Αγγελίες    Επικοινωνία

«Τι θα γινόταν... ΑΝ είχαμε φτερά»

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 17/10/2019

Αν είχαμε φτερά, αντί το καλοκαίρι να πηγαίναμε σε κάμπινγκ, θα μπορούσαμε να πηγαίναμε στον ουρανό για διακοπές.

Αν είχαμε φτερά και χαλάγαν ή κολλούσαν, δεν θα μπορούσαμε να κατεβούμε κάτω. Έπρεπε να τους πεις «φάε λαζάνια» και να κάνεις το γελωτοποιό.

Αν είχαμε φτερά, θα μπορούσαμε να τρομάζουμε τα πουλιά και μετά να πίναμε χυμό.

Αν είχαμε φτερά, όταν θα πετούσαμε χαρταετό, μαζί με τα φτερά θα πιάναμε κι αστέρια.

Αν είχα φτερά, στη θάλασσα θα έκανα σκι. Πώς; Θα καθόμουν ανάσκελα και θα κούναγα τα φτερά.

Αν είχα φτερά, όταν θα έβλεπα χτυπημένο ζώο θα το έπαιρνα στα ζεστά φτερά μου και θα το πήγαινα στον κτηνίατρο!   

 Μάγια Αράπογλου, ετών 9

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 17/10/2019

Της Μάγδας Βελτσίστα

Την Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου, πήγαμε, ως Σύνδεσμος, και είδαμε την τραγωδία «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, πρώτο μέρος της μοναδικής, μεγαλειώδους «Ορέστειας». Στο ανοιχτό θέατρο των Βράχων, στο Βύρωνα σε σκηνοθεσία της Ιώς Βουλγαράκη.

Και ο καιρός μας τη φύλαγε, έβρεχε από το πρωί κι ύστερα έβαλε ένα βοριά τρελό, καταραμένο. Τουρτουρίζαμε! Αρκετοί φύγανε, από μας κανείς, μείναμε εκεί ηρωικά, «αφού φτάσαμε μέχρι την πηγή, θα πιούμε το νερό».

Αξιζε! Οταν μια παράσταση, βασανίζει τη σκέψη σου και σου αναδομεί το συναίσθημα και σκέφτεσαι όσα είδες κι άκουσες και την άλλη μέρα και την παράλλη, τότε, ναι, είναι έργο τέχνης. Και φεύγοντας ψελλίζεις: Έτσι, καταξιώνεται η ζωή.

Να μην παραλείψω να γράψω πως τη μετάφραση του κειμένου στα νεοελληνικά έκανε ο ποιητής Μύρης, τ.έ. ο κορυφαίος φιλόλογος και μελετητής του αρχαίου δράματος Κώστας Γεωργουσόπουλος: Και καταξίωσε τον θεϊκό αισχύλειο λόγο.

Γυρίζοντας στο σπίτι αναζήτησα το ποίημα του Ελύτη «ο Αγαμέμνων». Και πόσο ταιριάζει στη συγκεκριμένη παράσταση από πλευράς εποχής, σκοταδιού, ανέμου που λυσσά. Και πώς ο ποιητής μετατρέπει το μεμονωμένο σε παγκόσμιο, το περιπτωσιακό σε διαχρονικό, το συγκεκριμένο σε συμβολικό: Γρήγορα που σκοτεινιάζει, φθινοπώριασε

Δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο, χώρια εσέ.

Αγαμέμνων,  Αγαμέμνων, άμοιρε

Που σού μελλε να τό βρεις απ’ τη γυναίκα σου!

Άσ’ τον άνεμο να λέει, ασ’ τον να λυσσά

Κάποιος θά ναι ο Αγαμέμνων, κάποια η φόνισσα!

Τελευταίο: Αγαμέμνων στην πανάρχαια μυκηναϊκή γλώσσα/διάλεκτο είναι ο επίμονος, ο πολύ σταθερός.

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 26/09/2019

Πανέμορφο κτήριο νεοκλασσικό! Κανένας δε ρώτησε πότε κι από ποιον χτίστηκε και -το χειρότερο- γιατί γκρεμίστηκε. Πρώτα ήταν Δημαρχείο. Μετά Γυμνάσιο. Κι ύστερα, πάλι Δημαρχείο. Κάποια χρόνια, σ΄αυτό το μεσοδιάστημα, από το 1956 μέχρι το 1962 φοίτησα κι εγώ. Περίεργη φοίτηση. Κάναμε εγγραφή, ύστερα από εξετάσεις, στην 1η Γυμνασίου και παίρναμε απολυτήριο από την 8η.

Το σχολείο πάμπτωχο, με ανύπαρκτα μέσα. Η εποπτική διδασκαλία άγνωστη κι ανήκουστη. Υποχρεωτικός ο εκκλησιασμός κάθε Κυριακή. Απαγορεύεται ο κινηματογράφος. «Αν είσθε καλά παιδιά, θα σας πάμε μαθητική παράσταση σε έργα σεμνά, όπως π.χ. Μαρία η Πενταγιώτισσα κι άλλα ηθικοπλαστικά». Μαύρη ποδιά οι μαθήτριες με άσπρο γιακαδάκι. Έπρεπε να τη φοράμε εντός κι εκτός του σχολείου πλην των εθνικών εορτών, όπου, μέσα σε μια κρίση μεγαλοψυχίας, μας επέτρεπαν να φοράμε «τα καλά μας», άσπρη μπλούζα, μπλε φούστα πλισέ κι άσπρο μπερεδάκι. Τα αγόρια κουρεμένα με την ψιλή μηχανή και το γυμνασιακό καπέλο με την κουκουβάγια οπωσδήποτε στο κεφάλι. Αυτό το καπέλο έπρεπε να το βγάζουν για να χαιρετήσουν τιμητικά καθηγητές και καθηγήτριες, όχι μόνο στο σχολείο, όχι μόνο στο Αιτωλικό, αλλά και παντού στην επικράτεια. Στρατόπεδο!

Οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Χωρίς προεδρεία, 15μελή ή άλλα ένδικα μέσα. Είκοσι μέρες αποβολή στον Κώστα από τη Σταμνά, γιατί είπε στο φιλόλογό του «αυτό που λες, να το αποδείξεις, είσαι άντρας.» Και το παιδί έφυγε για το χωριό του και για 20 μέρες ξενοίκιασε και το δωμάτιο που νοίκιαζε. Τουλάχιστον να τού βγαινε ο μήνας φθηνότερα...

Η βαθμολογία σκληρή από τη φύση της κι από τους λειτουργούς της. Και τα 8άρια πηγαίνανε σύννεφο. Τα μαθήματα χωρίζονταν σε δυο κατηγορίες, τα πρωτεύοντα και τα δευτερεύοντα. Αν έπεφτες κάτω από τη βάση σε δυο πρωτεύοντα, έμενες στην ίδια τάξη. Όταν βγαίνανε τ’αποτελέσματα, συνήθως στις 30 Ιουνίου, κλαίγανε μανούλες. Αρχαία Ελληνικά 09 – Νέα Ελληνικά 09: στον τόπο. Μαθηματικά 09, Φυσική 09: στον τόπο. Τότε τον καθηγητή τον είχες απέναντι κι όχι δίπλα.

Οι μαθητές διακρίνονταν σε δυο κατηγορίες: τους Αιτωλικιώτες, εντός των γεφυριών και τα βλαχόπουλα-χωριατόπουλα, εκτός των γεφυριών (Αι-Γεράσιμος, Χρυσοβέρι, Σταμνά, Αι-Λιάς, Μάστρου, Γουριά, Νιοχώρι και περίχωρα). Η διάκριση είχε κοινωνική σημασία και μόνο. Μέσα στην τάξη η μαθησιακή λειτουργία ανέτρεπε την αξιολογική κλίμακα.

Τα μαθήματα σε 8ωρη βάση, 8.15 με 2.00, εάν κι εφόσον υπήρχε επάρκεια καθηγητών. Διαφορετικά, ήταν δυνατόν να φεύγουμε κι από τις 11.00 ακόμα. «Μέχρι να στείλουν καθηγητές και να συμπληρωθεί πλήρως το πρόγραμμα». Αυτό όμως σπάνια συνέβαινε. Η Γυμναστική γινότανε νωρίς το απόγευμα, στην αυλή του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αιτωλικού, ακριβώς πίσω από το κτήριο του Γυμνασίου. Αυτό ήταν μπελάς για όλους, αλλά αναπότρεπτο, το Γυμνάσιο δεν είχε καθόλου δικό του χώρο για Γυμναστική και στο μικρό προαύλιο του 2ου Δημοτικού, στο πρωινό ωράριο λειτουργίας, αυλίζονταν οι μαθητές του.Εδώ θα πρέπει να τονίσω πως Γυμναστική κάνανε χωριστά τ’ αγόρια από τα κορίτσια. «Αυτό είναι σεξιστικό,» θα πούνε μερικοί. ‘Ε, κι ΄Υστερα;

Η Γυμναστική το απόγευμα, λοιπόν. Εμείς οι Αιτωλικιώτες πηγαίναμε στα σπίτια μας, τρώγαμε και γυρίζαμε πίσω στο σχολείο ξανά. Τα εκτός Αιτωλικού όμως χωριατόπαιδα μένανε στο σχολείο, τρώγανε, διαβάζανε, και περίμεναν να έρθει η ώρα της Γυμναστικής. Το γεύμα πανομοιότυπο: ψωμί, ελιές, αυγά βραστά, καμιά ντομάτα μέσα στην καρό κόκκινη πετσέτα. Κανένας, ή σχεδόν κανένας ποτέ δεν προβληματίστηκε πώς τα παιδιά αυτά θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του μαθήματος. Αν δηλαδή είχαν φάει αρκετά για να αντέξουν στη Γυμναστική. Κι ο κ. Στόλης, ο γυμναστής μας, δε χάριζε κάστανα. Εκανε πολύ καλά τη δουλειά του. Και μας ξεθέωνε!

Και κάτι τελευταίο, πριν φύγουμε από τον κόσμο της Γυμναστικής: τα κορίτσια, την ώρα του μαθήματος, αντί για παντελόνι, φορούσαν ενα ρούχο απερίγραπτο: το λέγαν μπουραζάνα. Δες τε κάποια φωτογραφία της εποχής και θα συμφωνήσετε!

Το προαύλιο με τσιμέντο σαγρέ. Εκεί η παράταξη για προσευχή, εκεί ο αγιασμός, ο μικροεορτασμός της εθνικής επετείου, οι ομιλίες. Στις 25 Μαρτίου το απόγευμα οι μαθήτριες χορεύαμε. Συνήθως, με το δικό μας τραγούδι. Καμιά φορά και σπάνια με μπάντα μουσικής, μέγα γεγονός. Η Λενίτσα χόρευε την πέρδικα στον κερκυραϊκό. Τα αγόρια χόρευαν συρτό μόνο και τσάμικο. Και μόνο οι μεγάλες τάξεις. Δεν υπάρχει γιατί.

Στη μέση της πλατείας, η πανέμορφη βασιλική της παλιάς Παναγίας. Πανέμορφη κι ιστορικότατη. (Αργότερα την γκρέμισαν. Έγκλημα χωρίς τιμωρία.)

Στη δεξιά πλευρά της πλατείας, (δεξιά με την πλάτη προς το Γυμνάσιο), ο αφέντης Αι-Δημήτρης. Εκεί κάναμε καθημερινά μάθημα εμείς τα πρωτάκια της σχολικής χρονιάς 1956-57. Δεν επαρκούσαν οι αίθουσες του κεντρικού κτηρίου. Κάναμε Αρχαία Ελληνικά, τη γλώσσα μόνο, πάνω από δέκα ώρες την εβδομάδα. Καθηγητής ο κ. Αλεξόπουλος. Και μάθαμε καλή Γραμματική. Κατεβατά οι γραμματικές και συντακτικές παρατηρήσεις που παίρναμε για το σπίτι. Σίγουρα, δε θα ξεχάσω ένα στιγμιότυπο: «Άριστος: να αναγνωρισθούν και να γραφούν τα παραθετικά. «Άριστος, αριστότερος, αριστότατος», έγραψε ένα παιδί από τη Γουριά. Σε ντελίριουμ ο φιλόλογος:

- Αφού, παιδί μου, η λέξη είναι υπερθετικός, γιατί ξεκινάς από κεί; Πού θα το φθάσεις; Στο Θεό;

Το παιδί τον άκουγε έντρομο, χωρίς μιλιά. Το παιδικό του μυαλό παγιδευμένο: «Έτσι εύκολα φθάνουν στο Θεό; Κι αν έφθασα στο Θεό, μπορεί να μείνω και στην ιδια τάξη; Γίνονται και τα δυο μαζί;»

Ωστόσο, αυτή η συγκατοίκηση με τον Αι-Δημήτρη είχε και τα τυχερά της. Συχνά, τις καθημερινές και τα Σάββατα -τότε είχαμε σχολείο και το Σάββατο- γινόντανε εκεί μνημόσυνα. Πρωί, φυσικά. Τότε μέναμε έξω τις δύο πρώτες ώρες, χαζεύαμε, τρώγαμε κόλλυβα και συχωράγαμε το μακαρίτη.

Στη Β’ Γυμνασίου (επισήμως Τετάρτη) αλλάξαμε αίθουσα. Μας πήγαν λίγο μακρύτερα, στην παλιά ταβέρνα του Γιαννάκη Μπούνου. Βάλανε έδρα, τραπέζι, θρανία. Στο βάθος της αίθουσας, κολλητά στον τοίχο, μεγάλα βαρέλια, κρασοβάρελα. Έτσι, το μάθημα γινότανε ευωδάτο και μεθυστικό. Και το απολαμβάναμε! Δε χάναμε ώρες από τα μνημόσυνα, χάναμε από το πήγαινε-έλα των καθηγητών που είχαν να καλύψουν μιαν απόσταση, από το κεντρικό κτήριο στην ταβέρνα. Και η χαρά μας γι’αυτή την καθυστέρηση, δε λέγεται!

Εκδρομές στον Αι-Θανάση ή τον Αι-Νικόλα τον Κουντριώτη. Ημερήσια στην Αγία Παρασκευούλα με τα πόδια πήγαινε - έλα. Θυμάμαι λάτρευα τη διαδρομή με την πρασινάδα, τους αμάραντους και τις αγριοαγκινάρες με «αξό». Και τέλος, εκεί στην 7η τάξη αποτολμήσαμε κι εκδρομή 4ήμερη: Δελφοί-Λειβαδιά-Αθήνα-Τρίπολη-Βυτίνα-Ολυμπία. Δε θυμάμαι ακριβώς τη διαδρομή. Εκείνο που θυμάμαι καλά είναι πως κοιμόμαστε το βράδυ στα σχολεία, κάτω στο πάτωμα -πού λεφτά για ξενοδοχείο- είχε συνεννοηθεί ο Γυμνασιάρχης μας, ο κ. Πουλημένος, με τους διευθυντές εκείνων των σχολείων. Κι εμείς κουβαλούσαμε μαζί μας ένα σεντόνι κι ένα στρωσίδι, καλοκαίρι ήταν. Κανένα πρόβλημα. Ταλαιπωρία, φτώχεια, και νιάτα και γέλιο. «Φανταστικά περάσαμε.» Δεν είχαμε απαιτήσεις!..

Στη Β΄ τάξη φιλόλογο είχαμε την κ.Παπαλέξη. Εκείνη τη χρονιά, της έφερε ο πελαργός την Ερμιόνη της. Τους μήνες που έλειψε την αναπλήρωσε ο Γυμνασιάρχης μας, ο κ. Πουλημένος, θεολόγος στην ειδικότητα. Σ’ όλα μας τα γυμνασιακά χρόνια είχαμε τον ίδιο Γυμνασιάρχη, τον κ. Πουλημένο, όπως προανέφερα, τον ίδιο μαθηματικό, τον κ. Κρασσά, τον ίδιο γυμναστή, τον κ. Στόλη. Φιλόλογοι: Αλεξόπουλος, Παπαλέξη, Ντούρος, ξανά Παπαλέξη. Για φυσικούς δεν το συζητάμε: Παπαντωνάτος, Χριστοφίλου, Δερμεντζόγλου. Εν πάση περιπτώσει, στην ογδόη τάξη δεν είχαμε φυσικό, δεν είχε κανέναν το σχολείο. Ούτε ο Σύλλογος Γονέων είχε τις δυνάμεις να τρέξει και να διεκδικήσει. Ποιος σκοτίστηκε ν’ ασχοληθεί στα σοβαρά με το «Γυμνάσιον εν Αιτωλικώ.»

Θα τελειώσω περιγράφοντας ένα γνησιότατο στιγμιότυπο της σχολικής λειτουργίας, που τον καιρό εκείνο το λέγαμε «ντόρο» και σημαίνει τα καψόνια και τη φασαρία που κάνανε οι μαθητές σε καθηγητές που παρουσίαζαν αδυναμία επιβολής στην τάξη.

Στην Γ’ τάξη (ή στην Δ’, δεν θυμάμαι καλά) είχαμε καθηγητή φυσικό τον Κεφαλλονίτη κ. ..... Η καζούρα πήγαινε σύννεφο. Ιδιόρρυθμος, αμέθοδος, με έντονη την κεφαλλονίτικη προφορά και λεξιλόγιο «τζόγια μου», «ατζουλίνα μου», «έλα να πάρεις το βερβεράτι σου», άντε να επιβληθείς στους τραχείς ρουμελιώτες μαθητές εκείνης της εποχής. Η διδασκαλία του ήταν παράσταση, προσπαθούσε με τη μιμητική να μας δώσει να καταλάβουμε, ο καημένος. Όσο για την αξιολόγηση, σας δίνω ένα δείγμα:

Είχε βγάλει έξω για εξέταση τον αγαπητό μας συμμαθητή Σπύρο...(έχει φύγει από τη ζωή). Μάθημα: Γεωγραφία. Ενότητα: Τουρκία.

-Πες μου, παιδί μου, τα προϊόντα της Τουρκίας.

Ο Σπύρος κοίταξε πίσω στη γαλαρία για συμπαράσταση. Το υποβολείο κινητοποιήθηκε, τη δουλέψανε κιόλας την κατάσταση: αυγά).

-Αυγά, κύριε καθηγητά.

-Αυγά, παιδί μου. Κι έγλειψε τα χείλη του.

Γέλια τρανταχτά από κάτω. «Μωρέ, αυτός ψοφάει για αυγά.»

-Τι άλλο παράγει η Τουρκία, παιδί μου;

-Αυγά, κύριε καθηγητά.

-Αυγά, παιδί μου, το είπες.

-Αυτά ήταν τα μικρά αυγά, κύριε καθηγητά. Παράγει και μεγάλα. Νααα κάτι αυγά, κύριε καθηγητά. (Κι έδειχνε με τις χούφτες του κι έκανε το σχήμα σαν να ήταν μπάλλα).

-Αυγά, παιδί μου.

 Και να γλείφεται ο ευλογημένος σαν γάτα.Πανδαιμόνιο στην τάξη. Τα παιδία παίζει, σφυρίζει και χοροπηδάει.

-Τι άλλο παράγει η Τουρκία, παιδί μου;

Το υποβολείο, με ανοιχτά τα βιβλία, ξανάπιασε δουλειά: «Γάτες Αγκύρας». Ο εξεταζόμενος ακούει για γάτες και αναφωνεί:

-Γάτες, κύριε καθηγητά.

-Τι είπες; Παράγει γάτες; Τι γάτες;

-Απ’ αυτές με τα μακριά μαλλιά.

Τα θρανία κόντεψαν να φύγουν έξω από τα παράθυρα. Ο καθηγητής, ατάραχος, πήρε σβηστήρι, έσβησε από το βαθμολόγιό του τον παλιό βαθμό του εξεταζόμενου, ζήτησε μολύβι, έγραψε τον καινούριο, κι ύστερα έβαλε το μπλοκάκι στην αριστερή του τσέπη. Η εξέταση-αξιολόγηση είχε τελειώσει. Κι εμείς, οι τυχεροί μαθητές του, είχαμε συνειδητοποιήσει πως η Τουρκία παράγει: Αυγά μικρά! Αυγά γίγαντες! Γάτες τριχωτές!..

Αυτά λέμε όταν και όπου συναντιόμαστε οι παλιοί συμμαθητές. Και διασκεδάζουμε και γελάμε!

Αχ, νιότη μου...

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

Με το «Λιακατά» στη Ρουμανία

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 12/09/2019

Ο Σύνδεσμός μας («Ο Λιακατάς») πραγματοποίησε φέτος 10ήμερη οδική εκδρομή στη Ρουμανία (μέσω Σόφιας). Ήταν κάτι ξεχωριστό!

Η μεσαιωνική πόλη Μπρασώβ, τα μοναστήρια της περιοχής Μπουκοβίνα -ζωγραφισμένα μέσα κι έξω- το πανέμορφο Ιάσιο, το Βουκουρέστι. Εδώ θα αναφερθώ στις ωραιότερες στιγμές μας.

Η Ρουμανία πνίγεται στο πράσινο και στο λουλούδι. «Ο Ρουμάνος είναι αδερφός του δάσους» μας είπε ο Ρουμάνος ξεναγός μας, ο Ντάνιελ. Συμφωνήσαμε όλοι.

Επισκεφθήκαμε το φρούριο Μπραν (πύργο του Δράκουλα), μεγάλη τουριστική ατραξιόν, που φέρνει πολύ τουριστικό χρήμα στη χώρα.

Η περιοχή της Μπουκοβίνα βρίσκεται στη ΒΑ περιοχή της χώρας. Μπουκοβίνα σημαίνει στα Ρουμανικά «γη καλυμμένη με οξιές». Εκεί, υπάρχουν τα περίφημα «ζωγραφισμένα μοναστήρια» με έντονες τοιχογραφίες, ζωγραφισμένες στους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους. Επισκεφθήκαμε τις εντυπωσιακότερες ιερές μονές Βορονέτς, Σουτσεβίτσα και Μολντοβίτσα. Ιδρύθηκαν το 1488, 1581 και 1402 αντίστοιχα. Και οι τρεις προστατεύονται από την Ουνέσκο. Αποτελούν πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο της ρουμανικής ορθοδοξίας κι έχουν ακόμα μοναχές.

Ιάσιο: Πανέμορφη πόλη, σπουδαίο ελληνικό πνευματικό και οικονομικό κέντρο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Από το Ιάσιο ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την επανάσταση κατά των Τούρκων το 1821. Εδώ αποδώσαμε χρέος τιμής: Στον αυλόγυρο της εκκλησίας των Τριών Ιεραρχών, υπάρχει η παρακάτω αναθηματική επιγραφή:

«Εδώ, στο μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών, ο Βενιαμίν Κωστάκη, μητροπολίτης της Μολδαβίας και της Σουτσεάβας, αγίασε στις 27 Φεβρουαρίου 1821, παρουσία των μελών της Φιλικής Εταιρείας και συμπαθούντων, τη σημαία της Εταιρείας και ευλόγησε τον ηγέτη της, τον πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη, δίνοντας με τον τρόπο αυτό το σύνθημα για την έναρξη των αγώνων για την ιερή υπόθεση της Ελευθερίας της Ελλάδας. Στα πλαίσια των απελευθερωτικών κινημάτων των λαών των Βαλκανίων.»

 

Ιάσιο, 21 Μαΐου 1993   

Ελληνική Κοινότητα Ιασίου

Αφήσαμε μια ανθοδέσμη δίπλα στην επιγραφή. Κι ένα μικρό μήνυμα που έγραφε: «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ ΥΨΗΛΑΝΤΗ, Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ 2019.»

Μετά, ψάλαμε τον εθνικό μας ύμνο: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα Ιερά...» Στο τέλος, όλοι κλαίγαμε!

Στο Βουκουρέστι, πολλά τα ενδιαφέροντα. Στην ελληνική εκκλησία, το αδιαχώρητο, από τα ελληνικά γκρουπ και τους ντόπιους. Eκεί, στον αυλόγυρο, και η προτομή του Ρήγα Βελεστινλή. Καλύτερα μιας ώρας...

Είδαμε και το «παλάτι του λαού», χτισμένο από τον Τσαουσέσκου, δεύτερο σε μέγεθος κτήριο στον κόσμο μετά το Πεντάγωνο. Μόνο που ο Τσαουσέσκου δεν πρόλαβε να μείνει μέσα, γιατί εκτελέσθηκε. Ο πρώτος που μπήκε μέσα και χαιρέτησε από τον τεράστιο εξώστη τους παραληρούντας θαυμαστές του, κάτω στην τεράστια πλατεία,ήταν ο... Μάικλ Τζάκσον. Είχε πάει στο Βουκουρέστι να δώσει συναυλία. Μόνο που μπερδεύτηκε και στην προσφώνησή του είπε: «Χαιρετώ το λαό της Βουδαπέστης!»

Θα ήταν παράληψή μου να μην αναφερθώ στο κλίμα που επικρατούσε μέσα στο πούλμαν. Χωρίς γκρίνια, χωρίς προστριβές. Ενημέρωση, ανέκδοτα, τραγούδια. Κι εδώ θα πρέπει να πω -μάλλον να γράψω- ότι ο Γιάννης ο Σταράμος διαθέτει μεγάλο ταλέντο στο δημοτικό τραγούδι. Μας τραγούδησε: «Ν’ αναστενάξω μάνα μ’ δε μ’ακούς, να κλάψω δε με βλέπεις», «Θρήνος μεγάλος γίνεται μέσα στο Μεσολόγγι» και, αληθινή παρακαταθήκη από τη μάνα του, «Με γέλασαν μια χαραυγή της Άνοιξης τ’ αηδόνια». Βγάλαν τα κινητά τους και τον κατέγραφαν. Μοναδικά τραγούδια σε μοναδική εκτέλεση.

Και γλέντι είχαμε την τελευταία βραδιά της εκδρομής, στη Σόφια. Έτσι, για να βλέπει ο κόσμος το ζεϊμπέκικο του Γιώργου και τον τσάμικο της Ζορζέτας. Και των λοιπών Αιτωλικιωτών απάντων.

Και σ’ άλλα με υγεία.

Μάγδα Βελτσίστα

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

 Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 08/08/2019

Και τάχαμ’ τώρα μας φοβέρισε η Νικολέτα, η μετεωρολόγος, ότι δηλαδή «αύριο, Σάββατο, 3 Αυγούστου, η θερμοκρασία θα σκαρφαλώσει στους 42 βαθμούς, θα είναι η πιο καυτή μέρα του φετινού καλοκαιριού.»

Και να είσαι από το Αιτωλικό, να’ χεις μεγαλώσει εκεί, να’ χεις φάει αλύπητα τα αυγουστιάτικα 45άρια του Αιτωλικού και να τ’ ακούς αυτά και να σαρκάζεις «τώρα, κάτι μας είπες!»

Το ίδιο βράδυ, ονειρεύτηκα ξανά τη μικρή μου πατρίδα. Και ήταν ίδια όπως τότε που ήμουνα παιδί. Κι αυτό που είδα στ’ όνειρο είχε πραγματικά συμβεί.

Τρίτη Δημοτικού: Πηγαίναμε στο σχολείο με την κολλητή μου φίλη, τη Μιράντα. Πρωί, με δυνατό ήλιο και πολλή ζέστη. Στο δρόμο τσακωθήκαμε, παιδικός καβγάς, άνευ λόγου, και μέχρι να τα ξαναβρούμε και να φιλιώσουμε το κουδούνι του σχολείου χτύπησε, δάσκαλοι και μαθητές μαζευτήκανε στο προαύλιο, τραγούδησαν και το «Συ, που κόσμους κυβερνάς» και μπήκανε στις τάξεις τους. Κι εμείς τώρα; Πώς θα αντιμετωπίζαμε τη δασκάλα μας, την κυρα-Τσαντούλα, που δε σήκωνε από τέτοια;

Το κάθε πρόβλημα έχει τη λύση του: Κοντά στο σχολείο υπήρχε ένα διώροφο σπίτι με κόκκινα κεραμίδια και μεγάλο κήπο γεμάτο τριανταφυλλιές. Κι ήταν στ’ όνειρό μου οι τριανταφυλλιές ολοζώντανες, δενδροειδείς, και τα κλωνάρια κρεμόντανε έξω από το φράχτη. Κόψαμε από ένα τριαντάφυλλο, εγώ ροζ, η Μιράντα κόκκινο και μπήκαμε στην τάξη σαν αθώες περιστερές.

-Κυρία, αυτό είναι για σας.

Η κυρα-Τσαντούλα, θες γιατί της άρεσαν τα τριαντάφυλλα, θες γιατί δεν είχε όρεξη για φωνές και τιμωρίες εκείνη τη στιγμή, δεν μας μάλωσε για την αργοπορία. Έτσι γλιτώσαμε εκείνο το ταπεινωτικό «μην τολμήσετε να το ξανακάνετε» και χαλάλι τα αγκάθια που μπήκαν στα παιδικά μας χεράκια από τις τριανταφυλλιές.

Άλλο πάλι κι αυτό, να βλέπω το Αιτωλικό τόσο συχνά στον ύπνο μου. Δεν το είχα φανταστεί ποτέ, όταν ζούσα στο Αιτωλικό κι επιθυμούσα με όλη μου την ψυχή να φύγω, να έρθω στην Αθήνα, να σπουδάσω και να παραμείνω. Δεν το είχα φανταστεί ποτέ ότι θα ένιωθα για το Αιτωλικούλη μας, (ή πιο σωστά, τ’ Αντιλκούλ’ μας), τόση νοσταλγία.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα στην Αττική, στο Ελληνικό, στο σπίτι μου, στον καύσωνα. Μια κατάσταση ρουτίνας. Πρώτη δουλειά, να βγάλω έξω στην απλώστρα να στεγνώσει το μαξιλάρι μου, που είχε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα της νύχτας. Όπως τότε, στην πατρίδα μου. Με μια διαφορά: Στην Αθήνα το μαξιλάρι γίνεται μούσκεμα. Στο Αιτωλικό,  γινότανε μουσκίδ’.

Ασύγκριτα τα μεγέθη, όπως και να το κάνεις. Τώρα, και στην Αθήνα και στο Αιτωλικό, ο κόσμος έχει ηλεκτρικά ψυγεία, καταψύκτες και κλιματιστικά. Τότε, στο Αιτωλικό, όποιος είχε ψυγείο πάγου ήταν τυχερός, ήταν άρχοντας.

Για τα κουνούπια δε συζητάμε. Πολεμούσαμε με τα φλιτ. «Να μη φλιτάρετε κοντά στα μικρά παιδιά, γιατί το φάρμακο είναι ανθυγιεινό» λέγανε στις γυναίκες αυτοί που «ξέρανε» -ποιοι ξέρανε, τι ξέρανε; Και καλά να φυσούσε λίγο αεράκι μες τη μέρα, το σούρουπο όμως συνήθως ο αέρας έσπαγε.

-Να μη σώσει να μπουνατσάρει, Παναγία μου! άκουγα τις γειτόνισσες να λένε.

Και πώς αντιμετωπίζανε τα κουνούπια; Επάλειψη με ξύδι ή ξύσιμο με ό,τι βρεθεί -συχνά μόνο το δεύτερο.

Σάββατο, λοιπόν, 3 Αυγούστου. Πρωί-πρωί, στη Γλυφάδα, για μπάνιο. Στην επιστροφή, πήγα στου Σκλαβενίτη, για λίγα πραγματάκια. Ανάμεσα σ’αυτά τα λίγα κι ένα σφουγγαράκι για τα πιάτα. Δίπλα μου, στο ράφι, ένας νεαρός κύριος ψώνιζε κι αυτός σφουγγαράκια.

-Μην παίρνετε σγουγγαράκια με κίτρινο το μαλακό σώμα, με συμβούλεψε. Να παίρνετε αυτά με το πράσινο, είναι αντιβακτηριδιακά.

- Α, σας ευχαριστώ πολύ, κύριε.

Στο γυρισμό, άρχισα να σκέπτομαι: 3 Αυγούστου σήμερα κι αύριο 4 Αυγούστου. Κάτι μου λέει αυτή η ημερομηνία, κάτι από τη νεώτερη Ιστορία μας. Και μετά, ήρθε. «Στις 4 Αυγούστου 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας και κήρυξε δικτατορία.» Αμφιλεγόμενο πρόσωπο ο Μεταξάς. «Της 4ης Αυγούστου το Φως»: σφυρηλατούσε τα μυαλά του κοσμάκη η προπαγάνδα του καθεστώτος. Οι δικτατορίες αυτοαποκαλούνται κοσμοσωτήριες. Το πιστεύουν;

Ναι, 3 Αυγούστου και καύσωνας. Τα πατζούρια κλειστά ή ημίκλειστα -γρίλιες τα λέμε ακόμα στο Αιτωλικό- δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα ξεκούρασης και μυστηρίου. Άσπρα σεντόνια με «κοφτό» κέντημα πάνω στον καναπέ και τις πολυθρόνες. Έξω από τα σπίτια, πανηγυρικές, θριαμβικές συναυλίες από τζιτζίκια και τριζόνια. Μας λένε πως η ζωή είναι ωραία. Το καλοκαίρι θεϊκό.

Και το φως ανελέητο!..

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

Και γλυκό και καφέ

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 04/04/2019

 

Της Μάγδας Βελτσίστα

Στο φτωχό και περιορισμένων δυνατοτήτων Αιτωλικό των παιδικών μου χρόνων και οι κοινωνικές σχέσεις περιορισμένης εμβέλειας ήταν. Μπορούσε, δηλαδή, το κέρασμα για μια τυπική, συνηθισμένη επίσκεψη να ήταν ένας καφές στο μικρό φλυτζανάκι και νερό.

Για μια συνηθισμένη, άτυπη επίσκεψη, σκέτο νερό. Και το θεωρούσαν όλοι φυσικό αυτό, έτσι ζούσε ο κόσμος.

Οι επισκέψεις στα σπίτια, πάντα απροειδοποίητα –πώς αλλιώς- γινότανε στις εξής περίπου περιπτώσεις:

Στις ονομαστικές γιορτές –ποτέ σε γενέθλια, τέτοια γιορτή δεν υπήρχε, κι όταν άρχισαν να φθάνουν σιγά-σιγά τα κύματα τoυ εκμοντερνισμού, η αντίδραση ήταν σφοδρή: «Αυτά είναι ειδωλολατρικά πράγματα. Κι αμαρτωλά. Ο Θεός να βάλει το χέρι του!»

Σε περιπτώσεις χαράς ή λύπης, συγχαρητήρια για γάμους (όχι βαφτίσια), συλλυπητήρια για πένθη. Στις περιπτώσεις της χαράς δεν κερνούσαν καφέ, ήταν γρουσουζιά, κερνούσαν γλυκό του κουταλιού ή λουκουμάκι σε μικρά πήλινα πιατελάκια.

Σε σπίτια συγγενών, φίλων και γειτόνων, κάθε Κυριακή, μετά την εκκλησία - άνευ λόγου. Αυτές τις επισκέψεις τις έζησα και τις χάρηκα πολύ, γιατί αγαπούσα πολύ τη γιαγιά μου κι εκείνη μ’ έπαιρνε μαζί της στην εκκλησιά, στην ενορία της, «στον αφέντ’ τον Αι - Δημήτρη». Και μετά, μαζί της στις επισκέψεις: καφές για κείνη, λουκουμάκι για μένα, τρισευτυχισμένη ήμουνα.

Απ’ αυτές τις επισκέψεις κρατάει γερά η σκέψη μου μια μνήμη, μια ανάμνηση: είχαμε πάει να χαιρετίσουμε τη θεια - Πάναινα, μια γνωστή ή ξαδέρφη της γιαγιάς μου, φάνταζε εκατόν είκοσι χρονών στα παιδικά μου μάτια, έτσι που ήταν πάντα χωμένη στα μαύρα ρούχα και με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, χήρεψε, λέγανε από 32 χρονών.

Τί κάν’ς, μαρή Γιαννούλα; της είπε η γιαγιά.

Ξεράθηκα απ’ την κατάπληξη! Πώς ήταν δυνατόν αυτό το πλάσμα να έχει δικό του προσωπικό όνομα; Ήταν η μάνα, η βάβα, η θεια - Πάναινα, η κυρά - Πάναινα, αλλά ήταν και η Γιαννούλα; Μυστήρια πράγματα! Ποιος άλλος, εκτός απ’ τη γιαγιάκα μου, την προσφωνούσε έτσι;

Αλλά, δεν πήγαινε μόνο η γιαγιά στις επισκέψεις μετά την εκκλησία. Πήγαινε και η μαμά μου, μόνη ή με κάποια από τις φιλενάδες της. Και το μεσημέρι, στο φαγητό παρέθεταν την ειδησεογραφία τους:

- Η Αγγελική της κυρα - Γιωργίας είναι αρραβωνιασμένη.

- Λοιπόν;

- Κάτι δεν πάει καλά. Δε μιλήσανε καθόλου για το γαμπρό!

Άλλη μια φορά, πάλι, η μάνα μου ήρθε πολύ εντυπωσιασμένη. Είχε πάει επίσκεψη, μαζί με τη φιλενάδα της τη Μανθούλα τη Γαλάνη, στην... (Θυμάμαι ακόμα εκείνο το ωραίο, νεοκλασσικό κτήριο, με τα στενά μπαλκόνια τα γεμάτα πολύχρωμα γεράνια). Η οικοδέσποινα τις περιποιήθηκε:

- Μας τρατάρισε γλυκό του κουταλιού πράσινο νερατζάκι και καφέ.

- Και γλυκό και καφέ; ρώτησε η γιαγιά. Της φαινότανε απίστευτο.

- Αυτό σου λέω! Και γλυκό και καφέ! Άρχοντες, παιδί μου, άρχοντες!

- Άρχοντες βέβαια! Και κουβαρντάδες!

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

 

Σελίδα 1 από 8

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία