόρων και της αδιαφορίας της πολιτείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης και ήδη, μετά την οικονομική κρίση, μετά το 2010, το πρόγραμμα των ανασκαφών έχει σταματήσει! Αυτά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα από τις ανασκαφές στην Παλαιομάνινα έχει παρουσιάσει πολλές φορές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ο κ. Λαμπρινουδάκης. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα ακόλουθα:

-Η αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας ήταν τειχισμένη από τους κλασικούς χρόνους.

-Στη μοναδική είσοδο από την αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας στην ακρόπολη αποκαλύφθηκε ΕΠΙΓΡΑΦΗ που αναγράφει το όνομα του ύψιστου αρχαίου θεού Δία.  Από τη μορφή των γραμμάτων χρονολογείται τον 4ο περίπου αιώνα π.Χ. Ο Ζευς ως προστάτης πυλών, σύμφωνα με τον καθηγητή,  μαρτυρείται σε πολλές πόλεις όπως στη Θήβα (Ύψισται Πύλαι) και στην Αθήνα (Βωμός Ερκείου Διός). Η σημασία της λατρείας του Διός στην περιοχή ενισχύεται και από το γεγονός της απεικόνισης του θεού σε νομίσματα της όμορης πόλης των Οινιαδών. Σημειώνεται ότι πληροφορίες με λεπτομερή περιγραφή σχετικά με την επιγραφή αυτή δίνει ο κ. Λαμπρινουδάκης σε άρθρο στα «ΑΙΤΩΛΙΚΑ», (αρ. τεύχους 15, έτους 2010).

-Τα μνημειακά ερείπια της αρχαίας πόλης της Παλαιομάνινας είναι ιδιαίτερα σημαντικά και λόγω της καλής διατήρησής τους, αλλά και λόγω της στρατηγικής σημασίας της πόλης αυτής στη δυτική όχθη του Αχελώου, η οποία πρέπει να ταυτιστεί με την αρχαία Μητρόπολη και η οποία φαίνεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Δυτικής Ελλάδος.

- Αναδείχθηκε μέσα από την οργιώδη βλάστηση ο γνωστός τριμερής περίβολος των τειχών μήκους πάνω από 1.700 μέτρων, αλλά σήμερα έχει ήδη καλυφθεί ξανά από χόρτα, θάμνους και ... δέντρα!

-Εντοπίσθηκε ένα ακόμη τειχισμένο, άγνωστο έως σήμερα στην έρευνα, διαμέρισμα, που έχει καλυφθεί από τμήμα του σημερινού χωριού της Παλαιομάνινας που δείχνει την εξαιρετικά μεγάλη έκταση της αρχαίας πόλης.

-Σε πρόσφατη ανακοίνωσή του στο Γερμανικό Ινστιτούτο, ο κ. Λαμπρινουδάκης έκανε περισσότερη εμβάθυνση στο θέμα. Όπως επισημαίνει, φαίνεται ότι η γνωστή οχύρωση με τα τρία μέρη της (ακρόπολη- «κάτω ακρόπολη»- «πόλη») ήταν μάλλον καταφύγιο για τον καιρό του πολέμου, ενώ η καθ΄ αυτό πόλη βρισκόταν όπου και η σημερινή Παλαιομάνινα, όπου εντοπίσθηκαν τμήματα του αρχαϊκού τείχους.

-Η ανασκαφή της πυλίδας αποκάλυψε και μιαν αδιάκοπη συνέχεια ζωής στην περιοχή από την 3η χιλιετία μέχρι τα βυζαντινά χρόνια.

-Με τις πρώτες ανασκαφικές εργασίες φάνηκαν τα πρώτα σπίτια μέσα στην ακρόπολη και τα υπόλοιπα τειχισμένα διαμερίσματα της πόλης.

-Οι ίδιες οι έρευνες αποκάλυψαν επιμελημένα δίκτυα αγωγών, τα οποία μαρτυρούν ένα συστηματικά δομημένο χώρο στην επιφάνεια.

-Ήλθαν ακόμα στο φως οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες, που, μαζί με την έρευνα των οικοδομημάτων, θα φωτίσουν την αρχαία ζωή στο σημαντικό αυτό κέντρο της Δυτικής Ελλάδος.

Για την  Ακρόπολη της Παλαιομάνινας, όπου βρίσκεται ο υπό κατάρρευση πύργος της, παραθέτω απόσπασμα από την περιγραφή που κάνει ο Ληκ:

 «… Από την εσωτερική πύλη, τα δύο τείχη του κεντρικού περιτειχισμένου χώρου ανεβαίνουν σε μια μικρή τετράγωνη ακρόπολη στην  κορυφή του λόφου. Το ένα τείχος στα δεξιά ανεβαίνει απ΄ ευθείας, ενώ το αριστερό όχι και τόσο (διαμορφώνει μια καμπύλη). Πάντως, και τα δύο τείχη καμπυλώνουν στην εξωτερική τους πλευρά. Η ακρόπολη έχει έναν εξωτερικό χώρο περιτριγυρισμένο από πύργους…»

Επίσης, η ακρόπολη περιγράφεται και από τον Εζέ ως εξής:

«..Η ακρόπολη σχηματίζει πάνω στο οροπέδιο, που κοσμεί από μακριά τις όχθες του Αχελώου, ένα ακανόνιστο τετράγωνο με πύργους στην άκρη του. Πίσω από την ακρόπολη και στο ίδιο επίπεδο, ένα γκρεμισμένο τείχος περιβάλλει έναν ολόκληρο χώρο, όπου βρίσκει κανείς εδώ και εκεί ίχνη αρχαίων σπιτιών. Τέλος, το κύριο οχυρό, που μετράει για δύο, γιατί χωρίζεται με ένα παχύ εσωτερικό τείχος, κατεβαίνει το βουνό σε ένα έδαφος γεμάτο δέντρα και βράχους. Η γενική του μορφή μοιάζει με γωνία ή με τρίγωνο, του οποίου η βάση στηρίζεται στα βουνά και που επεκτείνεται με μια μακριά μύτη έως την ίδια την όχθη του ποταμού. Το διπλό αυτό τείχος, μάλιστα, μοιάζει πολύ παλαιό και είναι εντυπωσιακό, εξαιτίας της μοναδικής του διευθέτησης, με τους τεράστιους λίθους που το αποτελούν, το πάχος των τειχών του, την αμυντική αξία τους, που εντοπίζεται αποκλειστικά στην ιδιομορφία των γραμμών του, τη σκληρότητα του εδάφους, που δεν ισοπεδώθηκε και που ποτέ δεν μπόρεσε να φιλοξενήσει παρά φτωχικά καλύβια. Ένας πληθυσμός άγριος και πολεμοχαρής άφησε τα σημάδια του σε αυτές τις κατασκευές, που μοιάζουν να έχουν γίνει αποκλειστικά για να κρατήσουν μακριά τον εχθρό, χωρίς να νοιάζεται για τη διευκόλυνσή του…»

Ο Ληκ περιγράφει τα αρχαία τείχη της Παλαιομάνινας ως εξής:.

«…Τα αρχικά τείχη έχουν σε μερικά σημεία πλάτος 11 ποδών (3,35 μέτρα), αλλά είναι φτιαγμένα στη μέση από χαλίκια (μικρές πέτρες), ενώ εξωτερικά καλύπτονται από κονίαμα. Ανάμεσα στις μεταγενέστερες προσθήκες βρίσκονται τα υπολείμματα ενός πύργου στο χαμηλότερο σημείο της ακρόπολης, από τον οποίο έχουν διασωθεί 10 ή 12 σειρές της κανονικής τειχοποιίας στη μια πλευρά, καθώς και ένα μικρό τμήμα της γειτονικής πλευράς. Εδώ το τείχος αποτελείται από λίθους πάχους όχι περισσότερο των 2,5 - 3 ποδών (0,76 - 0,91 μέτρα). Σε αυτά τα τμήματα της τειχοποιίας, τα οποία έχουν διασωθεί, υπάρχει, στο μέσον περίπου, ένα άνοιγμα, το οποίο προεξέχει μερικά εκατοστά. Μια παρόμοια προεξοχή υπάρχει και στη βάση του τείχους.

Το αμυντικό σύστημα της ακρόπολης στη χαμηλότερη πλευρά προς την πόλη αποτελείται μερικώς από ένα κατακόρυφο σκάψιμο στο βράχο, πάνω στο οποίο έχει χτισθεί ένα τείχος που περιλαμβάνει ακανόνιστους λίθους. Αυτοί εφαρμόζουν ακριβώς, τόσο μεταξύ τους όσο και στο βράχο. Τα ερείπια δεν είναι σε κανένα σημείο πάνω από 8 ή 10 ποδών ψηλά (2,43 - 3,0 μέτρα), εκτός από την “Αυλόπορτα”. Ο εσώκλειστος χώρος είναι τόσο απότομος, ώστε κάποιος εκπλήσσεται με την ιδέα ότι κατοικούνταν κάποτε. Δεν έχουν βρεθεί όμως τα θεμέλιά του.Το μέγιστο μήκος από την ακρόπολη έως την “Αυλόπορτα” είναι 600 υαρδών (548,4 μέτρα)…»

-Σύμφωνα με τον  κ. Λαμπρινουδάκη στη μοναδική είσοδο από την
αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας στην ακρόπολη αποκαλύφθηκε ΕΠΙΓΡΑΦΗ που αναγράφει το όνομα του ύψιστου αρχαίου θεού Δία.  Από τη μορφή των γραμμάτων χρονολογείται τον 4ο περίπου αιώνα π.Χ. Ο Ζευς ως προστάτης πυλών, σύμφωνα με τον καθηγητή,  μαρτυρείται σε πολλές πόλεις όπως στη Θήβα (Ύψισται Πύλαι) και στην Αθήνα (Βωμός Ερκείου Διός). Η σημασία της λατρείας του Διός στην περιοχή ενισχύεται και από το γεγονός της απεικόνισης του θεού σε νομίσματα της όμορης πόλης των Οινιαδών. Σημειώνεται ότι πληροφορίες με λεπτομερή περιγραφή σχετικά με την επιγραφή αυτή δίνει ο κ. Λαμπρινουδάκης σε άρθρο στα «ΑΙΤΩΛΙΚΑ», (αρ. τεύχους 15, έτους 2010).

-Αυτή η μικρή είσοδος (πυλίδα) είναι πολύ σημαντική γιατί προσέφερε καταφύγιο ανθρώπων και ζώων από την πιο χαλαρά οχυρωμένη χώρα της αρχαίας πόλης (που βρισκόταν μάλλον στο υψίπεδο που βρίσκεται το σημερινό χωριό)  στην καλά οχυρωμένη ακρόπολη. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τον Πολύβιο, όταν οι μακεδονικός στρατός υπό τον Φίλιππο Ε΄ πυρπόλησε  εύκολα την κάτω πόλη της Μητρόπολης (219-217 π.Χ.)  δεν μπόρεσε να κυριεύσει την πολύ καλά οχυρωμένη ακρόπολή της.

(Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Βασίλη Λαμπρινουδάκη και του Γιώργου Μπαμπάνη)

Του Δημήτρη Στεργίου

Από το 1995, σε επικοινωνία μαζί  με τότε προϊστάμενο της ΣΤ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων αρχαιολόγο (στη συνέχεια γενικό διευθυντή του υπουργείου Πολιτισμού) και ένθερμο φίλο της Παλαιομάνινας Λάζαρο Κολώνα, συνεχώς του επεσήμανα την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η επιβλητική αρχαία κεντρική Πύλη των αρχαίων τειχών και προειδοποιούσα για τον κίνδυνο κατάρρευσής της.

Στην αρχή, όλες αυτές τις προειδοποιήσεις  τις αντιμετώπιζε με συγκατάβαση και υπομειδίαμα λέγοντας ότι «παντού οι πάντες τα ίδια λένε, κι έχουν δίκαιο»! Και είχε, πράγματι, δίκαιο, διότι από το πρωί έως το βράδυ καθημερινώς βρισκόταν ή στους χώρους ανασκαφών ή σε αρχαιολογικούς χώρους που επιμόνως ζητούσαν την προστασία τους ή την αξιοποίησή της ή την ανάδειξή τους.

Αλλά, «ανάγκα και οι Θεοί πείθονται!  Τελικά, μη αντέχοντας άλλο την αφόρητη πίεση, με ειδοποίησε ότι έχει προγραμματίσει  την επίσκεψη στην Παλαιομάνινα ανταποκρινόμενος  στην πρόσκλησή μου για να παρευρεθεί στις γνωστές, ως θεσμό πια, πολιτιστικές εκδηλώσεις της Παλαιομάνινας το 1997. Πράγματι, τότε επισκέφθηκε την Παλαιομάνινα και, φυσικά, την  ετοιμόρροπη «Αυλόπορτα» (φωτογραφία),  όπου, έντρομος, είδε από κοντά  τον κίνδυνο κατάρρευσής της  και αμέσως έδωσε εντολή για τοποθέτησή της σε «ξύλινο νάρθηκα», ο οποίος παραμένει μέχρι σήμερα. Σημειώνεται ότι τότε, μαζί με τον κ. Κολώνα την «Αυλόπορτα» καθώς και την Ακρόπολη επισκέφθηκαν και  οι προσκεκλημένοι για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις αείμνηστος Σαράντος Καργάκος με τη σύζυγό του και ο γνωστός καθηγητής  βαλκανολόγος – ρωμανιστής, πολυγραφότατος,   Ελληνόβλαχος Αχιλλεύς Λαζάρου με τη σύζυγό του.

Η πρώτη αυτή παρέμβαση είχε ως σκοπό τη διάσωση του επιβλητικού αυτού αρχαίου μνημείου, με επόμενο, άμεσο, στόχο την κατάρτιση ενός προγράμματος  απομάκρυνσης του «νάρθηκα» και έργου μόνιμης στήριξης του μεγάλου αυτού μνημείου της αρχαιότητας στο χωριό. Αλλά, φευ! Διότι, ως γνωστόν,  ουδέν μονιμώτερον  του προσωρινού εν Ελλάδι. Ο σάπιος πια ξύλινος «νάρθηκας»  παραμένει εκεί επί 22 χρόνια, έτοιμος να καταρρεύσει κι εκείνος  μαζί με την «Αυλόπορτα»! Κι όμως, όπως συνεχώς τονίζει ο προϊστάμενος των αρχαιολογικών ανασκαφών στην αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας ομότιμος καθηγητής Αρχαιολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Λαμπρινουδάκης, η αποκατάσταση της κεντρικής παραποτάμιας πύλης της τειχισμένης πόλης, με παράλληλη αφαίρεση του ξύλινου προστατευτικού συμπλέγματος που αλλοιώνει τη μορφή της, είναι αναγκαία για την προστασία του μνημείου αυτού, αλλά και για την ανάδειξή της, δεδομένου ότι αποτελεί πρότυπο πύλης για τις ακαρνανικές οχυρώσεις.  Μάλιστα, στο σχετικό του πρόγραμμα αναφέρει ότι το κόστος της αποκατάστασης της «Αυλόπορτας ανέρχεται σε 150.000 , εκφράζοντας  τις προσδοκίες ότι  το ποσό αυτό θα εξασφαλιζόταν από την τοπική αυτοδιοίκηση ή χορηγούς. Αμ δε!

 

Οι περιγραφές της Αυλόπορτας από περιηγητές

Σημειώνεται ότι  στην «Αυλόπορτα» ή «Μεγάλη Πύλη» ή «Λα Πόρτα», όπως τη λένε οι ντόπιοι, που βρίσκεται στη δεξιά όχθη  του Αχελώου ποταμού,  καταλήγουν  τα κυκλώπεια τείχη μήκους 1.700 μέτρων με την ιδιαίτερη τεχνική που ήταν κατασκευασμένα, τα οποία αρχίζουν από την περιοχή της «Καλέας»  (Ακρόπολη). Αυτό το επιβλητικό μνημείο της αρχαιότητας είχαν επισκεφθεί στο απώτερο παρελθόν  περιηγητές, οι οποίοι  εκφράζουν τον θαυμασμό τους και  μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες  για το χτίσιμό της και το ρόλο της.

Την Παλαιομάνινα, λοιπόν, επεσκέφθησαν, μεταξύ άλλων,  το 1805 ο  Άγγλος τοπογράφος και νομισματολόγος Γουλιέλμος Μαρτίνος Ληκ (William Martin Leake) και το 1860 o μεγάλος Γάλλος περιηγητής Λέον Εζέ (Leon Heuzeuy). Συγκεκριμένα, για τη Μεγάλη Πύλη ή «Αυλόπορτα ο Ληκ γράφει, μεταξύ πολλών άλλων, τα εξής:

 «…Όπως και με τα ερείπια της Στράτου, μια από τις πύλες βρίσκεται πολύ κοντά στον Αχελώο, σε ένα παρακλάδι του ποταμού που διαχωρίζεται από την κυρίως κοίτη. Η πύλη έχει πλάτος 8 ποδών (σημείωση:2,44 μέτρα), αλλά στενεύει όσο πλησιάζει προς την κορυφή. Αποτελείται από δύο αντιδιαμετρικά τοποθετημένους λίθους, τοξωτούς, οι οποίοι δεν εφάπτονται, αλλά καλύπτονται από ένα τετράπλευρο λίθο, μήκους 10 ποδών (3,04 μέτρα), ύψους 3 και 1/4 ποδών (0,99 μέτρα), ενώ το χαμηλότερο σημείο είναι 2 και 1/4 ποδών (0,68 μέτρα)…

Σχεδόν απέναντι από τον πύργο, μια μικρή πύλη οδηγεί στον κεντρικό περιτειχισμένο χώρο της πόλης ή του οχυρού. Η εσωτερική πύλη βρίσκεται σε μια πλαγιά. Οι πέτρινοι λίθοι πάνω από την πύλη προεξέχουν. Ο ένας είναι πάνω από τον άλλο, σαν να σχηματίζουν ανεστραμμένο σκαλοπάτι. Ίσως και να υπάρχει ή να υπήρχε και κάτω σκαλοπάτι επικοινωνίας, το οποίο τώρα να είναι θαμμένο στη γη και στα ερείπια. Οι ντόπιοι ονομάζουν την εξωτερική πύλη “Αυλόπορτα”, γιατί στην πραγματικότητα είναι η είσοδος σε ένα είδος αυλής ή θαλάμου του οχυρού, το οποίο αποτελούσε μια καλή προστασία για την εσωτερική πύλη. Δεν έχω δει αλλού κάποιο παρόμοιο δείγμα αμυντικών έργων…»

Επίσης, ο Εζέ περιγράφει την «Αυλόπορτα» ως εξής:

«..Στην άκρη της μύτης, που κατεβαίνει προς τον ποταμό, βρίσκεται η μνημειώδης πύλη που οι χωρικοί την ονομάζουν «Αυλόπορτα» και που αναφέρεται ήδη από τον συνταγματάρχη Ληκ σαν ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της Ελλάδος. Αυτή σχηματίζει, μαζί με τα έργα που συνδέονται μαζί της, ένα είδος εισόδου που θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν πέμπτο οχυρωματικό έργο. Αντί να «κοιτάζει» προς την όχθη του Αχελώου, είναι στραμμένη προς το πλάι και «κοιτάζει» προς το νότο. Μια χοντρή και ακανόνιστη ελληνική κατασκευή, με τεράστιους λίθους, βγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι σαν ένας τεράστιος πύργος, μέσα στον οποίο έχουν ανοίξει ένα πέρασμα πλάτους 2,45 μέτρων και βάθους 11,25 μέτρων. Η πόρτα, ύψους 4,35 μέτρων έχει ένα ημικύκλιο σαν τις μικρές πόρτες του Καραβασαρά (σημείωση: Αμφιλοχία) και του Σωροβιγλίου (σημείωση: Στράτος). Δηλαδή, ο θόλος (τόξο) της φαίνεται μόνο με δύο λίθους που πλησιάζουν και που σχηματίζουν ένα ημικύκλιο. Η διευθέτηση αυτή είναι εύκολο να γίνει, όταν είναι μικρή η κλίμακα. Αλλά ο ταξιδιώτης, που θα βρεθεί ξαφνικά μπροστά σε αυτά τα μνημεία, αφού θα έχει περάσει μέσα από τις βελανιδιές και αναρριχώμενα φυτά, θα εκπλαγεί βλέποντας να στρογγυλεύει πάνω από το κεφάλι του το τόξο μιας μεγάλης πύλης με δύο απλώς λίθους. Παρά τις κολοσσιαίες διαστάσεις των λίθων, που χρησιμοποίησαν, οι εργάτες δεν μπόρεσαν να τις ταιριάξουν: χρειάστηκε, για να κρατηθεί και να ολοκληρωθεί το τόξο, να μπει και ένα πρέκι μήκους τριών μέτρων, το οποίο ακόμα βρίσκεται εκεί. Αναμφίβολα, χρειάζεται στην τοποθέτηση των λίθων και στην ισορροπία μιας σειράς από πέτρες που τοποθετούνται στο χώρο, πολύ περισσότερη επιστήμη και τέχνη απ' ό,τι σε μια χονδροειδή απομίμηση που καταργεί κάθε κατασκευαστική δυσκολία. Ωστόσο, όταν βλέπουμε το τόξο αυτό που σχηματίζεται από δύο κομμάτια, δεν μπορούμε να μη θαυμάσουμε την, δεν ξέρω και εγώ, δεξιοτεχνία ή την τόλμη, όταν δεν διαθέτεις την τέχνη, που είναι ακριβώς και η τέχνη των πρωτόγονων ή άξεστων λαών. Ο ίδιος ο χονδροειδής χαρακτήρας των υλικών και η αδεξιότητα στην εκτέλεση, οι ακανόνιστες πέτρες, ο κύκλος που είναι άσχημα σχεδιασμένος, προσθέτουν αυτή τη συνολική εντύπωση και ενισχύουν το παράξενο θέαμα.

Κατά τα άλλα, η «Πόρτα» στο Παλαιό-Μάνι, με τα υπόλοιπα έργα που την περιβάλλουν, είναι ίσως λιγότερο παλαιά από τα κυκλώπεια τείχη των οχυρών. Οι Ακαρνάνες, υιοθετώντας τις στρογγυλές αυτές μορφές για τη στρατιωτική τους αρχιτεκτονική, δεν προσέθεσαν πολύ μεγαλύτερη λεπτότητα ή φροντίδα απ' ό,τι στο παρελθόν: εξακολουθούσαν να έχουν την επιβλητική σταθερότητα, έστω και πιο άγρια και πιο μαζική, των πρώτων χρόνων. Εδώ, όπως και στις πιο μικρές πόρτες του Καραβασαρά, το τόξο, που διακρίνεται μόνο από τα έξω, δεν συνεχίζει στο εσωτερικό της οικοδομής. Το πλατύ πέρασμα, που ακολουθεί την πόρτα, ήταν σκεπασμένο από μια σειρά τεράστιων και ίσων λίθινων τεμαχίων  Δύο από αυτά συνεχίζουν και υπάρχουν και σήμερα στη θέση τους. Το δεύτερο είναι μόλις 2,15 μέτρων από το έδαφος, περίπου στο ήμισυ του ύψους του πρώτου: είναι προφανές ότι το πέρασμα κόνταινε απότομα προς το μέσον του.

Όταν έχει περάσει κανείς την πόρτα, βρίσκεται κλεισμένος μέσα σε ένα μικρό οχυρό σε σχήμα ακανόνιστου τετραγώνου, που είναι μάλλον μακρύ, παρά πλατύ. Η μόνη είσοδος από αυτό το είδος της πύλης στο πρώτο οχυρό της πόλης είναι μια μικρή πόρτα πλάτους μόλις 1,40 μέτρων. Καθώς το έδαφος αρχίζει να υψώνεται αρκετά γρήγορα, η πόρτα αυτή υψώνεται και αυτή ακολουθώντας το πάχος του τείχους. Οι τέσσερις ίσοι λίθοι, που την καλύπτουν, σχηματίζουν το καθένα μια μύτη (εξοχή) και είναι βαλμένα σαν τα σκαλοπάτια μιας ανάποδης σκάλας. Ίσως αν έσκαβε κανείς να έβρισκε και στο δάπεδο τέσσερα αντίστοιχα σκαλοπάτια. Να, μια ιδιαίτερα άβολη είσοδος για πόλη: και μόνο με αυτή την ένδειξη μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο απλή και πρωτόγονη ήταν η ζωή των κατοίκων. Έτσι, η μεγάλη πόρτα που είχαν κατασκευάσει ήταν απλώς για τα μάτια: δεν μπορούσαν να μπουν στο οχυρό τους ούτε με αμάξια ούτε με τα ζώα, αν κουβαλούσαν πράγματα. Ένας έφιππος ήταν αναγκασμένος να κατέβει στο έδαφος. Όλα θυσιάζονταν για την ασφάλεια του χώρου, που μοιάζει μάλλον να ήταν για να μπορεί να αμυνθεί κανείς παρά για να χρησιμοποιηθεί για την επιβίωσή του. Αναρωτιέται μάλιστα κανείς πώς μπορούσαν, σε μια επείγουσα στιγμή, να βάλουν μέσα τις σοδιές τους, τα κοπάδια τους και τα εργαλεία τους…».

 

Η εσωτερική πύλη και ο λιθόστρωτος δρόμος

Όπως παρατηρήσατε, ο Εζε κάνει μιαν εκπληκτική περιγραφή της εσωτερικής πύλης, που βρίσκεται  λίγα μέτρα μετά την «Αυλόπορτα». Από την εσωτερική αυτή πύλη,  τα δύο τείχη του κεντρικού περιτειχισμένου χώρου ανεβαίνουν  στην τετράγωνη Ακρόπολη στην  κορυφή του λόφου. Το ένα τείχος στα δεξιά ανεβαίνει απ΄ ευθείας, ενώ το αριστερό όχι και τόσο (διαμορφώνει μια καμπύλη).  Αυτή την εσωτερική πύλη  άρχιζε ο λιθόστρωτος δρόμος που ένωνε  την «Αυλόπορτα» με την Ακρόπολη. Αυτόν τον λιθόστρωτο δρόμο, παρά τις καταστροφές που έχει προκαλέσει η χρήση του από τους κατοίκους του χωριού μέχρι και το 1955, όταν φέρνανε  νερό από τον ποταμό σε βαρέλια πάνω σε άλογα ή γαϊδούρια, είναι εμφανής σε πολλά σημεία και αποτυπώθηκε  από τον πολιτικό μηχανικό  Μάκο Κατσαρό τον Ιούνιο του 2000 με δαπάνη της Εταιρείας Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας, με σκοπό να ενταχθεί το έργο στο Κοινοτικό Πρόγραμμα. Αλλά, για αυτό τον λιθόστρωτο δρόμο λεπτομέρειες σε προσεχές σημείωμα…

Η «Αυλόπορτα» της Παλαιομάνινας με ξύλινο «νάρθηκα» από το 1997

 

Στιγμιότυπο από την επίσκεψη του αρχαιολόγου Λάζαρου Κολώνα στην υπό κατάρρευση «Αυλόπορτα» το 1997

Μόλις πριν από λίγες ημέρες πληροφορήθηκα για τον θάνατο του δεύτερου, μετά τον Βασίλη Νάκα, μεγάλου ποιητή από την Παλαιομάνινα, του Χρήστου Σπύρου Ζώγα.

Δεν με ενημέρωσε κανείς για το θλιβερό αυτό γεγονός. Η επικοινωνία μας ήταν τακτική μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ήταν μια ζεστή, ανθρώπινη επικοινωνία, γεμάτη από προβληματισμούς για τα ολοένα πληθυνόμενα κακώς κείμενα στη χώρα, η οποία, σε μερικές περιπτώσεις, μεταφερόταν σε στίχους, σε ποιήματα, τα οποία πάντα μού έστελνε.

Δεν γνώριζα τον Χρήστο ή, καλύτερα, δεν θυμόμουνα ότι ο (αείμνηστος κι αυτός) συμμαθητής μου στο Δημοτικό Σχολείο της Παλαιομάνινας Βασίλης είχε μικρότερο αδερφό, τον Χρήστο. Η γνωριμία και η επικοινωνία άρχισε από την κυκλοφορία του πρώτου φύλλο της εφημερίδας «Παλαιομάνινα» (Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009), όταν μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εξέφρασε τη χαρά του και τα συγχαρητήριά του για την πρωτοβουλία αυτή. Τότε μού είπε ότι είναι αδερφός του Μήτσου και του συμμαθητή μου Βασίλη Σπύρου Ζώγα.

Από τότε επικοινωνούσαμε συνεχώς με τον Χρήστο. Και ως αντίδωρο της εκτίμησης προς εμένα μού έστελνε εκπληκτικά επίκαιρα ποιήματα. Δεν ήθελε να τον αποκαλώ ποιητή, παρά μόνο στιχουργό, στιχοπλόκο. Όμως ο Χρήστος δεν ήταν μόνο ποιητής, ήταν μεγάλος ποιητής, σεμνός ποιητής. Έγραφε ποιήματα όχι για δική του ικανοποίηση, αλλά για τους άλλους και, κυρίως, σχολιάζοντας την επικαιρότητα. Ναι, ο Χρήστος ήταν ένας έμμετρος σχολιαστής της καυτής ελληνικής επικαιρότητας. Όταν έβλεπε να ποδοματούνται ιερά και όσια γινόταν… Σουρής, όταν αισθανόταν υπερήφανος για τις ρίζες γινόταν … Απόλλων, όταν τον κυρίευαν οι αναμνήσεις γινόταν ένας γλυκός … Όμηρος που έβαζε τους ήρωές του να αναζητούν και να επιθυμούν την επιστροφή τους στην Ιθάκη.

Ο Χρήστος μού έστελνε όλα αυτά τα ποιήματα, τα οποία δημοσίευα στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα». Ως φόρο τιμής, αναδημοσιεύω στη συνέχεια, ως στέφανο, με τη μορφή ραψωδίας μερικά από αυτά εις αιωνίαν μνήμην. Θα προτάξω ένα ποίημά του προς τον γράφοντα, μιαν έμμετρη αυθόρμητη χαρά και ικανοποίηση που ένιωσε διαβάζοντας ένα άρθρο μου στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα» για τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Φυσικά, δεν δημοσιεύσα το ποίημά αυτό στην εφημερίδα, διότι ήταν μια προσωπική και όχι δημόσια αναφορά:

Μια θαυμάσια ρεαλιστική περιγραφή

Αγαπητέ Δημήτρη, με τη σπάνια πέννα, με συγκίνησε η εξαίρετη περιγραφή, της γιορτής του Αγίου Γεωργίου από σένα, καθώς κι αυτή για την παραποτάμια διαδρομή.

Απ’ τις καλύτερες είναι αναμνήσεις

των παιδικών μας χρόνων,

πώς! νοερά πίσω να μην γυρίζεις

στη μαγεία αυτών των χώρων.

 

Νοσταλγώ όμως και την αγνότητα του κόσμου,

που ίδια ήταν με την ομορφιά της φύσης ,

όλα τούτα αναλλοίωτα εντός μου,

σε μια σωστή παιδεία καταλύτης.

 

Σπουδαία επίσης η αναφορά σου

αφιέρωμα στο Ρήγα Φεραίο,

που η Ελλάδα ήταν η καρδιά του,

ο πατριωτισμός του απαντά σε κάθε ανεκδιήγητο ακραίο.

 (Αθήνα 30 Απριλίου 2011)

 

 Ελληνόβλαχος ή Καραγκούνης

(Σημείωση: Μετά τις αντιδράσεις μου στις συνεχιζόμενες πλάνες, επικίνδυνες θεωρίες και ύβρεις για τους προγόνους μας του δασκάλου Αντώνη Βασιλείου στο επίμαχο βιβλίο του, όπου χαρακτηρίζει τους Ριμένους της Ακαρνανίας ως Βλαχοκαραγκούνηδες και εξελληνισθέντες Αλβανούς, ο αείμνηστος ποιητής Χρήστος Ζώγας, διαβάζοντας όλα αυτά, ως σύγχρονος Σουρής, δημιούργησε έμμετρη απάντηση με το ακόκλουθο, υπό τον τίτλο «Ελληνόβλαχος ή Καραγκούνης», ποίημά του, με το οποίο χαρακτηρίζει το βιβλίο του κ. Βασιλείου ως «αερολόγημα»):

O Βλάχος είναι ορεσίβιος,

 ο Καραγκούνης πεδινός,

 δεν είναι οι δυο ταυτόσημοι ο (ίδιος),

 καθόλου προφανώς.

 

Ο ισχυρισμός της ταύτισης,

 λογική πρωτοφανής,

 αποκρούει το ενδιαφέρον της ανάγνωσης,

 ενός συγγράμματος, ευθύς εξ υπαρχής.

 

Δεν είν’ αυτό το πόνημα,

 έρευνας βαθιάς καρπός,

 παρά ένα αερολόγημα,

 στη γνώση δεν δίνει φως.

 

Ως αναγνώστες δικαιούμεθα,

 γνώμη να έχουμε σαφώς,

 άλλωστε διερωτώμεθα,

 της ανάγνωσης ποίος ο σκοπός.

 

Κι ορθή γνώμη σχηματίζεται,

 δια της πειθούς,

 όταν η δεύτερη στηρίζεται,

 ακραιφνώς επί του αληθούς.

 

Αλλιώς καταδικάζεται,

 ως προσωρινή,

 στην πορεία χάνεται,

 δεν έχει πια ζωή.

 

Και το καινούργιο σύγγραμμα,

 που διαφημίζεται φρονώ,

 από τα ολισθήματα,

 θα πέσει στο κενό.

 

Το καπνομάζεμα

(Σημείωση: Και το παρακάτω ποίημα, με εκπληκτικούς στίχους , υπό τον τίτλο «Το καπνομάζεμα», του ταλαντούχου ποιητή Χρήστου Ζώγα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα» )

 Απ’ τ’ άγρια χαράματα,

με την Πούλια οδηγό

και ταχύ το βάδισμα,

για του καπνού το μάζεμα

ξυπνούσαν στο χωριό.

 

Πριν βγει ο ήλιος και ζεστάνει

το καπνόφυλλο γιατί,

τη φρεσκάδα όταν χάνει,

μαραμένο το κοτσάνι,

δύσκολο ήταν να κοπεί.

 

Πριν απ’ τα χαράματα

με το φως του φεγγαριού,

σα μηχανή τα δάχτυλα

κόβανε στο μάζεμα

τα φύλλα του καπνού.

 

Κι έβγαινε ήχος ρυθμικός

στη σιγαλιά της νύχτας,

μαζί ακούγονταν κι αυτός

του γρύλλου ο ερωτικός,

του τριζονιού, κατά της νύστας.

 

Άντε να βελονιαστεί

συνήθως ένα ένα,

καλά ν’ αρμαθιαστεί,

με μόχθο κοντολογίς πολύ,

έφθανες στο τέρμα.

 

Καταμεσής, την άνοιξη

κι όλο το καλοκαίρι,

η έγνοια κει αδιάκοπη,

με το άγχος η εξέλιξη,

στο τέλος τι θα φέρει.

 

Που θα’ ρχόταν ο μεσίτης

να κοιτάξ’ να εκτιμήσει,

ο μεσάζων ο αγύρτης,

τη σοδειά αν θα πουλήσεις,

με τιμή, που κείνος θα ορίσει.

 

«Η Ακαρνανία»

 Του Αργυροδίνη Αχελώου δυτικά

μέχρι τις ακτές του Ιονίου,

στη γη των Ακαρνάνων κάποιος περπατά,

θεατής ποικιλόμορφου τοπίου.

 

Δύσβατα, στις κορφές σχεδόν γυμνά

τα δικά της τ’Ακαρνανικά δεσπόζουν όρη,

με την εικόνα ν’αλλάζει ξαφνικά

στις παρυφές, με πράσινο βοσκολίβαδα και χλόη.

 

Βόρεια απ’το Άκτιο αρχινά,

τη Βόνιτσα, Αλυζία, Αμφιλοχία,

στο άλλο άκρο της προχωρώντας χαμηλά,

στων Οινιάδων φθάνουμε την Πολιτεία.

 

Στου Ασπροπόταμου τις εκβολές

με τη χλωρίδα και πανίδα,

όπου οι νήσοι Εχινάδες δεν απέχουνε κι αυτές,

στο οικοσύστημα στολίδια.

 

Απέραντοι υδρότοποι ενδημικά υδρόβια πουλιά

στις θαμνώδεις αμμοθίνες ζούνε,

από την εποχή του «Ολοκαίνου» διαχρονικά,

αλκυόνες στις όχθες, στο Δέλτα πετούνε.

 

Αλλά και ενδιάμεσα της διαδρομής,

αξιόλογα μνημεία θενα δούμε,

στη «Μητρόπολη» στην αρχαία «Σαυρία» ευθύς,

στην εμπασιά της Παλαιομάνινας αν βρεθούμε.

 

Ακαρνανία χώρα των πολεμιστών,

αψηφώντας τον κίνδυνο στη μάχη,

των σιδεροφορούντων ανδρών,

ηρώων κλεφτών κι αρματωλών

στην πρώτη γραμμή με τον Καραϊσκάκη.

 (Αθήνα 31 Ιουλίου 2011)

 

Η συγκομιδή του βελανιδιού

 Προτού η μέρα καλά να χαράξει

το χωριό βρισκόταν ήδη στο πόδι,

βελανίδι με δροσιά να τινάξει

πριν το λιοπύρι γερά να φουντώσει.

 

Όλα τα δένδρα σχεδόν μετρημένα

τεμάχιο του όλου είχ’ο καθένας,

αρμονικά μ’επεισόδιο κανένα

μόνο με Ζαβιτσάνους, καβγάς συνέβη ένας.

 

Κάποιοι ήταν σωστοί ακροβάτες

στο δένδρο σαν να’ταν στο χώμα πατούσαν,

στων κλαδιών μπορούσαν,έως τις άκρες

να φθάσουν, πολλές φορές τραγουδούσαν.

 

Στο μάζεμα ο κόπος μάλλον πιο λίγος

το μόνο εμπόδιο θα λέγαμ’εδώ,

η φλομίδα κι ο άγριος πρίνος

η φυλλωσιά του κεντρί κοφτερό.

 

Στο τέλος ερχόταν μία η άλλη

το χρέος βραχνάς ποτέ κερδισμένος,

δράμι γινόταν η οκά στον μπακάλη

κι όμως ήσουν ευχαριστημένος.

Τον Δεκέμβριο του 2016, η Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Ξηρομέρου, έκανε υποβολή αιτήματος προς τον Δήμο, για παραχώρηση του πρώην Γυμνασίου Παλαιομάνινας, ώστε αυτό να χρησιμοποιηθεί για ίδρυση ΚΔΑΠ και Λαογραφικού Μουσείου, αφού προηγουμένως γίνουν κάποιες εργασίες ανακαίνισης και επισκευής του κτιρίου. Το Δημοτικό Συμβούλιο με σχετική του απόφαση, ενέκρινε την παραχώρηση χρήσης του κτιρίου.

Μέχρι σήμερα η Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Ξηρομέρου, έχει επενδύσει για ανακαίνιση και επισκευή του κτιρίου 9.370,60 €.

Συγκεκριμένα:

4.000 € για εργασίες επισκευής στις 6.12.2017 (δείτε εδώ το ένταλμα πληρωμής).

950 € για εργασίες βελτίωσης και καθαρισμού ταβανιού στις 27.7.2018 (δείτε εδώ το ένταλμα πληρωμής).

3.596 € για εργασίες ελαιοχρωματισμού στις 19.12.2018 (δείτε εδώ το ένταλμα πληρωμής).

824,60 € για προμήθεια υλικών και εργασία συντήρησης στις 31.12.2018 (δείτε εδώ το ένταλμα πληρωμής).

Σύνολο: 9.370,60 €.

Πηγή: mytikaspress.blogspot.com

Αντιμέτωποι με ένα τεράστιο πρόβλημα βρίσκονται οι κάτοικοι της Παλαιομάνινας.

Το χωριό δέχεται τις... επιδρομές βοοειδών τα οποία καταστρέφουν όλες τις καλλιέργειες. 

Ένας κάτοικος μας έστειλε ΦΩΤΟ και μας γράφει:

"Σε απόγνωση οι παραγωγοί στη Παλαιομάνινα απο επιδρομές αδέσποτων βοοειδών. Το ποτήρι της οργής ξεχείλισε για τους παραγωγούς στη Παλαιομάνινα που βλέπουν καθημερινά τις σοδειές τους να καταστρέφονται απο τις επιδρομές των μεγαλόσωμων ζώων, και τα παράπονα τους να γίνονται μπαλάκι στα χέρια των αρμοδίων. Τεράστιες εκτάσεις αροτραίων καλλιεργειών και ελλαιώνων γίνονται καθε μερα βορά στις ορέξεις τους ενώ και νέες εγκαταστάσεις δεντρωδων καλλιεργειών ισοπεδώνονται στο διαβα τους. Σύμφωνα με πληροφορίες οι πληγέντες παραγωγοί ξεκίνησαν να μαζεύουν υπογραφές ετσι ώστε να κινηθούν νομικά τόσο εναντίον του ιδιοκτήτη τους οσο και καθε άλλου υπευθύνου..."

Σελίδα 2 από 5

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία