Αγγελίες    Επικοινωνία

Αναμνήσεις του Δημήτρη Στεργίου

Τα παιδιά, κατά ομάδες, «περιέφεραν» στο χωριό του δικό τους «Λάζαρο», κουνώντας, για να χτυπάνε όσο το δυνατόν ηχηρότερα, τα κύπρια

Την παραμονή της γιορτής του Λαζάρου, στην Παλαιομάνινα, όλα σχεδόν τα παιδιά – μαθητές προετοιμάζονταν τα παλαιότερα χρόνια για το έθιμο του «Λαζάρου». Από τρία ξύλα (συνήθως καδρόνια) ίσου μήκους σχημάτιζαν ένα ισοσκελές περίπου τρίγωνο. Ύστερα, ένα μεγάλο ξύλο (συνήθως κι αυτό από καδρόνι), στο ύψος περίπου των παιδιών, έτεμνε τη βάση του τριγώνου αυτού.

Στη συνέχεια, κρεμούσαν, δεξιά και αριστερά από τη βάση του τριγώνου, μεγάλα κουδούνια γιδιών και τραγιών (κύπρια), ενώ στόλιζαν το τρίγωνο με δάφνες, που τις μάζευαν από τη «Γκούβα α Ντελί» (Σπηλιά όπου έμενε και όπου σκοτώθηκε ο λήσταρχος Δελής), και αγριολούλουδα. Επίσης, πάνω στα κύπρια και στα στεφάνια από λουλούδια και δάφνη έριχναν χρωματιστά τσεμπέρια. Προφανώς, με όλα αυτά ήθελαν να δώσουν την εικόνα του «σαβανωμένου» Λαζάρου.

Ανήμερα, Σάββατο του Λαζάρου (παραμονή της Κυριακής των Βαϊων), όλα ήταν έτοιμα. Έτσι, τα παιδιά, κατά ομάδες, «περιέφεραν» στο χωριό τον δικό τους «Λάζαρο», κουνώντας, για να χτυπάνε όσο το δυνατόν ηχηρότερα, τα «κύπρια», ενώ έλεγαν και το ακόλουθο τραγούδι:

Μάρθα, πού΄ ναι ο Λάζαρος ο αδερφός μας,

ο φίλος μας και αγαπητικός μας;

Είναι, είναι πεθαμένος

και στον τάφο του χωμένος.

Λάζαρέ μου, Λάζαρέ μου,

φίλε κι αγαπητέ μου.

Λάζαρε, για έβγα έξω,

απ΄ τον τάφο σου απέξω.

Πες μας, Λάζαρε, τι είδες

στο σκοτάδι όπου πήγες.

Είδα φόβους, είδα τρόμους,

είδα βάσανα και πόνους.

Στο σημείο αυτό ακουγόταν εκκωφαντικός ο ήχος από τα κύπρια, που συνεχώς σείονταν από το παιδί που κρατούσε τον «Λάζαρο».

Το έθιμο του «Λαζάρου» σε πολλές περιοχές

Το έθιμο του Λαζάρου και μάλιστα με κύπρια απαντάται στην Αιτωλοακαρνία και, φυσικά στο Ξηρόμερο, στην Ήπειρο (Κεφαλόβρυσο Ιωαννίνων, Σούλι, Πωγώνι και αλλού) και Βόρειο Ήπειρο (Αργυρόκαστροκαι αλλού), με διάφορες παραλλαγές που αφορούν κυρίως τον τρόπο και το μέσο χρησιμοποίησης των κουδουνιών. Από το περιοδικό «Μπουκέτο» του 1929, προκύπτει ότι τα τραγούδια του Λαζάρου συνοδεύονταν από κυπριά (είδος μεγάλων κουδουνιών), τα οποία, όπως και στην Παλαιομάνινα, ήταν κρεμασμένα σε μια σανίδα, την οποία κινούσαν τα παιδιά ρυθμικά, σα να κοσκινίζουν αλεύρι. Για κάθε τραγούδι και εγκώμιο για τους ενοίκους του σπιτιού, που έλεγαν έπαιρναν εκεί, στην Ήπειρο κι ένα αβγό. Στην Ήπειρο τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν τα εξής:

Ήρθε και ο Χριστός στην πόλη Βηθανία

και εφώναξε Μάρθα και Μαρία

- Μαρία που 'ναι ο Λάζαρος ο αδερφός μας

και ο φίλος μας ο αγαπητός μας

- Ο Λάζαρος επέθανε εδώ και τρεις ημέρες

- Πάμε - πάμε να τον δούμε

και στον τάφο του να τον λυπηθούμε

- Λάζαρε-Λάζαρε έβγα έξω

Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον τάφο που επήγες

είδα φόβο είδα τρόμο είδα βάσανα και πόνο

φέρτε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι

το φαρμάκι των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον

Στον Κεφαλόβρυσο Ιωαννίνων, όπου αποδεδειγμένως ήταν το ορμητήριο των προγόνων μας για την κάθοδο στην Ακαρνανία τους χειμώνες (χειμαδιά) τις μεγάλες κουδούνες και τα πιο μεγάλα κυπριά τα παιδιά τα κρεμάγαμε γύρω από τη μέση με τριχιά ή τα κρεμάγανε μαζί με το περιλαίμιο (κόθορο) του ζώου ένα σε κάθε ώμο. Τα παιδιά Βγαίναν χαράματα, 5-6 μαζί, χτυπάγαμε τις πόρτες των σπιτιών και πριν ακόμα ανοίξουν άρχιζαν τον σαματά τους... Ο θόρυβος των κουδουνιών ήταν εκκωφαντικός, όπως και στην Παλαιομάνινα. Τα κάλαντα κι εκεί ήταν περίπου τα ίδια με αυτά που παραθέσαμε πιο πάνω

Επίσης, σημειώνω ότι το ίδιο έθιμο, με ελαφρά παραλλαγή, είχαν και έχουν και οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου. Στο βιβλίο τους «Δημοτικά Τραγούδια της Βορείου Ηπείρου» (Εκδόσεις Νεφέλη, 1995), οι Παναγιώτης Σ. Φωτίου και Νίκος Β. Λύτος παραθέτουν σχετικό τραγούδι – κάλαντα από το χωριό Καλογεραντζή της Βορείου Ηπείρου για το «Λάζαρο». Είναι το ακόλουθο:

Καλημέρα σας, καλό πουρνό σας,

καλώς σας βρήκαμε στ΄ αρχοντικό σας,

αν ορίσετε να σας τα πούμε

για το Λάζαρο που τραγουδούμε.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,

ήρθε ο Χριστός από τη Βηθανία

και εκει έκλαιγε Μάρθα και Μαρία.

Μάρθα, πού΄ ναι ο Λάζαρος ο αδερφός μας

κι ο φίλος μας ο ιδικός μας;

Είναι, αφέντη μας, απεθαμένος

εις τον τάφο του βαθιά χωμένος.

Ας υπάγομεν να τον ιδούμεν

και στον τάφο του να λυπηθούμε.

Τότε έτρεξαν μικροί μεγάλοι,

 όλοι οι Έλληνες, όλοι οι Εβραίοι,

τον φώναζαν Λάζαρε, Λάζαρε,

Λάζαρε, για έβγα έξω

να σ΄ ιδώ να σε γνωρίσω

κι από τους νεκρούς να σ΄ αναστήσω.

Πες μας, Λάζαρε, τι είδες

στον Άδη τον ολέθριο και από σκοτάδι;

Είδα φόβους, είδα τρόμους,

Είδα βάσανα και πόνους.

Δώστε μου λίγο νεράκι,

να ξεπλύνω το φαρμάκι

της καρδιάς μου (αχ) το δέος

και να μη ρωτάτε πλέον.

Πάντως, όπως διάβασα, τα κύπρια στο έθιμο του Λαζάρου έχουν μιαν ερμηνεία που θυμίζει προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Κατά την αρχαιότητα ο ήχος του κουδουνιού είχε μαγικές και προστατευτικές δυνάμεις. Το χρησιμοποιούσαν για να ξορκίσουν ξωτικά και κακά πνεύματα, για να προστατέψουν ζώα και ανθρώπους από ασθένειες και βασκανίες.

Φωτογραφία:

Από την αναβίωση του εθίμου στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας από την Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας το 2001.

(Από το βιβλίο μου «Βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με αρχαιοελληνικές ρίζες», Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2001)

Του Δημήτρη Στεργίου

Την αγία εικόνα είχε δωρίσει στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης της Παλαιομάνινας ο τυροκόμος Αντωνόπουλος, ο οποίος την είχε αγοράσει από την Οδησσό της Ουκρανίας το 1920 ή 1923 με τεχνοτροπία που θυμίζει τις φημισμένες κεντήστρες (Δεσποινέτα, Μαργιώρα κλπ) χρυσοκέντητων εικόνων επιταφίων από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.

Επιτάφιος Παλαιομάνινας: Αγοράσθηκε στην Οδησσό της Ουκρανίας και προσφέρθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης από ένα τυροκόμο το 1920 ή 1923. Προτείνεται να εναποτίθεται η σπάνια παλαιά εικόνα κάθε Μεγάλη Εβδομάδα στο Κουβούκλιο του Επιταφίου, όπως παλιά, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να προσεύχονται οι νεώτεροι

Η παλαιά, χρυσοκέντητη, Αγία Εικόνα του Επιταφίου του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στην Παλαιομάνινα είναι ένα σπάνιο ιερό κειμήλιο που πρέπει να διατηρηθεί, να συντηρηθεί, να προφυλαχθεί με κάθε τρόπο και, φυσικά, να προβληθεί. Αυτή την παλαιά Αγία Εικόνα του Επιταφίου την είχε δωρίσει στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης της Παλαιομάνινας ο τυροκόμος Αντωνόπουλος. Την είχε αγοράσει από την Οδησσό της Ουκρανίας το 1920 ή 1923. Η Αγία αυτή εικόνα με τον καιρό παρουσίασε αρκετές φθορές και έχρηζε άμεσης επισκευής. Έτσι αποφασίστηκε, με τη σύμφωνη γνώμη του ιερέα, να επισκευασθεί και κατόπιν να φυλαχθεί ως πολύτιμο κειμήλιο στο Νάρθηκα της εκκλησίας της Παλαιομάνινας. Έτσι και έγινε! Όλη αυτή τη διαδικασία την επιστάτησε αφιλοκερδώς ο ξάδερφός μου Φώτης Κουτσουμπίνας του Κων/νου. Έτσι με δική του δαπάνη διασώθηκε, συντηρήθηκε και αποκαταστάθηκαν οι φθορές από το πέρασμα ίσως πολλών αιώνων

Προτείνουμε μάλιστα κατά το στολισμό του Επιταφίου του χωριού μας κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα (να αρχίσει από εφέτος) να εναποτίθεται, όπως παλιά, στο Κουβούκλιο η παλιά αυτή άγια εικόνα, όπως επίσης, να συντηρηθεί και να τοποθετηθεί σε κάποια έκθεση (της Εκκλησίας ή στο Λαογραφικό) το παλιό Κουβούκλιο που σήμερα βρίσκεται σε κάποια αποθήκη!

Η ιερή εικόνα του Επιταφίου της Παλαιομάνινας πρέπει να είναι μια από τις σπάνιες παρόμοιες που υπάρχουν όχι μόνο στο Νομό μας, αλλά και σε όλη τη χώρα. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να επιβεβαιωθεί από ειδικούς ή από κάποια στοιχεία που συνοδεύουν την εικόνα. Πάντως, όπως προκύπτει από έρευνα που κάναμε, η τεχνοτροπία της ιερής εικόνας του Επιταφίου της Παλαιομάνινας θυμίζει τις φημισμένες κεντήστρες (Δεσποινέτα, Μαργιώρα κλπ) χρυσοκέντητων εικόνων επιταφίων από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, οι οποίες φυλάσσονται ή προβάλλονται σήμερα σε Ιερές Μονές και παλιές εκκλησίες της χώρας. Στην Αιτωλοκαρνανία υπάρχουν, για παράδειγμα, η χρυσοκέντητη εικόνα του Επιταφίου που βρίσκεται στον Ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Αιτωλικό (χρονολογείται το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα) και της Ναυπάκτου (το 1735). Επίσης, είναι στον Προυσσό (1583), στην Ιερά Μονή Τατάρνας (1584). Άλλες παλιές χρυσοκέντητες εικόνες Επιταφίων υπάρχουν στην Ιερά Μονή Παραμυθιάς (1587 – 1588), στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Κομπότι Άρτας (1647), στα Μετέωρα (14ου αιώνα και 1620). Στην Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας (1754) και σε άλλες περιοχές της χώρας.

Στην Παλαιομάνινα, όπως και σε κάθε άλλο χριστιανικό χωριό της πατρίδας μας, ο στολισμός του Επιταφίου γινόταν ( και γίνεται) με μεγάλη φροντίδα από τις γυναίκες και τα κορίτσια του χωριού. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης μετά την εκφώνηση του πέμπτου Ευαγγελίου κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας των Δώδεκα Ευαγγελίων ο ιερέας τοποθετεί μέσα στο Κουβούκλιο του Επιταφίου την Αγία Εικόνα. Το πρωί, ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής και μετά την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών γινόταν και γίνεται η Ακολουθία της Αποκαθήλωσης.

Αναμνήσεις του Δημήτρη Στεργίου

Καθώς πληροφορήθηκα ότι το Δημοτικό Σχολείο της Παλαιομάνινας απειλείται κι αυτό, μετά το Γυμνάσιο, με κλείσιμο( έχει μια δράκα μαθητών από τους οποίους οι περισσότεροι είναι… μεταναστών!!!), θυμήθηκα το άλλοτε πολυπληθές από συμμαθήτριες και συμμαθητές μου κτίριο του Συγγρού στο χωριό μας το 1954 και 1955. Στο εκπληκτικό για την αρχιτεκτονική του παραδοσιακό αυτό κτίριο στεγαζόταν από τις αρχές του εικοστού αιώνα (αρχές του 1900) το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μου μέχρι την κατασκευή (στη δεκαετία του 1970;) νέου σύγχρονου κτιρίου στη σκιά της αρχαίας ακρόπολης. Εκεί στην απέραντη (χωρίς χωρίσματα) αίθουσα είχαν τοποθετηθεί σε πτέρυγες τα θρανία για τους μαθητές αντίστοιχων τάξεων με κοινή διδασκαλία από τον ίδιο σχεδόν δάσκαλο. Δηλαδή, ο δάσκαλος πήγαινε στην πτέρυγα με τα θρανία όπου κάθονταν, για παράδειγμα, οι μαθητές της πέμπτης τάξης, έκανε το μάθημα και, στη συνέχεια, αφού έβαζε ασκήσεις, πήγαινε στην πτέρυγα με τους μαθητές της έκτης τάξης, για παράδειγμα, έκανε το μάθημα, έβαζε πάλι ασκήσεις και ούτω καθεξής.

Θυμάμαι ότι για τις μικρότερες τάξεις και καθώς ο πληθυσμός των μαθητών αυξανόταν, μετά το 1953, είχαν μετατραπεί σε σχολικές αίθουσες τα κτίρια της Εκκλησίας, ακριβώς απέναντι από τον ιερό ναό, ενώ σ΄ ένα κρύο δωμάτιο του μακρόστενού αυτού κτιρίου, στην άκρη αριστερά και προς τα σπίτια των αδερφών Κοντογιάννη, έμενε ο φωτισμένος νεαρός (πρωτοδιορισθείς ) δάσκαλός μας Αθανάσιος Κουφογιώργος από τη Μακρυνεία. Εκεί έμενε ο δάσκαλός μας κι εκεί οι οικογένειες του χωριού που είχαν μαθητές στο Δημοτικό Σχολείο πήγαιναν προθύμως και ευχαρίστως, με τη σειρά (υπήρχε σχετικός κατάλογος!), το καλύτερο και νοστιμότερο φαγητό στον δάσκαλο μεσημέρι και βράδυ!! Σημειώνεται ότι τότε, το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μου, όπως και σε όλη την Ελλάδα, λειτουργούσε πρωί και απόγευμα από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή και μόνο το πρωί το Σάββατο. Καθώς δεν υπήρχαν τότε ρολόγια, η πρόσκληση των μαθητών στα μαθήματα γινόταν με το χτύπημα της … καμπάνας.

Επιτρέψτε μου, με την ευκαιρία, να παρουσιάσω μερικά στατιστικά στοιχεία για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση κατά την περίοδο αυτή σε όλη την Ελλάδα από το αρχείο μου. Από τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις:

Πρώτον, οι σχολικές μονάδες (μόνο Δημοτικά) ανέρχονταν τότε σε 8.999, έναντι 9.419 το 2016, από τις οποίες πάνω από τις μισές είναι νηπιαγωγεία!

Δεύτερον, οι δάσκαλοι (μόνο στο Δημοτικό Σχολείο) ανέρχονταν σε 18.353, έναντι 76.245 σήμερα (το 2016), από τους οποίους 13.803 είναι νηπιαγωγοί. Δηλαδή είναι σχεδόν τετραπλάσιοι!

Τρίτον, οι μαθητές ανέρχονταν σε 1.032.525, έναντι 756.335 σήμερα (2016) από τους οποίους 149.764 πηγαίνουν νηπιαγωγείο, δηλαδή είναι λιγότερο κατά 50% περίπου, δηλαδή είναι περίπου οι … μισοί!!! Αν , σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία,πάνω από 15% κατά μέσον όρο των μαθητών αυτών είναι αλλοδαποί ή μεταναστών, τότε οι Έλληνες μαθητές σήμερα στο Δημοτικά Σχολεία δεν ξεπερνούν τους 400.000!!! Κι όμως, κάθε χρόνο ακούγονται φωνές διαμαρτυρίας για … τρομακτικές ελλείψεις στα σχολεία!!!

Τέταρτον, τότε ένα δάσκαλος αντιστοιχούσε σε 60 περίπου μαθητές, έναντι σήμερα 10 και σε ορισμένε περιοχές 1: 1 ή 1:2!!

Επίσης, θα παρουσιάσω μερικά ακόμα στοιχεία για το Δημοτικό Σχολείο της δεκαετίας του 1950 στην Ελλάδα. Τα ακόλουθα:

Πρώτον, τότε πάνω από 100.000 μαθητές διέκοπταν τη φοίτηση στο Δημοτικό Σχολείο, καθότι δεν ήταν υποχρεωτική η φοίτηση!

Δεύτερον, τότε 100.000 – 200.000 παιδιά δεν πήγαιναν καθόλου στο Δημοτικό Σχολείο!

Τρίτον, τότε μόνο 15% περίπου των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου πήγαινε το Γυμνάσιο. Στο χωριό μας το ποσοστό αυτό ήταν απελπιστικά πιο χαμηλό!

Τέταρτον, πάνω από το 30% του πληθυσμού ήταν αναλφάβητοι, με το ποσοστό αυτό στις γυναίκες να είναι σημαντικά μεγαλύτερο.

Πέμπτον, η δημόσια δαπάνη (ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό) για την παιδεία αντιστοιχούσε μόνο στο 1,8% του ΑΕΠ, ενώ το ποσοστό αυτό είναι σήμερα σχεδόν διπλάσιο με … μισούς μαθητές!

Έκτον, τότε υπήρχε μαθητική εισφορά, η οποία καταβαλλόταν με την έναρξη του νέου σχολικού έτους ως εγγραφή, ενώ τον οικογενειακό προϋπολογισμό επεβάρυνε και η αγορά των σχολικών βιβλίων, μολονότι εκδίδονταν από τον Οργανισμό Σχολικών Βιβλίων!

 Κατά το 1954 αποφοίτησαν μόνο επτά μαθητές, γεγονός που καταδεικνύει τις ολέθριες συνέπειες της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου και στην παιδεία καθώς και στο πολύ χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης στην Ελλάδα κατά τα πρώτα τρία – τέσσερα μετεμφυλιακά χρόνια. Το 1955 αποφοίτησαν από το Δημοτικό Σχολείο της Παλαιομάνινας 29 μαθητές, από τους οποίου μόνο επτά πήγαν στο Γυμνάσιο, μεταξύ των οποίων και ο γράφων.

Η επιτυχία 100% των συμμαθητών μου που δώσαμε εξετάσεις τον Ιούνιο του 1955 για την εισαγωγή μας στο Γυμνάσιο οφειλόταν στον φωτισμένο μας δάσκαλο, όπως προαναφέρθηκε, Αθανάσιο Κουφογιώργο , ο οποίος προωθούσε τότε πρωτόγνωρες πρωτοβουλίες για τη εμπέδωση των γνώσεων και τη διεύρυνση της μάθησης στο σχολείο, καθώς και με τη διοργάνωση εκδρομών και έξω από το χωριό, δηλαδή στο Θέρμο και την Πάτρα, όπως θα αναφέρω στο επόμενο σημείωμά μου.

Ομολογώ ότι τα στοιχεία αυτά με προβλημάτισαν ακόμη περισσότερο μετά τη μελαγχολικότατη διαπίστωση ότι, παρά τη μείωση των μαθητών και την ιλιγγιώδη αύξηση των δασκάλων και παρά την κατάργηση των «ξορκισμένων» τόνων και σημείων στίξεως και απλοποίηση της Ελληνικής Γραμματικής, η ελληνική παιδεία συνεχώς διαλύεται και ο λειτουργικός αναλφαβητισμός των Ελλήνων μαθητών συνεχώς επιδεινώνεται…

Πίνακας 1: Διαχρονικά ποσοτικά στοιχεία για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (1951-2016)

Πρωτοβάθμια

Εκπαίδευση*

1951

1965

1997

2000

2005

2009

2016

 

-Μονάδες

 

-Δάσκαλοι

 

-Μαθητές

 

-Μαθητές ανά δάσκαλο

 

8.997**

 

18.358

 

1.032.525

 

 

 

 

10.882 **

 

27.376

 

975.869

 

 

35,6

 

11.957 (5.433)

64.252

(8.668)

740.268

(127.648)

 

13,9

 

 

11.469 (5.489)

52.331

(8.637)

738.541

(140.721)

 

15,0

 

10.854

(5.557)

72.566

(11.752)

734.422

(137.770)

 

10,8

 

10.787

(5.660)

78.064

(13.087)

738.332

(147.692)

 

10,1

 

9.419

(5.035)

76.249

(13.803)

756.335

(149.764)

 

10,3

*Νηπιαγωγεία και Δημοτικά. Σε παρένθεση στοιχεία για τα νηπιαγωγεία

** Μόνο Δημοτικά

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (Εκπαίδευση)

Του Δημήτρη Στεργίου

Πέρα από τα πάμπολλα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, τον πολιτισμό και την πλούσια παράδοση, στο άλλοτε κεφαλοχώρι της Ακαρνανίας υπάρχουν δύο αρχαίοι (ο ένας μέσα στην αρχαία πόλη) «καταστρεπτέοι» λιθόστρωτοι δρόμοι, οι οποίοι σε άλλες περιοχές της χώρας έχουν προ πολλού κηρυχθεί διατηρητέοι και πόλοι έλξης για τουρισμό…

Είναι απογοητευτική η διαπίστωση ότι σ΄ ένα χωριό, όπως η Παλαιομάνινα, με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά (αρχαία πόλη, ακρόπολη, πύργοι, επιβλητική Κεντρική Πύλη ή «Αυλόπορτα», αρχαίοι λιθόστρωτοι δρόμοι, αρχαία πηγάδια, μυκηναϊκός τάφος, πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα κλπ) και πλούσια (ελληνοβλάχικη) παράδοση με αρχαιοελληνικές (ομηρικές) ρίζες , κυριαρχούν η ερημία, η φτώχεια, η μιζέρια και η απογοήτευση. Η απογοήτευση αυτή γίνεται μελαγχολική αν τονισθεί ότι, αντιθέτως, θα μπορούσε να είχε γίνει το … Μέτσοβο της Αιτωλοακαρνανίας και να είχε αποκτήσει μιαν ανάπτυξη και ένα βιοτικό επίπεδο εφάμιλλο με εκείνο των άλλων χωριών της Παραχελωίτιδας, τα οποία σφύζουν από πληθυσμό και ευημερία, ακριβώς διότι αξιοποιήθηκαν όλα τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Κι ένα από τα πάμπολλα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Παλαιομάνινας είναι ο πολιτισμός και η παράδοση, που αποτελούν τη σημαντικότερη πρώτη ύλη για ανάπτυξη.

Αμ δε! ΄Ηταν στραβό κλήμα, σταμάτησαν και οι αρχαιολογικές ανασκαφές. Επιπλέον, αναφέρω τώρα και το παράδειγμα των δύο αρχαίων λιθόστρωτων δρόμων, οι οποίοι σε πολλές άλλες περιοχές της χώρας μας έχουν κηρυχθεί διατηρητέοι και στην Παλαιομάνινα… «καταστρεπτέοι» σε βάρος της ανάπτυξης και του πολιτισμού. Επί δεκαετίες και, συγκεκριμένα, από τότε που διάβαζα τις περιγραφές της αρχαίας ακρόπολης, των αρχαίων τειχών και της αρχαίας «Αυλόπορτας» της Παλαιομάνινας από τους περιηγητές που την επισκέφθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα, με είχαν προβληματίσει πολύ οι επισημάνσεις τους για το εσωτερικό της αρχαίας πόλης, δηλαδή για το τεράστιο μέρος που περικλειόταν από τα κυκλώπεια τείχη. Υπενθυμίζω ότι την Παλαιομάνινα επεσκέφθησαν το 1805 ο Άγγλος τοπογράφος και νομισματολόγος Γουλιέλμος Μαρτίνος Ληκ (William Martin Leake), το 1860 o μεγάλος Γάλλος περιηγητής Λέον Εζέ (Leon Heuzeuy) και ο περισσότερο ειδικός σε λαογραφικά θέματα Γερμανός Βάϊγκαντ (Gustav Weigand).

Συγκεκριμένα, περιγράφοντας τη Μεγάλη Πύλη ή «Αυλόπορτα ο Ληκ γράφει, μεταξύ πολλών άλλων, τα εξής: «Σχεδόν απέναντι από τον πύργο, μια μικρή πύλη οδηγεί στον κεντρικό περιτειχισμένο χώρο της πόλης ή του οχυρού. Η εσωτερική πύλη βρίσκεται σε μια πλαγιά. Οι πέτρινοι λίθοι πάνω από την πύλη προεξέχουν. Ο ένας είναι πάνω από τον άλλο, σαν να σχηματίζουν ανεστραμμένο σκαλοπάτι. Ίσως και να υπάρχει ή να υπήρχε και κάτω σκαλοπάτι επικοινωνίας, το οποίο τώρα να είναι θαμμένο στη γη και στα ερείπια. Οι ντόπιοι ονομάζουν την εξωτερική πύλη “Αυλόπορτα”, γιατί στην πραγματικότητα είναι η είσοδος σε ένα είδος αυλής ή θαλάμου του οχυρού, το οποίο αποτελούσε μια καλή προστασία για την εσωτερική πύλη. Δεν έχω δει αλλού κάποιο παρόμοιο δείγμα αμυντικών έργων…»

Ο Εζέ, για παράδειγμα, περιγράφοντας την «Αυλόπορτα» αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «…Όταν έχει περάσει κανείς την πόρτα, βρίσκεται κλεισμένος μέσα σε ένα μικρό οχυρό σε σχήμα ακανόνιστου τετραγώνου, που είναι μάλλον μακρύ, παρά πλατύ. Η μόνη είσοδος από αυτό το είδος της πύλης στο πρώτο οχυρό της πόλης είναι μια μικρή πόρτα πλάτους μόλις 1,40 μέτρων. Καθώς το έδαφος αρχίζει να υψώνεται αρκετά γρήγορα, η πόρτα αυτή υψώνεται και αυτή ακολουθώντας το πάχος του τείχους. Οι τέσσερις ίσοι λίθοι, που την καλύπτουν, σχηματίζουν το καθένα μια μύτη (εξοχή) και είναι βαλμένα σαν τα σκαλοπάτια μιας ανάποδης σκάλας. Ίσως αν έσκαβε κανείς να έβρισκε και στο δάπεδο τέσσερα αντίστοιχα σκαλοπάτια. Να, μια ιδιαίτερα άβολη είσοδος για πόλη: και μόνο με αυτή την ένδειξη μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο απλή και πρωτόγονη ήταν η ζωή των κατοίκων. Έτσι, η μεγάλη πόρτα που είχαν κατασκευάσει ήταν απλώς για τα μάτια: δεν μπορούσαν να μπουν στο οχυρό τους ούτε με αμάξια ούτε με τα ζώα, αν κουβαλούσαν πράγματα. Ένας έφιππος ήταν αναγκασμένος να κατέβει στο έδαφος. Όλα θυσιάζονταν για την ασφάλεια του χώρου, που μοιάζει μάλλον να ήταν για να μπορεί να αμυνθεί κανείς παρά για να χρησιμοποιηθεί για την επιβίωσή του. Αναρωτιέται μάλιστα κανείς πώς μπορούσαν, σε μια επείγουσα στιγμή, να βάλουν μέσα τις σοδιές τους, τα κοπάδια τους και τα εργαλεία τους…».

Επίσης, στην περιγραφή της ακρόπολης, ο Εζέ αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:: «..Η ακρόπολη σχηματίζει πάνω στο οροπέδιο, που κοσμεί από μακριά τις όχθες του Αχελώου, ένα ακανόνιστο τετράγωνο με πύργους στην άκρη του. Πίσω από την ακρόπολη και στο ίδιο επίπεδο, ένα γκρεμισμένο τείχος περιβάλλει έναν ολόκληρο χώρο, όπου βρίσκει κανείς εδώ και εκεί ίχνη αρχαίων σπιτιών. Τέλος, το κύριο οχυρό, που μετράει για δύο, γιατί χωρίζεται με ένα παχύ εσωτερικό τείχος, κατεβαίνει το βουνό σε ένα έδαφος γεμάτο δέντρα και βράχους. Η γενική του μορφή μοιάζει με γωνία ή με τρίγωνο, του οποίου η βάση στηρίζεται στα βουνά και που επεκτείνεται με μια μακριά μύτη έως την ίδια την όχθη του ποταμού. Το διπλό αυτό τείχος, μάλιστα, μοιάζει πολύ παλαιό και είναι εντυπωσιακό, εξαιτίας της μοναδικής του διευθέτησης, με τους τεράστιους λίθους που το αποτελούν, το πάχος των τειχών του, την αμυντική αξία τους, που εντοπίζεται αποκλειστικά στην ιδιομορφία των γραμμών του, τη σκληρότητα του εδάφους, που δεν ισοπεδώθηκε και που ποτέ δεν μπόρεσε να φιλοξενήσει παρά φτωχικά καλύβια. Ένας πληθυσμός άγριος και πολεμοχαρής άφησε τα σημάδια του σε αυτές τις κατασκευές, που μοιάζουν να έχουν γίνει αποκλειστικά για να κρατήσουν μακριά τον εχθρό, χωρίς να νοιάζεται για τη διευκόλυνσή του…»

Ακόμα, ο Ληκ περιγράφοντας τα αρχαία τείχη της Παλαιομάνινας αναφέρει τα ίδια σχεδόν για τον απότομο εσωτερικό χώρο τη αρχαίας πόλης τα εξής: «…Ο εσώκλειστος χώρος είναι τόσο απότομος, ώστε κάποιος εκπλήσσεται με την ιδέα ότι κατοικούνταν κάποτε. Δεν έχουν βρεθεί όμως τα θεμέλιά του. Το μέγιστο μήκος από την ακρόπολη έως την “Αυλόπορτα” είναι 600 υαρδών…

Από την αρχή με είχε εκπλήξει η… έκπληξη της ιδέας, ιδιαίτερα του Ληκ, ότι κατοικούνταν κάποτε ο απέραντος, απότομος και άγριος εσωτερικών χώρος της αρχαίας πόλης της Παλαιομάνινας, για πολλούς λόγους:

Πρώτον, δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν να σκεφθεί κανείς ότι όλα αυτά τα απέραντα κυκλώπεια τείχη που δεσπόζουν στην πλαγιά του λόφου και καταλήγουν στη δεξιά όχθη του, τότε πλωτού, Αχελώου ποταμού ,η εντυπωσιακή ακρόπολη με τους πύργους, η επιβλητική «Αυλόπορτα» και οι πυλίδες έγιναν για το «θεαθήναι» ή από κάποιο «βίτσιο» Έλληνα ηγέτη της πόλης τον 6ον και 5ομν αιώνα π.Χ.!

Δεύτερον, όπως αποκαλύφθηκε από τις πρόσφατες, από το 2006, αρχαιολογικές ανασκαφές στην ακρόπολη της Παλαιομάνινας, δεν υπήρχαν «φτωχά καλύβια», όπως επιπολαίως επισημαίνουν οι περιηγητές, αλλά ολόκληρα κτιριακά συγκροτήματα, με όλες τις απαραίτητες υποδομές. Συγκεκριμένα, κατά την παρουσίαση των πρώτων αποτελεσμάτων αρχαιολογικών ανασκαφών στην Παλαιομάνινα , ο επικεφαλής αρχαιολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Λαμπρινουδάκης επεσήμανε τα ακόλουθα: «Έχει ήδη αναδειχθεί μέσα από την οργιώδη βλάστηση ο γνωστός τριμερής περίβολος των τειχών μήκους πάνω από 1.700 μέτρων. Εντοπίστηκε ένα ακόμη τειχισμένο, άγνωστο έως σήμερα στην έρευνα, διαμέρισμα, που έχει καλυφτεί από τμήμα του σημερινού οικισμού και που δείχνει την εξαιρετικά μεγάλη έκταση της αρχαίας πόλης. Με τις πρώτες ανασκαφικές εργασίες φάνηκαν τα πρώτα σπίτια μέσα στην ακρόπολη και τα υπόλοιπα τειχισμένα διαμερίσματα της πόλης. Οι ίδιες οι έρευνες αποκάλυψαν επιμελημένα δίκτυα αγωγών, τα οποία μαρτυρούν ένα συστηματικά δομημένο χώρο στην επιφάνεια. Ήλθαν ακόμα στο φως οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες, που, μαζί με την έρευνα των οικοδομημάτων, θα φωτίσουν την αρχαία ζωή στο σημαντικό αυτό κέντρο της Δυτικής Ελλάδος».

Τρίτον, στην Ελλάδα υπάρχουν περιοχές πιο απόκρημνες και με πιο μεγάλο υψόμετρο που κατοικούνταν από την αρχαία εποχή και οι κάτοικοι επικοινωνούσαν με μονοπάτια, δηλαδή λιθόστρωτους δρόμους, τους σήμερα ως «καλντερίμια». Αναφέρω για παράδειγμα, το μινωικό μονοπάτι (εντυπωσιακό καλντερίμι) στο οροπέδιο ( υψόμετρο 1.150 μέτρα!) Καθαρού Λασιθίου Κρήτης , το οποίο το συνέδεε και συνδέει με την Κριτσά.

Τέταρτον, υπάρχει το κάστρο Ακροκορίνθου, το οποίο είναι χτισμένο πάνω σε ένα απόκρημνο βράχο (υψόμετρο 575 μέτρων) και το οποίο αποτελεί τυπικό δείγμα φρουριακής αρχιτεκτονικής, με κατασκευαστικές λεπτομέρειες και διακοσμητικά στοιχεία όλων των χρόνων της ιστορίας του και χρονολογείται στα τέλη του 7ου -6ου αιώνα π.Χ. Μπορώ να πω ότι θυμίζει το κάστρο της Παλαιομάνινας. Δηλαδή, τα τείχη ακολουθούν τη φυσική γραμμή του βράχου, είναι χτισμένα σε τρεις αμυντικές σειρές και ενισχύονται με πύργους προμαχώνες, τοξωτές πύλες και άλλα, ενώ ένα λιθόστρωτο (καλντερίμι) οδηγεί στις τρεις διαδοχικές πύλες. Η Α πύλη είναι τοξωτή και επιστέφεται μ' ένα τυφλό τόξο, όπου σώζεται βυζαντινή μαρμάρινη πλάκα, η δεύτερη είναι μια εντυπωσιακή πυργοειδής διώροφη κατασκευή. Στο εσωτερικό της πέτρινης κλίμακας οδηγεί σε υπόγειες θολωτές αίθουσες. Η τρίτη πύλη διακοσμείται με τυφλό πεταλόσχημο τόξο και πλαισιώνεται από δύο ισχυρούς πύργους.

Ανέφερα όλα αυτά για να δικαιολογήσω την έκπληξη με την οποία άρχισα το σημείωμα αυτό, επισημαίνοντας ότι στην Παλαιομάνινα υπάρχουν δύο σημαντικά λιθόστρωτα μονοπάτια ή καλντερίμια! Το ένα βρίσκεται μέσα στον οχυρωμένο χώρο της αρχαίας πόλης και συνδέει την ακρόπολη με την Κεντρική Πύλη, την «Αυλόπορτα, στη δυτική όχθη του Αχελώου, όπως σμίγουν και τα αρχαία τείχη από τις δύο πλευρές του λόγου! Πρόκειται για ένα αρχαίο καλντερίμι, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους βλαχοποιμένες κατοίκους της Παλαιομάνινας αμέσως μετά τη μόνιμη εγκατάστασή τους μετά το 1860 για τη μετάβασή τους στο ποτάμι, από το οποίο έπαιρναν νερό για την ύδρευσή τους και στο οποίο πήγαιναν οι γυναίκες για το πλύσιμο ρούχων! Αυτός ο ελικοειδής λιθόστρωτος δρόμος, χρησιμοποιήθηκε έως στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν το χωριό άρχισε να υδρεύεται με νερό από γεώτρηση. Θυμάμαι ότι μαθητής του Δημοτικού Σχολείου με έστελναν οι γονείς μου στο ποτάμι να γεμίσω τις δύο βαρέλες που ήταν φορτωμένες, δεξιά και αριστερά, στο σαμάρι του γαϊδουριού μου. Επίσης, θυμάμαι τη δυσκολία με την οποία περπατούσε το γαϊδούρι στις λείες από την πολλή χρήση πέτρες και τον κίνδυνο να γλιστρήσει μαζί με τις βαρέλες! Η χρήση αυτή επί πάνω από έναν αιώνα είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την καταστροφή, αλλά και την εξαφάνιση των ιχνών του λιθόστρωτου αυτού αρχαίου δρόμου σε πολλά σημεία.

Ο άλλος εντυπωσιακότερος και, σίγουρα, νεώτερος λιθόστρωτος δρόμος στην Παλαιομάνινα είναι εκείνος που συνέδεε το χωριό με τη δεξιά όχθη του Αχελώου, όπου είναι το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου, σε μικρή απόσταση δεξιά από την «Αυλόπορτα». Τον λιθόστρωτο αυτό δρόμο, μήκους άνω των δύο χιλιομέτρων, οι ντόπιοι τον ονομάζουν "Σκάλα», δηλαδή όπως ονομάζονται οι λιθόστρωτοι δρόμοι στην Ήπειρο (πάνω από 500!) ή, επιστημονικώς, «Κλίμακα»! Δηλαδή, πρόκειται για καλντερίμι που μετασχηματίζεται σε κλιμακωτή ράμπα ή ή σκάλα, όταν η κλίση του δρόμου περνά κάποιο όριο. Και η «Σκάλα» της Παλαιομάνινας έχει μεγάλη κατωφέρεια ή κλίση , η οποία γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη καθώς πλησιάζει στη δυτική όχθη του Αχελώου. Η τεχνική κατασκευής της «Σκάλας» συγκεντρώνει όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές για την κατασκευή λιθόστρωτων δρόμων με κλίση. Είναι μια κλιμακωτή ράμπα, είναι μια σκάλα, με το πάτημά της όμως σε κλίση (από 5-7% και σπανιότερα 10%), με την οποία, σύμφωνα με το εγχειρίδιο κατασκευής λιθόστρωτων δρόμων, επιτυγχάνεται χαμηλότερο ύψος σκαλοπατιών (ρίχτι).. Όταν υπάρχει το απαραίτητο μήκος του άξονα και η κατάλληλη κλίση, η κλιμακωτή ράμπα προτιμάται από τον τεχνίτη γιατί επιτρέπει ανετότερη ανάβαση των ζώων. Και η «Σκάλα» της Παλαιομάνινας χρησιμοποιούνταν και για την πρόσβαση ζώων! Έτσι, στους λιθόστρωτους δρόμους με κλίση, όπως είναι η «Σκάλα» της Παλαιομάνινας, το πάτημα δεν είναι σταθερού μήκους, διότι η κατασκευή του υπαγορεύεται από το τοπικό ανάγλυφο του εδάφους της λιθόστρωσης σε συνδυασμό με την κλίση και τα εμπόδια ή τις στροφές που ο δρόμος παίρνει. Επίσης, ανά διαστήματα και ανάλογα με την κλίση του εδάφους, χρησιμοποιούνται σε επάλληλες σειρές, πακτωμένες και σφηνωμένες με την ακμή τους στο έδαφος με σκοπό να περιορίσουν τις ζημιές από τυχόν γλίστρημα και να αποδυναμώνουν την ορμή των χειμάρρων που δημιουργούνται από τις βροχές…

Από τους γέροντες του χωριού υπήρχε η πληροφορία ότι η «Σκάλα» κατασκευάσθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα (1905), αλλά φρονώ ότι απλώς αποτελεί ανακατασκευή αρχαιότατου λιθόστρωτου δρόμου, ο οποίος συνέδεε την αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας με τον μυστηριώδη γήλοφο (τούμπα) του Αγίου Γεωργίου (παλιό νεκροταφείο) και με τον σε μικρή απόσταση μυκηναϊκό τάφο στη Μήλα, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα!

 

Προσπάθειες διάσωσης και αξιοποίησης πριν από είκοσι χρόνια

Εφέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τότε που η Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας ανέλαβε την πρωτοβουλία για αποκατάσταση και ανάδειξη του πρώτου, του αρχαίου λιθόστρωτου δρόμου που συνέδεε την ακρόπολη της αρχαίας πόλης με τον Αχελώο και του δεύτερου, της «Σκάλας», για την αποκατάσταση και ανάδειξη του νεότερου, εκπληκτικής αρχιτεκτονικής, λιθόστρωτου δρόμου που συνέδεε το σημερινό χωριό με το (παλαιό) νεκροταφείο του χωριού, με τον Άγριο Γεώργιο, δηλαδή πάλι με το ποταμό Αχελώο. Για το σκοπό αυτό ανατέθηκε από την πρώτη στιγμή στο συντοπίτη μας μηχανικό (από τη Γουριώτισσα) Μάκο Κατσαρό η κατάρτιση σχεδίου και η αποτύπωση και των δύο λιθόστρωτων δρόμων με καταβολή της δαπάνης (1.500. δραχμές ή 500 περίπου ευρώ) φυσικά, από την Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας.

Πράγματι, η αποτύπωση των δύο αυτών λιθόστρωτων δρόμων έγινε και τα σχέδια (ένα που αφορά την αρχαία πόλη τέθηκε υπόψη του κ. Λαμπρινουδάκη) για τα περαιτέρω (υποβολή στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος) κατατέθηκαν στον τότε Δήμο Αστακού, αλλά χωρίς συνέχεια. Σημειώνω ότι για όλα αυτά ήμουνα σε συνεχή επικοινωνία και είχα αποσπάσει τη σχετική έγκριση και από τον τότε περιφερειάρχη Δυτικής Ελλάδος. Δυστυχώς, η με τεράστια αυτή δαπάνη πρωτοβουλία δεν είχε καμιά συνέχεια, αφού δεν προωθήθηκε από το Δήμο Αστακού και, κυρίως, από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων. Μάλιστα, από ό,τι γνωρίζω και, όπως με είχε διαβεβαιώσει ο τότε περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδος, το έργο είχε ενταχθεί σε Κοινοτικό Πρόγραμμα τουλάχιστον για την αποκατάσταση και ανάδειξη της «Σκάλας».

Η τεχνική Έκθεση του πολιτικού μηχανικού, η οποία συνόδευσε τα δύο σχέδια μαζί με την οικονομικοτεχνική μελέτη (συνολική δαπάνη ανακατασκευής 36.500.000 δραχμών, μαζί με την αμοιβή), περιέγραφε το έργο αυτό ως εξής:

«Ο δρόμος θα κατασκευαστεί με λίθους της ευρύτερης περιοχής ίδιους με αυτούς που έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του λιθόστρωτου δρόμου. Στο τμήμα του δρόμου από το χωριό έως το κάστρο (Α-Β) υπάρχουν μανδρότοιχοι από ξηρολιθοδομή οι οποίοι θα καθαιρεθούν. Στο τμήμα του δρόμου μέσα στο κάστρο (Β-Γ) υπάρχουν ιδιοκτησίες εκατέρωθεν του δρόμου περιφραγμένες με μεταλλικούς πασσάλους και δικτυωτό πλέγμα, οι οποίες θα μείνουν ως έχουν επειδή το πλάτος του δρόμου είναι αρκετό. Στο τμήμα του δρόμου από το σημείο που τελειώνουν οι ιδιοκτησίες (Γ-Δ) έως και την πύλη του κάστρου (έξοδος στον Αχελώο), ο δρόμος θα κατασκευαστεί δίπλα στο τείχος του κάστρου χωρίς να υπάρχουν προβλήματα περιφράξεων και ιδιοκτησιών. Λόγω της μορφολογίας του εδάφους θα γίνουν κατά μήκος του δρόμου δύο φρεάτια περισυλλογής των όμβριων υδάτων, ένα στο σημείο που τελειώνουν οι μανδρότοιχοι και ένα στο σημείο που ο δρόμος συναντά το τείχος του κάστρου. Σε όλο το μήκος του δρόμου, όπου υπάρχει αλλαγή κλίσης θα γίουν αναβαθμίδες ύψους 0,15 μ. και εκατέρωθεν του δρόμου θα κατασκευαστεί μανδρότοιχος πλάτους 0,40 μ. για τον εγκιβωτισμό του έργου. Στο σημείο όπου συναντά ο δρόμος το κάστρο, θα κατασκευαστούν καθίσματα για την ανάπαυση των πεζών. Οι λίθοι που θα χρησιμοποιηθούν στο οδόστρωμα θα είναι λαξευμένοι στη μια όψη και θα εδράζονται σε στρώση πάχους 0,05 μ. από ισχνό αμμοκονίαμα. Όλες οι εργασίες θα γίνουν με σεβασμό στα μνημεία και στο περιβάλλον» (Ιούνιος 1999).

Κι όμως, μολονότι όλα έτοιμα και πληρωμένα, δεν έγινε τίποτε από όλα αυτά. Αντιθέτως, σε άλλες περιοχές της χώρας μας, η πολιτιστική κληρονομιά και η παράδοση, όπως, για παράδειγμα, στο Μέτσοβο και στα νησιά μας, έχει αποτελέσει την πιο σημαντική πρώτη ύλη για ανάπτυξη. Μία τέτοια σημαντική πρώτη ύλη είναι και τα καλντερίμια, τα λιθόστρωτα της Σκιάθου, για παράδειγμα, τα οποία είναι πολύ νεώτερα, του 19ου αιώνα, και στα οποία περπατούσε και εμπνεύστηκε πολλά από τα διηγήματά του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, τα οποία είναι πλέον διατηρητέα με επίσημη απόφαση της Διεύθυνσης Αρχιτεκτονικής του υπουργείου Περιβάλλοντος, του κράτους. Εκεί, στα παραδοσιακά δρομάκια του νησιού, στη δεκαετία του 1970 φωτογραφίζονταν η Τζάκι Κένεντι με τον Αριστοτέλη Ωνάση και άλλες προσωπικότητες και οι φωτογραφίες τους κυριαρχούσαν στο διεθνή Τύπο.

Η κήρυξη των λιθόστρωτων της Σκιάθου και εκατοντάδων άλλων στην Ήπειρο και αλλαχού δεν έγινε από μόνη της. Ύστερα από πρωτοβουλίες πολιτιστικών συλλόγων και δήμων, εξασφαλίσθηκε η θετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της Περιφερειακής Ενότητας της περιοχής , η οποία διαβιβάστηκε στη Διεύθυνση Αρχιτεκτονικής του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. 'Στη συνέχεια, η απόφαση δημοσιεύεται στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως , στο οποίο αναφέρονται οι ακόλουθοι όροι και προϋποθέσεις: «στα χαρακτηριζόμενα ως διατηρητέα καλντερίμια απαγορεύεται κάθε αφαίρεση, αλλοίωση ή καταστροφή των επιμέρους κατασκευαστικών και διακοσμητικών στοιχείων τους, των υλικών κατασκευής τους (λίθοι και συνδετικό υλικό), ενώ επιτρέπονται επεμβάσεις, για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων για την απορροή των ομβρίων, για λόγους λειτουργικούς - εφόσον δεν αλλοιώνεται ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας και δεν θίγονται τα διατηρητέα στοιχεία τους καθώς και διατηρητέα στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου τους. Για οποιαδήποτε συντήρηση, επισκευή, αποκατάσταση ή καθαρισμό των διατηρητέων καλντεριμιών και των συναφών τους στοιχείων θα απαιτείται πλέον η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής»

 

Λιθόστρωτα με ιστορία στην υπόλοιπη Ελλάδα

Με την ευκαιρία αναφέρω, ενδεικτικά, τα ακόλουθα λιθόστρωτα με ιστορία τα οποία υπάρχουν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος και τα οποία μάλιστα έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα.

Μακρυνίτσα: Κηρυγμένα ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο είναι τα καλντερίμια της. Οι ανάγκες του τόπου ήταν εκείνες που επέβαλαν την δημιουργία τους: Στις αρχές του 19ου αιώνα τις πλαγιές του Πηλίου ανεβοκατέβαιναν ατέλειωτα καραβάνια από αγωγιάτες που μετέφεραν αγαθά. Τα μονοπάτια αυτά είχε ακολουθήσει και ο Ρήγας Φεραίος για να διδάξει τα Ελληνόπουλα του Κισσού και της Τσαγκαράδας. Ομως το σαθρό έδαφος δημιούργησε την ανάγκη της κατασκευής λιθόστρωτων πάνω στα υφιστάμενα μονοπάτια. Ηπειρώτες μάστοροι και 'λαϊκοί πολεοδόμοι' ανέλαβαν το έργο με αποτέλεσμα τα καλντερίμια να εντυπωσιάζουν μέχρι σήμερα με την απαράμιλλη αισθητική και την τεχνική αρτιότητά τους.

Μπίλιοβο: Το λιθόστρωτο καλντερίμι που συνδέει τα χωριά Σωτηριάνικα και Αλτομιρά στην Εξω Μάνη Μεσσηνίας είναι χαρακτηρισμένο ως μνημείο. Με μήκος 3 χιλιόμετρα και με 83 στροφές -από τις οποίες οι 78 είναι 180 μοιρών- ξεκινά από υψόμετρο 300 μέτρων για να φτάσει στα 800 μέτρα. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1904 και θεωρείται ένα από τα επιτεύγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Εκτιμάται ότι η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1928. Το χωριό Σωτηριάνικα απ' όπου και ξεκινά το μονοπάτι βρίσκεται σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από την Καλαμάτα.

Σκόπελος: Το πρώτο καλντερίμι των Βορείων Σποράδων που χαρακτηρίστηκε διατηρητέο από το υπουργείο Πολιτισμού ήταν αυτό του Αγίου Κωνσταντίνου στη Σκόπελο. Παλαιότερο των 100 χρόνων, αποτελεί ένα από τα τελευταία καλντερίμια που σώζονται στην περίμετρο της πόλης της Σκοπέλου. Διέρχεται από ελαιώνες. Το ΦΕΚ που εκδόθηκε το 2011 έκανε λόγο για 'τυπικό δείγμα της παραδοσιακής τεχνικής της οδομηχανικής του 19ου αιώνα με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, τεχνική και πολεοδομική σημασία. Είναι σημαντικό για τη μελέτη της εξέλιξης της αρχιτεκτονικής όσο και της κοινωνικής ζωής του τόπου'.

Κεραμίτσα: Διατηρητέο μνημείο έχει χαρακτηριστεί το λιθόστρωτο της Κεραμίτσας, στην επαρχία Φιλιατών του Νομού Θεσπρωτίας, αλλά και ο περιβάλλων χώρος σε ακτίνα 100 μέτρων εκατέρωθεν του μονοπατιού. Ο λιθόστρωτος δρόμος αποτελεί κατάλοιπο της οδικής αρτηρίας που ένωνε τα Γιάννενα με το λιμάνι της Σαγιάδας, είναι γνωστός ήδη από τον 15ο αιώνα ενώ ο περιηγητής Πουκεβίλ ανέφερε ότι το έργο είναι πολύ παλιό και επιδιορθώθηκε το 1716.

 

Η αποτύπωση των δύο αρχαίων λιθόστρωτων δρόμων σε σχέδια ανακατασκευής με δαπάνη πολιτιστικού συλλόγου που δεν συγκίνησε… κανένα αρμόδιο ή αναρμόδιο!

Του Δημήτρη Στεργίου

…Και τρίβουν τα χέρια τους από τη «δικαίωση» ο Αλβανός Έντι Ράμα και η Αλβανίδα καθηγήτρια Έλενα διαβάζοντας ακόμα Έλληνα που να υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι της Ακαρνανίας είναι … «Αλβανόβλαχοι ληστές, λωποδύτες, μισέλληνες, φιλότουρκοι, αντικληρικοί, αλειτούργητοι» και οι βλάχικες λέξεις «μπόου» και «μπούμπαλου» είναι… αλβανικές, ενώ είναι αρχαιοελληνικές!!!

Με καθυστέρηση λίγων μηνών διάβασα στο αξιόλογο ενημερωτικό μπλογκ xiromeronews ένα άρθρο του εκπαιδευτικού πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, M.ED. Fh.d και ιστορικού, όπως αυτοαποκαλείται, από το βλαχοχώρι (ή «καραγκουνοχώρι» κατ΄ εκείνον) Όχθια Ακαρνανίας κ. Αντώνη Βασιλείου υπό τον τίτλο «Η πόλη του Αχελώου και η ομώνυμη μάχη». Ομολογώ ότι άρχισα να διαβάζω το άρθρο αυτό με μεγάλο ενδιαφέρον και λαχτάρα για δύο λόγους: Πρώτον, με το θέμα αυτό της άγνωστης πόλης του Αχελώου, έχουν ασχοληθεί τα τελευταία πενήντα χρόνια πολλοί, όπως οι διαπρεπείς Αιτωλοακαρνάνες καθηγητές Πανεπιστημίων αείμνηστος Αθανάσιος Παλιούρας, Βασίλειος Κατσαρός, ο καθηγητής μου φιλόλογος αείμνηστος Κώστας Τριανταφυλλίδης, ο Διονύσης Μιτάκης ο Κ. Κώνστας και άλλοι, οι οποίοι, μάλιστα, έχουν καταθέσει και τις δικές τους απόψεις σχετικά με τη θέση στην οποία βρισκόταν αυτή η πόλη – φάντασμα. Δεύτερον, με το ίδιο θέμα έχει ασχοληθεί και ο γράφων με έρευνες σε βιβλιοθήκες, οι οποίες αποτυπώθηκαν σε πάνω από πέντε άρθρα μου, τα οποία δημοσιεύθηκαν στην τοπική εφημερίδα «Παλαιομάνινα», στο δημοσιογραφικό μου μπλογκ και, φυσικά, σε πολύ αξιόλογες εφημερίδες του Μεσολογγίου και Αγρινίου.

Με λύπη σπεύδω να σημειώσω ότι απογοητεύθηκα, διότι το άρθρο κόμισε απλώς «γλαύκα εις Αθήνας». Είναι αλήθεια (και το επισημαίνω με ιδιαίτερη εκτίμηση και θαυμασμό ως μεγαλύτερος σε ηλικία και εμπειρότερος) ότι ο κ. Βασιλείου τόσο με το άρθρο του αυτό όσο και με δύο προηγούμενα βιβλία του υπό τον τίτλο «Τοπωνυμικά της βλάχικης (καραγκούνικης) περιοχής της Ακαρνανίας» και «Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) γλωσσικό ιδίωμα της Ακαρνανίας» διακρίνεται για τη σημαντική και επίπονη έρευνα και τη συγκέντρωση πλούσιας βιβλιογραφίας, αλλά παρουσιάζει ιδιαίτερες αδυναμίες στην αναζήτηση και την παρουσίαση της αλήθειας, η οποία είναι κύρια επιδίωξη κάθε ιστορικού, όπως διδάσκει ο Θουκυδίδης (Ιστορίαι, 1.20.3):

«Οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται…» (Τόσο απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι να υποβάλλονται σε κόπο για την αναζήτηση της αληθείας ώστε να τρέπονται μάλλον προς ό,τι βρίσκουν έτοιμο).

Στην περίπτωση μάλιστα του κ. Βασιλείου συμβαίνει και το εξής: Όχι μόνο σπανίως αντιπαραθέτει την (τεκμηριωμένη) δική του άποψη για αμφιλεγόμενα θέματα, αλλά «ερμηνεύει» και επεκτείνει μάλιστα τις αλλότριες απόψεις και θεωρίες και σε τομείς που εκείνος θέλει σώνει και καλά να εμφανίζεται ότι κάνει αποκαλύψεις. Αναφέρω ένα παράδειγμα, το οποίο μαζί με άλλα, από τα δύο βιβλία του που προαναφέρθηκαν, έγραψα ένα πολυσέλιδο βιβλίο υπό τον τίτλο «Λόγος και Αντίλογος για τους Βλάχους της Ακαρνανίας», που είναι υπό έκδοση:

Συγκεκριμένα, σε ένα σημείο του βιβλίου του επικαλούμενος τον Ιωάννη Λαμπρίδη γράφει και σχολιάζει τα εξής :

«Ο Λαμπρίδης (1888: 10) στο βιβλίο του «Ηπειρωτικά Μελετήματα» αναφέρεται κι αυτός στους Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας. Γράφει μάλιστα ότι η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Λέπινου [σ.σ. Λεπενούς Βάλτου] μετά τη διάλυση του Μπιτσικόπουλου του IΙαληοπωγωνίου το 1840. Ο Λαμπρίδης γράφει: «Καὶ οἱ παρὰ τὸ Λέπινο τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς Σοροβίλη καὶ Ὄχθια ἐγκαταστάντες Ἀλβανόβλαχοι μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ διάλυσιν (1840) τοῦ Μπιτσικοπούλου, χωρίου ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου Βρόσιανης τοῦ Παλῃοπωγώνη, συνοικισθέντος ἐκ τοιαύτης ἀναμίκτου φυλῆς 650 οἰκογενειῶν ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ, ἑξακολουθοῦσι μέχρι τοῦ νῦν ἀποφεύγοντες ἐπιγαμίας μὲτ᾿ ἄλλων φυλῶν καὶ σχέσεις στενάς». Ο ίδιος στη σελίδα 11 αναφέρει: «Καί οἱ μέν ἀμιγεῖς [σ.σ. εννοείται Βλάχοι] καλοῦνται Κουτζόβλαχοι πρὸς ἀντίθεσιν τῶν ἐν ‘Ρωμουνίᾳ, οἱ δὲ ἀνάμικτοι [σ.σ. στους οποίους κατατάσσει τους Αρβανιτόβλαχους και τους Βλάχους της Ακαρνανίας] Καραγκούνιδες».

Από όλο αυτό το παράξενο κείμενο ο ιστορικός κ. Βασιλείου αρκείται στην παράθεση δύο μόνο βολικών για την έμμονη άποψή του περί «εξελληνισθέντων Αλβανόβλαχων» -«Καραγκουνόβλαχων» - Καραγκούνηδων της Ακαρνανίας σχολίων. Έτσι, με τη μορφή ( «σημείωσης συγγραφέα) και σε παρένθεση κατατάσσει τους Ριμένους της Ακαρνανίας στους «ανάμικτους» Βλάχους ως … Αρβανιτόβλαχους και Καραγκούνηδες αφήνοντας χωρίς σχόλια ολόκληρα προκλητικά σημεία του κειμένου του Λαμπρίδη, επειδή προφανώς τα θεωρεί ως σωστά ή, το επιεικέστερον, δεν τα διάβασε καθόλου! Συγκεκριμένα:

  1. Ο Λαμπρίδης γράφει ότι οι «εγκαταστάντες παρὰ τὸ Λέπινον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἰς Σοροβίλη καὶ Ὄχθια» ήταν Αλβανόβλαχοι! Κι αφού δεν σχολιάζει αυτό το σφόδρα αντεθνικό και εξωπραγματικό σημείο, παραδέχεται, κατά συνέπειαν, ότι ο ίδιος, ως καταγόμενος από τα Όχθια, είναι … Αλβανόβλαχος!
  2. Γράφει ο Λαμπρίδης ότι οι «εγκαταστάντες Αλβανόβλαχοι» στη Λεπενού, τη Στράτο και τα Όχθια ήταν «ανάμικτης φυλής» και ο κ. Βασιλείου, χωρίς κανένα σχόλιο συμφωνεί και προσυπογράφει, προφανώς διότι δεν είχε διαβάσει όλα αυτά τα φοβερά, εγκληματικά και αντεθνικά χαρακτηριστικά, με τα οποία «στολίζει» τους «ανάμικτους» Βλάχους, δηλαδή και τους Βλάχους της Ακαρνανίας, που είναι και ο ίδιος!!!

Αφού δεν διάβασε και δεν παρέθεσε, ως ιστορικός, αυτό το υβριστικό απόσπασμα του Λαμπρίδη ο κ. Βασιλείου θα το κάνω εγώ τώρα με απογοήτευση και αγανάκτηση για την ύβριν των προγόνων μου. Συγκεκριμένα, ο Ιωάννης Λαμπρίδης (1839-1891), στο Τεύχος Πέμπτον (Μέρος Δεύτερον) των Ηπειρωτικών Μελετημάτων» του, υπό τον τίτλον «Μέτσοβον και Σεράκου», στην εισαγωγή του (σελίδες 7 – 12) γράφει, μεταξύ άλλων, για το θέμα, αυτό στις σελίδες 9, 10, 11 και 12 τα ακόλουθα:

«…Οι Βλάχοι εν Ηπείρω απαντώσιν ή αμιγείς μόνον την Βλαχικήν γλώσσαν ομιλούντες, μανθάνοντες δε και την ελληνικήν, ή μετ΄Αλβανών ανάμικτοι εκ γενετής και την Αλβανικήν ομιλούντες μετά της Βλαχικής, σπανιώτατα δε την Ελληνικήν. Οι μέν αμιγείς έχουσι πάντες μονίμους κατοικίας, πλήν της ποιμενικής αυτών τάξεως, ήτις αλλαχού μόνον εν ώρα χειμώνος διέρχεται. Συγχρωτίζονται μετά των Ελλήνων και επιγαμίας και σχέσεις μετ΄αυτών συνάπτουσιν. Έχουσι δ΄ Ελληνικούς πόθους και μεγίστην προς απομίμησιν των Ελλήνων επιθυμίαν και έφεσιν. Οι δ΄ ανάμικτοι απαντώντες κυρίως εν τη Νέα Ηπείρω συνηθέστατα δε διάγουσι και εν ώρα θέρους βίον πλάνητα ζώσιν ιδιορρύθμως, έχουσι τάσιν προς ληστείαν φυσικήν, λωποδύται μάλλον όντες, αποφεύφουσιν επιγαμίας και σχέσεις μεθ΄Ελλήνων, Αλβανών και Βλάχων, μισούσιν ιδία τους Έλληνας, αποκαλούντες αυτούς μεν Γραικούς, εαυτούς δε Ρωμαίους! Συμπαθούσι προς τους Τουρκαλβανούς, μεθ΄ ων και συναγελάζονται μόνον. Αποστρέφονται την ιερωσύνην. Διό και σπανιώτατα Αλβανόβλαχος το ύψιστον τούτο λειτούργημα αναλαμβανει. Ευάριθμοι φέρουσιν ονόματα Αγίων της εκκλησίας. Βαπτίζονται συνήθως παίδες γενόμενοι και εκκλησιάζονται οι πλείονες μόνον την ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ομιλούσι δε οι μεν άνδρες κυρίως Αλβανιστί, αι δε γυναίκες Βλαχιστί. Πάντων όμως αι ευχαί και αι αραί πάντοτε δια της Αλβανικής γλώσσης εκφέρονται. Η ανάμικτος αύτη Αλβανοβλαχική φυλή μεθ΄ Ελλήνων μεν απ΄ αιώνων συγχρωτισθείσα εξελλληνίσθη, μονίμους απετέλεσε κοινότητας και τα Ελληνικά ησπάσθη επαγγέλματα…»

Δηλαδή, ο αγαθιάρης ξωμάχος παππούς μου και, φυσικά και ο παππούς και προπάππος του κ. Βασιλείου ήταν: «ληστές», «λωποδύτες», «μισέλληνες», «φιλοτουρκαλβανοί», «αλειτούργητοι». «Αλβανοί» κλπ!!!

Τα έγραψα όλα αυτά για τεκμηριώσω τη διαπίστωσή μου ότι ο κ. Βασιλείου είναι φλογερός εραστής της έρευνας, αλλά όχι όλβιος ιστορικός, αφού δεν αναζητεί την αλήθεια ή, για δικούς του λόγους, πηγαίνει την «αλήθεια» εκεί όπου εκείνος νομίζει ότι βρίσκεται! Και έτσι, μετά την εκτενή αυτή εισαγωγή, επανέρχομαι στο άρθρο για την πόλη του Αχελώου και την ομώνυμη επισκοπή, όπου εφαρμόζει την ίδια τακτική σε τρεις απίστευτης γλωσσικής ερμηνείας περιπτώσεις. Συγκεκριμένα:

-Στην υποσημείωση 50 (σρη σελίδα 24) διαβάζω: «Στους Αρβανιτόβλαχους (Καραγκούνηδες) της Ακαρνανίας απαντώνται τα τοπωνύμiα beu kai bia, τα οποία αναφέρονται σε άνδρες που σήμαιναν τον βλάκα, τον δ΄τσνου, το «βόδι», το «βουβάλι». Προέρχεται από τβ βλάχικη λέξη bou (=βόδι), έχουν όμως άμεση σχέση με την αλβανική λέξη bua/ll (μπουα/λ) που σημαίνει βουβάλι (Ομάδα καθηγητών της αλβανικής γλώσσας, 2006: 72). Είναι πολύ πιθανό και το αρβανίτικο επώνυμο Μπούιας /Μπούας να σχετίζεται με τη συγκεκριμένη αλβανική λέξη».

Αγαπητοί φίλοι, συγχωρήστε με που θα φωνάξω: έλεος. Επειδή τα είπε όλα αυτά τα απίστευτα γλωσσολογικά «μαργαριτάρια» μία Ομάδα καθηγητών της αλβανικής γλώσσας, ο ιστορικός (προφανώς και μη γλωσσολόγος) κ. Βασιλείου τα έδεσε κόμπο «αταλαιπώρως». Όπως θα του έλεγε ο Θουκυδίδης και «πλάθει» μια «ιστορία» που κάνει τον Έντι Ράμα και την Αλβανίδα καθηγήτρια, η οποία πρόσφατα είχε «διαπιστώσει» ότι δεν υπάρχουν σήμερα Έλληνες στην Ελλάδα, να τρίβουν τα χέρια τους από χαρά. Όλα, λοιπόν, τα βλέπει «αλβανικά» ο κ. Βασιλείου, ενώ η σκληρή, γι΄ αυτόν, επιστημονική και γλωσσολογική πραγματικότητα είναι εντελώς αντίθετη, για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, η λέξη «Μπέου» δεν αφορά … τοπωνύμιο, αλλά τον «πρωταγωνιστή» μιας ιστορίας που διηγούνταν οι υπέργηροι στην Παλαιομάνινα με τίτλο «Μπέου ντι λα Ρεου» = Ο Μπέος του ποταμού (Αχελώου). Πράγματι, ο «Μπέος του ποταμού» ήταν χαζός, αλλά και «προικισμένος» και για το λόγο αυτό περιζήτητος από τις γυναίκες που πήγαιναν στο ποτάμι για το πλύσιμο των ρούχων, όπου εκείνος έκανε διάφορα θελήματα (μάζευε ξύλα για τα καζάνια, άναβε φωτιά κλπ). Επίσης, στον βλάχικο λόγο της Παλαιομάνινας «μπέου» είναι το βότσαλο του ποταμού!

Δεύτερον, η βλάχικη λέξη «μπέου» δεν έχει καμιά σχέση και με την άλλη βλάχικη λέξη «μπόου» που αναφέρει ο κ. Βασιλείου. Αλλά, η μείζων άγνοια ή γλωσσική ασχετοσύνη εντοπίζεται στην ερμηνεία του ότι η λέξη «μπόου» είναι … αλβανική (είπαμε έχει κολλήσει η βελόνα αλβανιστί!). Η λέξη «μπόου» είναι αρχαιοελληνική και μάλιστα στην ασυναίρετη μορφή της, δηλαδή «βόος-βους»!

Τρίτον, και η λέξη «βουβάλι» που δεν είναι … βλάχικη, αλλά ελληνική, παράγεται από την αρχαιοελληνική λέξη «βόος-βους», αλλά είναι …. Λατινική (bubalus) και όχι … αλβανική (είπαμε, κόλλησε η βελόνα!)

Φαίνεται, λοιπόν, ο κ. Βασιλείου από κάποιο ή κάποιους κατοίκους της Παλαιομάνινας άκουσε αυτήν την «ιστορία» και την έκανε … αλβανικό «παραμύθι», δικαιώντας ξανά τον Θουκυδίδη που συμβούλευε ως εξής τους πραγματικούς ιστορικούς:

 [1.21.1]

«ἐκ δὲ τῶν εἰρημένων τεκμηρίων ὅμως τοιαῦτα ἄν τις νομίζων μάλιστα ἃ διῆλθον οὐχ ἁμαρτάνοι, καὶ οὔτε ὡς ποιηταὶ ὑμνήκασι περὶ αὐτῶν ἐπὶ τὸ μεῖζον κοσμοῦντες μᾶλλον πιστεύων, οὔτε ὡς λογογράφοι ξυνέθεσαν ἐπὶ τὸ προσαγωγότερον τῇ ἀκροάσει ἢ ἀληθέστερον, ὄντα ἀνεξέλεγκτα καὶ τὰ πολλὰ ὑπὸ χρόνου αὐτῶν ἀπίστως ἐπὶ τὸ μυθῶδες ἐκνενικηκότα, ηὑρῆσθαι δὲ ἡγησάμενος ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων σημείων ὡς παλαιὰ εἶναι ἀποχρώντως» =Σε τέτοια, λοιπόν , κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν μπορεί κανείς να δώσει πίστη σε όλες τις υπάρχουσες παραδόσεις. Διότι οι άνθρωποι αποδέχονται εξ ίσου αβασάνιστα όσα εξ ακοής μαθαίνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρονται σ τη δική τους χώρα. (Ιστορίαι, 1.21.1)

Στην υποσημείωση 50 (στη σελίδα 25 του άρθρου) διαβάζω: «Έχει υποστηριχθεί από αρκετούς (Κανελλίδης, 1887, φύλλο 37: 1-3, φύλλο 38: 3-4 και φύλλο 39: 1, Γεωργακά, 1938: 34-35) ότι αλβανικοί εποικισμοί στην Πελοπόννησο έχουν λάβει χώρα πολύ νωρίτερα (ήδη από τον 8ο αιώνα μ.Χ.). Μάλιστα, το γνωστό τοπωνύμιο Μάνη, που πιθανό να σχετίζεται με το τοπωνύμιο Μάνινα Ξηρομέρου, απαντάται ήδη από τον Θ’ αιώνα».

Αλβανική, λοιπόν, και η … Μάνη, αλβανική λέξη Μάνινα Ξηρομέρου, παναλβανικά τα βλέπει ο κ. Βασιλείου, επειδή έτσι είπαν … αρκετοί. Λοιπόν, και πάλι έλεος, για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, Μάνινα δεν είναι… «τοπωνύμιο», αλλά μία μείζων περιοχή του Ξηρομέρου Ακαρνανίας, που πήρε την ονομασία αυτή από τη λέξη «Μάνη» ή «Μάνια», όπως λεγόταν και λέγεται ακόμα από τους ντόπιους η Παλαιομάνινα.

Δεύτερον, η λέξη «Μάνη» δεν είναι … αλβανική, αλλά βυζαντινή και σημαίνει οχυρωμέο μέρος, τείχη, κάστρα.

Τρίτον, στην αρχή η λέξη «Μάνη», ήταν «Μαίνη», δηλαδή «Κάστρα Μαίνης» ή «Παλαιομάϊνα», όπως αναφέρεται στα έγγραφα του 1821! Η Παλαιομάνινα επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι η εγκατάλειψη των αρχαίων πόλεων της περιοχής, λόγω της «ερημίας» μετά την επικράτηση των Ρωμαίων (146 π.Χ.), είχε ως αποτέλεσμα στα μεσαιωνικά χρόνια, να ξεχαστούν όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και οι θέσεις τους. Για την( άγνωστη ακόμα!) αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας διαπιστώνεται ότι το ξεχασμένο αρχαίο όνομά της υποκαταστάθηκε από ένα νέο, δηλαδή Παλαιό Μάνι, Παλαιομάνινα, Παλαιομάϊνα, Μάνινα, Μάνια. Τα πολλά χρόνια, οι πολλοί αιώνες σκέπασαν με το αρχαίο όνομά της με λησμονιά, αλλά, καθώς παρέμενε πάντοτε επιβλητική με την ακρόπολή της, τους πύργους της και τις πύλες της, στη συνέχεια οι ίδιοι οι κάτοικοι, ως νομάδες πια προφανώς, της έδωσαν μιαν ονομασία που ταίριαζε σε αυτό που έβλεπαν. Δηλαδή, μια ονομασία με πρώτο συνθετικό τη λέξη «Παλαιό», που κυριαρχεί στην Ελλάδα, όταν αναφέρεται γενικώς σε αρχαία ή παλιά τοποθεσία ή πόλη ή χωριό, και με δεύτερο συνθετικό τη λέξη «Μάνι» ή Μαϊνι» ή «Μαϊνα» , που δηλώνει οχυρό, κάστρο! Σημειώνεται ότι και η Μάνη, κατά την ασφαλέστερη εκδοχή, πήρε το όνομα από την αρχαία οχύρωση, το αρχαίο κάστρο περιοχής. Μάλιστα είχε και την ονομασία Παλαιά Μαϊνη, όπως η Παλαιομάνινα!

Οι έως τώρα γνωστές μαρτυρίες για κατοίκηση στην περιοχή και κατά τη βυζαντινή περίοδο αναφέρονται στην περιοχή ως «Μάνη» ή «Παλαιό Μάνι». Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά αναφέρεται η αρχαία πόλη ως «Παλαιό Μάνι» από τον Κυριακού Αγκωνιάτη (εξ Αγκώνος), ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή το 1436. Η ονομασία αυτή επικράτησε, όπως φαίνεται, επί αιώνες, αφού ως «Παλαιό Μάνι» αναφέρουν την Παλαιομάνινα οι περιηγητές Λήκ και Εζέ, οι οποίοι επισκέφθηκαν την περιοχή το 1809 και το 1860 αντίστοιχα και άλλοι Έλληνες συγγραφείς.

Επίσης, με το όνομα «Μάνη» αναφέρει την Παλαιομάνινα σε τρεις σελίδες και ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Gelebi), ο οποίος την επισκέφθηκε το 1668. Συγκεκριμένα, στο βιβλίο του υπό τον τίτλο «Ταξίδι στην Ελλάδα» (Απόδοση Νίκος Χειλαδάκης, Εκδόσεις Εκάτη, 2010) στη σελίδα 211 αναφέρει τα εξής:

«Και το σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο υποχρεωνόταν ο κασαμπάς να στείλει ραγιάδες και στρατιώτες στον ντισντάρη της Μάνης, το παραδώσαμε σ΄ ένα μουσουλμάνο αγρότη, που το σπίτι του ήταν πολύ μακριά από Ζεμπάν (Ζαπάντι). Σ΄ αυτουνού μείναμε τη νύχτα και το πρωί, αφού του δώσαμε τρακόσια γρόσια και αγοράσαμε ένα άλογό του, φύγαμε άρον, άρον…».

Κρίνω αναγκαίο το ακόλουθο σχόλιο: Η Παλαιομάνινα ήταν την εποχή εκείνη ένας σημαντικός «κασαμπάς» (κωμόπολη), η οποία μάλιστα είχε ντισντάρη, δηλαδή φρούραρχο, διοικητή του φρουρίου!

Επίσης, στη σελίδες 213 και 214 γράφει τα εξής:

«Ο μπέης της Ινέμπαχτης (Ναυπάκτου)- αφού έκανε κουμάντο με τον υπασπιστή του- έδωσε τελικά στον καταπονημένο εμένα ένα πουγκί κι ένα άλογο. Και μ΄ έστειλε στον σερντάρη της Μάνης (αποκεί ψηλά θαύμασα όλα τα κονάκια του σαντζάκ».

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι και στο σημείο αυτό ο Τσελεμπή ονομάζει την πόλη της Παλαιομάνινας «Μάνη», η οποία μάλιστα είχε και «σερντάρη», δηλαδή τοπικό αρχηγό των γενιτσάρων, ενώ από εκεί ψηλά εκφράζει και τον θαυμασμό του για τα πολλά κονάκια του Σαντζάκ, του Νομού, τα οποία σίγουρα ανήκαν σε νομάδες, αφού τα κονάκια ήταν τα βασικό τους κατάλυμα. Άλλωστε, στην Παλαιομάνινα υπάρχει και το τοπωνύμιο «Παλιοκούνακα»!

Στη συνέχεια και στη σελίδα 222 του βιβλίου του, ο Τσελεμπή είναι πιο αποκαλυπτικός για την επίσκεψή του στην Παλαιομάνινα. Συγκεκριμένα, μετά την επίσκεψή του στο «Λαχόρ» (Αγρίνιο) αναφέρει τα εξής για τη «Μάνη»:

«Και αναχώρησα για να πάω στον ντισντάρη της Μάνης. Μόλις έφτασα εκεί, ο ταπεινότατος εγώ, με γέμισαν με δώρα. Κι αυτοί μιλούν ρωμέϊκα. Τα παλικάρια ντύνονται κατά τις νησιώτικες συνήθειες, με κόκκινα φέσια και κάπες. Οι πιο ώριμοι όμως φοράνε επιχρυσωμένα σαρίκια, λιπαντζέ – σαμούρ και-γενικά- ακριβά και μεγαλόπρεπα ρούχα. Το νερό τους είναι πηγαδίσιο, αλλά δροσερό. Η περιοχή παράγει ρύζι, λεμόνια, νεράντζια, μανταρίνια κι ελιές. Το κλίμα είναι πολύ εύκρατο. Ξαναγύρισα στο Λαχόρ βαδίζοντας για μισή ώρα σε μια πλαγιά κατάφυτη από αμπέλια…».

Δηλαδή, οι κάτοικοι μιλούσαν ρωμείκα και όχι… αλβανικά!!!

Εξήντα χρόνια αργότερα, ο Μελέτιος, μητροπολίτης Αθηνών, στο βιβλίο του» Γεωγραφία» (σελίδα 323), το οποίο πρωτοεκδόθηκε στη Βενετία το 1728 αναφέρει το «Κάστρο της Μαίνης», το οποίο πιθανολογεί ότι είναι ο «Αστακός». Γράφει: «Άστακος και Αστακός, κληθείσα από Αστακού, υιού του Ποσειδώνος και της Ολβίας Νύμφης, κειμένη πλησίον του Αχελώου, καθώς τω περιγράφω. Φαίνεται να είναι το Κάστρο της Μαϊνης».

Πλήρης σύγχυση! Ενώ αναφέρει ότι ο Αστακός φαίνεται να είναι «Κάστρο της Μαίνης», στη συνέχεια γράφει ότι βρίσκεται κοντά στον Αχελώο. Αλλά, κοντά, πολύ κοντά, στη δυτική όχθη του Αχελώου, κι εκεί κοντά, στην Ακαρνανία, είναι το «Κάστρο της Παλαιομάϊνας»!

ΥΓ. Παρακαλώ τον κ. Βασιλείου να προσκομίσει τεκμηριωμένο αντίλογο σε όλα αυτά και εγώ θα εκφράσω δημοσίως τα θερμά μου συγχαρητήρια…

Του Δημήτρη Στεργίου

Συγκινητικές, μέχρι έντονης απογοήτευσης  και αγανάκτησης, ήταν οι αντιδράσεις των φίλων μας, οι οποίες  συνόδευσαν το άρθρο μας για την υπό κατάρρευση «Αυλόπορτα» της Παλαιομάνινας  που αναρτήθηκε  στη σελίδα μας καθώς και στις εντυπωσιακές, φίλες και φιλόξενες ηλεκτρονικές εφημερίδες www.Aixm-inews.gr της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου,  www.epoxi.gr  και  www.agrinionews Αγρινίου  και.www.iaitoloakarnania.gr. Αλλά, η υπό κατάρρευση «Αυλόπορτα» της Παλαιομάνινας δεν είναι το μόνο επιβλητικό μνημείο της απέραντης αρχαίας πόλης, το οποίο είναι κι αυτό έτοιμο να καταρρεύσει, μολονότι ο αρμόδιος, επικεφαλής των αρχαιολογικών ανασκαφών καθηγητής Αρχαιολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Βασίλης Λαμπρινουδάκης έχει εντόνως προειδοποιήσει. Αλλά και στην περίπτωση αυτή  η προκλητική κρατική αδιαφορία αποτελεί μέγιστο όνειδος για τους νεοέλληνες.

Πρόκειται για τον εμβληματικό Πύργο του κυκλώπειου τείχους της Ακρόπολης της Παλαιομάνινας για τον οποίο, από την έναρξη των ανασκαφών στην αρχαία πόλη το 2006,   επισημάνθηκε από τον κ. Λαμπρινουδάκη ότι απαιτείται άμεση λήψη μέτρων αντιμετώπισης του κινδύνου κατάρρευσής του. Μάλιστα, έχει προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενη καταστροφή θα ήταν δύσκολα και με πολύ μεγάλο κόστος αναστρέψιμη και θα προκαλούσε έντονη υποβάθμιση της εικόνας του μνημείου. Στη συνέχεια, ο κ. Λαμπρινουδάκης αναφέρει ότι η δαπάνη για την αντιμετώπιση του κινδύνου κατάρρευσης του πύργου ανέρχεται σε 50.000 ευρώ, ευελπιστώντας ότι η μικρή αυτή δαπάνη θα καλυπτόταν αμέσως από την τοπική αυτοδιοίκηση ή από επιχείρηση ή επιχειρήσεις της περιοχής, αλλά φευ!

Σημειώνεται ότι ο επιβλητικός αυτός πύργος είναι ακριβώς απέναντι και σε απόσταση  30 περίπου μέτρων από τη νέα, άγνωστη έως τώρα, πυλίδα, η οποία ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές αυτές και η οποία, μαζί με τα άλλα εντυπωσιακά αποτελέσματα της πρώτης φάσης της αρχαιολογικής έρευνας υπό τον κ. Λαμπρινουδάκη αποδεικνύει τη συνεχή κατοίκηση της περιοχής, καθώς η αρχιτεκτονική της και τα ευρήματα δείχνουν ότι η περιοχή κατοικούνταν από το 2.800 π.Χ. περίπου, ενώ μια άλλη πύλη που χρονολογείται περίπου στο 400 π.Χ., ήταν αφιερωμένη στον Δία. Όπως επισημαίνει ο κ. Λαμπρινουδάκης, η πρακτική πύλες να αφιερώνονται στο Δία ή κάποιον άλλο θεό ήταν διαδεδομένη στην αρχαιότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Λαμπρινουδάκη, η λατρεία του Δία είναι γνωστή τόσο στην αρχαία Στράτο όσο και στις Οινιάδες, επομένως αυτή η ομοιότητα στη λατρεία ίσως δικαιώνει την άποψη πως αυτοί που κατοικούσαν «ψηλά» στον Αχελώο κατέβηκαν για να διευκολύνουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες.

Η κρίση και η αδιαφορία ματαίωσαν και τις αρχαιολογικές ανασκαφές

Μολονότι τα αποτελέσματα της περιπετειώδους οικονομικά ανασκαφικής έρευνας στην Παλαιομάνινας είναι έως τώρα σημαντικότατα, το πρόγραμμα των αρχαιολογικών προωθούνταν με σημαντικά εμπόδια και παύσεις, εξαιτίας των έλλειψης πόρων και της αδιαφορίας της πολιτείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης και ήδη, μετά την οικονομική κρίση, μετά το 2010, το πρόγραμμα των ανασκαφών έχει σταματήσει! Αυτά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα από τις ανασκαφές στην Παλαιομάνινα έχει παρουσιάσει πολλές φορές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ο κ. Λαμπρινουδάκης. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα ακόλουθα:

-Η αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας ήταν τειχισμένη από τους κλασικούς χρόνους.

-Στη μοναδική είσοδο από την αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας στην ακρόπολη αποκαλύφθηκε ΕΠΙΓΡΑΦΗ που αναγράφει το όνομα του ύψιστου αρχαίου θεού Δία.  Από τη μορφή των γραμμάτων χρονολογείται τον 4ο περίπου αιώνα π.Χ. Ο Ζευς ως προστάτης πυλών, σύμφωνα με τον καθηγητή,  μαρτυρείται σε πολλές πόλεις όπως στη Θήβα (Ύψισται Πύλαι) και στην Αθήνα (Βωμός Ερκείου Διός). Η σημασία της λατρείας του Διός στην περιοχή ενισχύεται και από το γεγονός της απεικόνισης του θεού σε νομίσματα της όμορης πόλης των Οινιαδών. Σημειώνεται ότι πληροφορίες με λεπτομερή περιγραφή σχετικά με την επιγραφή αυτή δίνει ο κ. Λαμπρινουδάκης σε άρθρο στα «ΑΙΤΩΛΙΚΑ», (αρ. τεύχους 15, έτους 2010).

-Τα μνημειακά ερείπια της αρχαίας πόλης της Παλαιομάνινας είναι ιδιαίτερα σημαντικά και λόγω της καλής διατήρησής τους, αλλά και λόγω της στρατηγικής σημασίας της πόλης αυτής στη δυτική όχθη του Αχελώου, η οποία πρέπει να ταυτιστεί με την αρχαία Μητρόπολη και η οποία φαίνεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Δυτικής Ελλάδος.

- Αναδείχθηκε μέσα από την οργιώδη βλάστηση ο γνωστός τριμερής περίβολος των τειχών μήκους πάνω από 1.700 μέτρων, αλλά σήμερα έχει ήδη καλυφθεί ξανά από χόρτα, θάμνους και ... δέντρα!

-Εντοπίσθηκε ένα ακόμη τειχισμένο, άγνωστο έως σήμερα στην έρευνα, διαμέρισμα, που έχει καλυφθεί από τμήμα του σημερινού χωριού της Παλαιομάνινας που δείχνει την εξαιρετικά μεγάλη έκταση της αρχαίας πόλης.

-Σε πρόσφατη ανακοίνωσή του στο Γερμανικό Ινστιτούτο, ο κ. Λαμπρινουδάκης έκανε περισσότερη εμβάθυνση στο θέμα. Όπως επισημαίνει, φαίνεται ότι η γνωστή οχύρωση με τα τρία μέρη της (ακρόπολη- «κάτω ακρόπολη»- «πόλη») ήταν μάλλον καταφύγιο για τον καιρό του πολέμου, ενώ η καθ΄ αυτό πόλη βρισκόταν όπου και η σημερινή Παλαιομάνινα, όπου εντοπίσθηκαν τμήματα του αρχαϊκού τείχους.

-Η ανασκαφή της πυλίδας αποκάλυψε και μιαν αδιάκοπη συνέχεια ζωής στην περιοχή από την 3η χιλιετία μέχρι τα βυζαντινά χρόνια.

-Με τις πρώτες ανασκαφικές εργασίες φάνηκαν τα πρώτα σπίτια μέσα στην ακρόπολη και τα υπόλοιπα τειχισμένα διαμερίσματα της πόλης.

-Οι ίδιες οι έρευνες αποκάλυψαν επιμελημένα δίκτυα αγωγών, τα οποία μαρτυρούν ένα συστηματικά δομημένο χώρο στην επιφάνεια.

-Ήλθαν ακόμα στο φως οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες, που, μαζί με την έρευνα των οικοδομημάτων, θα φωτίσουν την αρχαία ζωή στο σημαντικό αυτό κέντρο της Δυτικής Ελλάδος.

Για την  Ακρόπολη της Παλαιομάνινας, όπου βρίσκεται ο υπό κατάρρευση πύργος της, παραθέτω απόσπασμα από την περιγραφή που κάνει ο Ληκ:

 «… Από την εσωτερική πύλη, τα δύο τείχη του κεντρικού περιτειχισμένου χώρου ανεβαίνουν σε μια μικρή τετράγωνη ακρόπολη στην  κορυφή του λόφου. Το ένα τείχος στα δεξιά ανεβαίνει απ΄ ευθείας, ενώ το αριστερό όχι και τόσο (διαμορφώνει μια καμπύλη). Πάντως, και τα δύο τείχη καμπυλώνουν στην εξωτερική τους πλευρά. Η ακρόπολη έχει έναν εξωτερικό χώρο περιτριγυρισμένο από πύργους…»

Επίσης, η ακρόπολη περιγράφεται και από τον Εζέ ως εξής:

«..Η ακρόπολη σχηματίζει πάνω στο οροπέδιο, που κοσμεί από μακριά τις όχθες του Αχελώου, ένα ακανόνιστο τετράγωνο με πύργους στην άκρη του. Πίσω από την ακρόπολη και στο ίδιο επίπεδο, ένα γκρεμισμένο τείχος περιβάλλει έναν ολόκληρο χώρο, όπου βρίσκει κανείς εδώ και εκεί ίχνη αρχαίων σπιτιών. Τέλος, το κύριο οχυρό, που μετράει για δύο, γιατί χωρίζεται με ένα παχύ εσωτερικό τείχος, κατεβαίνει το βουνό σε ένα έδαφος γεμάτο δέντρα και βράχους. Η γενική του μορφή μοιάζει με γωνία ή με τρίγωνο, του οποίου η βάση στηρίζεται στα βουνά και που επεκτείνεται με μια μακριά μύτη έως την ίδια την όχθη του ποταμού. Το διπλό αυτό τείχος, μάλιστα, μοιάζει πολύ παλαιό και είναι εντυπωσιακό, εξαιτίας της μοναδικής του διευθέτησης, με τους τεράστιους λίθους που το αποτελούν, το πάχος των τειχών του, την αμυντική αξία τους, που εντοπίζεται αποκλειστικά στην ιδιομορφία των γραμμών του, τη σκληρότητα του εδάφους, που δεν ισοπεδώθηκε και που ποτέ δεν μπόρεσε να φιλοξενήσει παρά φτωχικά καλύβια. Ένας πληθυσμός άγριος και πολεμοχαρής άφησε τα σημάδια του σε αυτές τις κατασκευές, που μοιάζουν να έχουν γίνει αποκλειστικά για να κρατήσουν μακριά τον εχθρό, χωρίς να νοιάζεται για τη διευκόλυνσή του…»

Ο Ληκ περιγράφει τα αρχαία τείχη της Παλαιομάνινας ως εξής:.

«…Τα αρχικά τείχη έχουν σε μερικά σημεία πλάτος 11 ποδών (3,35 μέτρα), αλλά είναι φτιαγμένα στη μέση από χαλίκια (μικρές πέτρες), ενώ εξωτερικά καλύπτονται από κονίαμα. Ανάμεσα στις μεταγενέστερες προσθήκες βρίσκονται τα υπολείμματα ενός πύργου στο χαμηλότερο σημείο της ακρόπολης, από τον οποίο έχουν διασωθεί 10 ή 12 σειρές της κανονικής τειχοποιίας στη μια πλευρά, καθώς και ένα μικρό τμήμα της γειτονικής πλευράς. Εδώ το τείχος αποτελείται από λίθους πάχους όχι περισσότερο των 2,5 - 3 ποδών (0,76 - 0,91 μέτρα). Σε αυτά τα τμήματα της τειχοποιίας, τα οποία έχουν διασωθεί, υπάρχει, στο μέσον περίπου, ένα άνοιγμα, το οποίο προεξέχει μερικά εκατοστά. Μια παρόμοια προεξοχή υπάρχει και στη βάση του τείχους.

Το αμυντικό σύστημα της ακρόπολης στη χαμηλότερη πλευρά προς την πόλη αποτελείται μερικώς από ένα κατακόρυφο σκάψιμο στο βράχο, πάνω στο οποίο έχει χτισθεί ένα τείχος που περιλαμβάνει ακανόνιστους λίθους. Αυτοί εφαρμόζουν ακριβώς, τόσο μεταξύ τους όσο και στο βράχο. Τα ερείπια δεν είναι σε κανένα σημείο πάνω από 8 ή 10 ποδών ψηλά (2,43 - 3,0 μέτρα), εκτός από την “Αυλόπορτα”. Ο εσώκλειστος χώρος είναι τόσο απότομος, ώστε κάποιος εκπλήσσεται με την ιδέα ότι κατοικούνταν κάποτε. Δεν έχουν βρεθεί όμως τα θεμέλιά του.Το μέγιστο μήκος από την ακρόπολη έως την “Αυλόπορτα” είναι 600 υαρδών (548,4 μέτρα)…»

-Σύμφωνα με τον  κ. Λαμπρινουδάκη στη μοναδική είσοδο από την
αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας στην ακρόπολη αποκαλύφθηκε ΕΠΙΓΡΑΦΗ που αναγράφει το όνομα του ύψιστου αρχαίου θεού Δία.  Από τη μορφή των γραμμάτων χρονολογείται τον 4ο περίπου αιώνα π.Χ. Ο Ζευς ως προστάτης πυλών, σύμφωνα με τον καθηγητή,  μαρτυρείται σε πολλές πόλεις όπως στη Θήβα (Ύψισται Πύλαι) και στην Αθήνα (Βωμός Ερκείου Διός). Η σημασία της λατρείας του Διός στην περιοχή ενισχύεται και από το γεγονός της απεικόνισης του θεού σε νομίσματα της όμορης πόλης των Οινιαδών. Σημειώνεται ότι πληροφορίες με λεπτομερή περιγραφή σχετικά με την επιγραφή αυτή δίνει ο κ. Λαμπρινουδάκης σε άρθρο στα «ΑΙΤΩΛΙΚΑ», (αρ. τεύχους 15, έτους 2010).

-Αυτή η μικρή είσοδος (πυλίδα) είναι πολύ σημαντική γιατί προσέφερε καταφύγιο ανθρώπων και ζώων από την πιο χαλαρά οχυρωμένη χώρα της αρχαίας πόλης (που βρισκόταν μάλλον στο υψίπεδο που βρίσκεται το σημερινό χωριό)  στην καλά οχυρωμένη ακρόπολη. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τον Πολύβιο, όταν οι μακεδονικός στρατός υπό τον Φίλιππο Ε΄ πυρπόλησε  εύκολα την κάτω πόλη της Μητρόπολης (219-217 π.Χ.)  δεν μπόρεσε να κυριεύσει την πολύ καλά οχυρωμένη ακρόπολή της.

(Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Βασίλη Λαμπρινουδάκη και του Γιώργου Μπαμπάνη)

Σελίδα 1 από 5

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία