Αγγελίες    Επικοινωνία

Του Δημήτρη Στεργίου

Μετά τις συγκεντρώσεις, ύστερα από τριάντα χρόνια,  των συμμαθητών μου και των καθηγητών μου στο Μεσολόγγι το 1991 και τα επόμενα χρόνια, ένα μεσημέρι, μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, του Ιανουαρίου του 1995,  ήρθε, για δεύτερη φορά,  στο γραφείο μου, στην εφημερίδα, ο καθηγητής μου στο Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου αείμνηστος Κώστας Τριανταφυλλίδης. Τη στιγμή αυτή είχα σύσκεψη με τους στενούς συνεργάτες μου και τον είδα να αφήνει στη γραμματέα μου ένα φάκελο. Αμέσως, έσπευσα να τον προλάβω, διότι ήταν έτοιμος να φύγει, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια και συγκινητικά, όπως πάντοτε, και  μού πρόσφερε το βιβλίο του σε φάκελο. Τον έβλεπα να αισθάνεται άσχημα που διέκοψα τη σύσκεψη για εκείνον. Αμέσως, άνοιξα τον φάκελο, όπου υπήρχε το βιβλίο του «Ακροβασία- Δοκίμια», που είχε κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Αρμός το 1994. Ανοίγοντας το βιβλίο  διάβασα μπροστά του την καλλιγραφική αφιέρωση: «Στον Δημήτρη μου, υπερήφανος γι΄ αυτόν, Ιαν. ’95», με την υπογραφή του.Καθώς τον κοίταζα θαρρούσες πως αυτά σπινθηροβόλα μάτια του καταύγαζαν  όλη τη σοφία του κόσμου και την ανθρωπιά ενός «κρημνοβάτη εφήβου»! Συγκινηθήκαμε κα οι δύο και ως «αντίδωρο», όπως έκανα με όλους τους επισκέπτες μου, πρόσφερα από ένα φύλλο των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα», αλλά ευγενικότατα  δεν δέχθηκε να τα πάρει, λέγοντας βιαστικά ότι «οι εφημερίδες κόποις και χρήμασι κτώνται»! Με το ζόρι τον κράτησα μερικά δευτερόλεπτα, αλλά έφυγε…

Φεύγοντας το βράδυ από την εφημερίδα πήρα μαζί μου και το βιβλίο του στο σπίτι μου. Δεν ξεκολλούσε από το μυαλό μου η εικόνα της επίσκεψης και της προσφοράς του βιβλίου του και, μολονότι κουρασμένος, είπα να ρίξω μερικές  οριζόντιες ματιές στις  μπροστινές τουλάχιστον σελίδες,  αλλά παραλίγο αυτό να με κάνει  να ξενυχτήσω. Εν πάση περιπτώσει, την επόμενη ημέρα δεν το είχα διαβάσει απλώς, αλλά το είχα μελετήσει, κρατώντας μάλιστα και πολλές σημειώσεις με σκοπό να επικοινωνήσω μαζί του τηλεφωνικώς για «να τα πούμε».

Πράγματι, το πρώτο Σάββατο, μετά την επίσκεψη, το απόγευμα επικοινώνησα  με τον καθηγητή μου για να τον ευχαριστήσω για την καλλιγραφική και επιμελή αφιέρωση και τα νέα μαθήματα που μού παρέδωσε με το βιβλίο αυτό. Είναι αδύνατον να μεταφέρω στο σημείωμα αυτό τι συζητήσαμε στη μαραθώνια αυτή τηλεφωνική επικοινωνία. Άλλωστε, πέρασαν από τότε πάνω από 24 χρόνια! Απλώς, θεωρώ ως ιερός χρέος μου να αναφέρω δύο σημεία από τη συζήτησή μας αυτή, τα οποία προκάλεσε  με τη γνωστή «μαιευτική» λέξη «Γιατί;» με την οποία συνόδευσε  τις εντυπώσεις μου για το περιεχόμενο του βιβλίου του και τους συμβολισμούς και, κυρίως, όταν τόνισα ότι «γηράσκω αεί διδασκόμενος» από τον ίδιο μεγάλο και σοφό δάσκαλο ύστερα από τρεις και πλέον δεκαετίες!

Το πρώτο σημείο αφορούσε στην ιερή αντίδρασή του στην επισήμανσή μου ότι στο βιβλίο του εμφανίζεται στην αρχή ως ένας γήινος ακροβάτης να περπατά σταθερά σε  «αντίθετα» και «σύνθετα» (λέξεις, γεγονότα, πρόσωπα), να παίρνει στη συνέχεια μια πνευματική μορφή και ως φιλόσοφος πια να  επιδιώκει, να κυνηγά τη  σοφία, δηλαδή να συνδυάζει τις απέραντες γνώσεις του, την πολυμάθειά του και τη φιλομάθειά του με την εμπειρία, και τελικά να φτάσει στο τελευταίο  πνευματικό εκβάν, το μέγιστο μάθημα για τη θέαση του κόσμου, της ζωής και, φυσικά, της Ελλάδος. Διαβάζω: «αδυναμία της δύναμης»,  «η μεγαλοσύνη του μικρού» ή «η παντοδυναμία της αδυναμίας», «πόρος», «ά-πορος», «ατέλεστη τελειότητα», «κινητική στάση»  ή «στατική κίνηση» και άλλα. «Σύ είπας, Δημήτριε», απάντησε γλυκά και χαμηλότονα. «Αυτή είναι η δύναμη , στην οποία έχω αφιερώσει πολλά σημειώματα και παραγράφους», συνέχισε. «Τα εμπόδια, το στερητικό «α»,  γρανιτώνει τη δύναμη για την πορεία προς εμπρός. Αυτό κι εσύ προτείνεις με την επαναλαβανόμενη φράση στο βιβλίο σου «Τα Βράχια»: Πρέπει να προχωρήσω, διότι αυτό σημαίνει δύναμη». Ανταπάντησα ότι η συζήτηση γίνεται για το βιβλίο του και όχι για το βιβλίο μου, το οποίο σπεύδω να αναφέρω ότι το είχα στείλει το 1993. Τότε, κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημα, το οποίο επανακυκλοφόρησε (εκδόθηκε στο Λονδίνο), συμπληρωμένο και βελτιωμένο, το 2013, στα ελληνικά και αγγλικά) και κυκλοφορεί σε συνεχείς εκδόσεις  χάριν  κυρίως του ενδιαφέροντος  του διεθνούς αναγνωστικού κοινού, σε χαρτί και σε ηλεκτρονική μορφή,  και με την επική μουσική του David J. Franco.

Το δεύτερο σημείο της συζήτησής μας αφορούσε  τη «δύναμη» της «α-πορίας» και  του αποτελέσματός της, δηλαδή του «πόρου»! Είναι στο δοκίμιο υπό τον τίτλο «Απώλεια και πόρος» που αναφέρεται στους νέους, τον αυθορμητισμό τους και την «ευστοχία του λεκτικού τους», η οποία, όπως τονίζει απηχεί κάτι από τον αιώνιο λόγο «ος αν απολέση την εαυτού ψυχήν…», σαν αυτά, δηλαδή που λένε τα παιδιά, όπως «πάμε τώρα να χαθούμε» ή «άντε να χαθείς». Αυτά περίπου είπα στον καθηγητή μου. Κι εκείνος με ένα νέο «άστραμμα»  επεσήμανε τα εξής: «Κι εσύ  νέος, στο Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου» ήσουνα «άπορος», δηλαδή χωρίς πόρο ή χωρίς πέρασμα για  ξεπέρασμα της πρώτης ύλης, όπως γράφω. Αυτό όμως, δηλαδή νηστικός και  άφραγκος,  δεν σε  εμπόδισε  να βρεις «πέρασμα», «πόρο». Για τέτοιες περιπτώσεις «α-πορίας και «πόρου» ή «απωλείας πόρου» έγραψα στο βιβλίο μου αυτό που διάβασες: «Πόρος, πέρασμα  προς το μυστήριο του κόσμου, μια διολίσθηση στον γόητα χώρο της ποίησης και της μαγείας κι ένας πόρος (=πορισμός)  νέων μορφών ατομικής και συλλογικής ζωής».

Δεν θέλω να κουράσω τους αναγνώστες μου  με άλλες λεπτομέρειες που δίνουν την εντύπωση ότι «βλογάω τα γένια μου». Μακριά από μένα κάθε τέτοια σκέψη. Σκοπός μου είναι  η ανάδυση της φιλοσοφίας  και όχι το «φαίνεσθαι», όπως  γράφει ο Κώστας Τριανταφυλλίδης: «Τότε, με την ανάδυση,  η αφάνεια, ξεκινώντας από τους κόλπους του μυστικού, γίνεται εμφάνεια –επιφάνεια (πες, Θεοφάνεια)»

Το βιβλίο του Κώστα Τριανταφυλλίδη «Ακροβασία» αποτελείται από τέσσερις ενότητες, όπως «Ακροβασία», «Αναγνώσεις», «Το  εύσχημο σχήμα» και «Χθες και σήμερα», όπου  σε πεζό κείμενο  δημοσιεύονται πάμπολλα δοκίμια, τα οποία είναι αλλιώτικα από τα άλλα που προφανώς έχουμε διαβάσει (Γεώργιος Θεοτοκάς, Ευάγγελος Παπανούτσος, Χρήστος Μαλεβίτσης, Αιμίλιος Χουρμούζιος, Άγγελος Τερζάκης, Πέτρος Χάρης, Μάρκος Αυγέρης, Ανδρέας Καραντώνης, Γεράσιμος Αλεξανδράτος και άλλοι).  Διότι, στο δοκίμιό του ο Κώστας Τριανταφυλλίδης δεν εκφράζει, όπως  σχεδόν όλα τα άλλα  δοκίμια,  προσωπικές απόψεις  του, αλλά αλλότριες, αλλοτριωμένες, αλλήθωρες όψεις, απόψεις, κατόψεις  (με όποιο δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις!) για τους ανθρώπους, για το πνεύμα,  την τέχνη, τον πολιτισμό, την ιστορία και, φυσικά, τη δύσμοιρη χώρα μας, την Ελλάδα.

 Ο Κώστας Τριανταφφυλλίδης εμφανίζεται στα δοκίμια αυτά  μελαγχολικά αισιόδοξος  για το μέλλον της χώρας μας, όταν γράφει τα εξής:

 «Διαφορετική είναι η θεωρία (όραση και λογική) της Ελλάδας. Εδώ για πρώτη φορά επιχειρείται η έξοδος από την αχλύ, ή καταξίωση των ορι-σμένων και «τέλειων» (έχουν εντός τους το τέλος) όντων. Να είναι άραγε η μορφολογία του φυσικού χώρου-και χρόνου- που ευδοκιμεί στην ποικιλία των ετεροτήτων ή η θέα του απτού και γυμνού ανθρώπινου σώματος που οδηγεί στη σύλληψη και αποδοχή της αισθητικής αρχής των «κλειστών» ολοτήτων;  Και βέβαια δεν είναι άσχετος ο μεσογειακός ήλιος-αυτός ο δράστης. Η άγρια απογυμνωτική (και συνάμα πλαστουργικη) του δύναμη ευτελίζει την οποιαδήποτε διακοσμητική ακολασία και επιβάλλει ενός άλλου είδους «φιλοκαλική ευτέλεια». Όπως και νάχει το πράγμα, η Ελλάδα κατορθώνει να ανατρέψει την «παιδική» αντίληψη τουάξιου ως «μεγάλου», να συμπτύξει το  διά-στημα στο σύ-στημα και τελικά, με μιαν έξοχη αντιστροφή, να μετατρέψει το φυσικά διαστατό στο αξιολογικά αδιάστατο, τουτέστι το «ελάχιστο».

Αυτό στη συνέχεια  το διευκρινίζει ακόμα περισσότερο τονίζοντας  ότι «αναζητούμε το ελάχιστο στο ήθος, το λόγο, την Τέχνη» και αναλύοντας  τη σημασία τους αντίστοιχα.

Εδώ εντοπίζεται και η μεγαλοσύνη του φιλοσόφου. Δεν λακτίζει προς κέντρα. Αντιθέτως, φιλοσοφεί, δηλαδή επιδιώκει τη σοφία, τη λογική, την αλήθεια  και γίνεται κάρφος στα μάτια εκείνων, οι οποίοι επικαλούμενοι τη «σύγχρονη θεώρηση της ιστορίας» χαρακτηρίζουν ως «εθνοκεντρικά», δηλαδή όλα αυτά τα γεγονότα, πρόσωπα, ήρωες και μάρτυρες που  εξαϋλώνει με τον δικό του τρόπο ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, όπως τον Θεό, τον Μακρυγιάννη, τον Καραϊσκάκη, τον Κοσμά τον Αιτωλό, το Κρυφό Σχολειό, που, μαζί με το χορό του Ζαλόγγου, την Επανάσταση του ‘ 21, το Έπος του ’40. Όλα αυτά οι «εθνομηδενιστές» τα χαρακτηρίζουν ως … «μύθους» όπως , με βάση «αυτή τη σύγχρονη θεώρηση της ιστορίας», και τους Αρμάνους, Ριμένους ή Βλάχους της Ακαρνανίας ως «ανάμικτους», δηλαδή «εξελληνισθέντες Αλβανούς», «λωποδύτες», «αλειτούργητους», «φιλοτουρκαλβανούς» και … «μισέλληνες», δηλαδή όλους εκείνους που ήταν πρώτοι  σε ευεργεσίες και  παρόντες σε όλους τους εθνικούς αγώνες.

Θα κλείσω το σημείωμα αυτό  και θα καταδείξω  ότι τα δοκίμια του Κώστα Τριανταφυλλίδη  έχουν περιεχόμενο  φιλοσοφικό, κοινωνικό, πολιτικό, ηθικό, επιστημονικό, τεχνοκριτικό, θεολογικό και φιλολογικό με την ακόλουθη στοχαστική πειθώ, που αναφέρεται  στη Νεότητα (άλλωστε «οι Έλληνες αεί παίδες εισί») και ότι αποτελούν  τον κορύφωση της προσπάθειας αναζήτησης της λογικής, της αισιοδοξίας: «Εκεί, στην αλήθεια (ο κρημνοβάτης έφηβος!) ), εντοπίζει την ευστάθειά του, στην ασυνταξία αναζητεί τη σύνταξή του (άλλωστε, η Νεότητα δεν στέργει ούτε την κατά-ταξη ούτε τη διά-ταξη ούτε την έν-ταξη). Αρετή της είναι η συμμετρία της ασυμμετρίας… Γι΄ αυτό και ο όλος βίος σχεδία- ασφαλώς κλυδωνίζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται…»

του Δημήτρη Στεργίου

Μερικές σκέψεις, με ακούσια καθυστέρηση, ως απότιση φόρου τιμής και ευγνωμοσύνης στον εκλιπόντα μεγάλο καθηγητή μου, φιλομαθή και ευρυμαθή εκπαιδευτικό, συγγραφέα και λογοτέχνη και Αγρινιώτη αριστοκράτη με τη θουκυδίδεια έννοια

Μία περιήγηση αυτές τις ημέρες στον ηλεκτρονικό Τύπο του Νομού μας συνοδεύθηκε από μιαν ανείπωτη θλίψη. Διάβασα ότι τον Νοέμβριο του 2017  ο καθηγητής μου φιλόλογος –ιστορικός  Κώστας Τριανταφυλλίδης. Με ακούσια καθυστέρηση 15 περίπου μηνων αισθάνθηκα την ανάγκη, ιερό χρέος ως αγαπημένος μαθητής του μεγάλου καθηγητή, να γυρίσω  60 χρόνια πίσω στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου και στο Γυμνάσιο Αρρένων της Παλαμαϊκής Σχολής για να αποτίσω φόρο τιμής και μέγιστης ευγνωμοσύνης, διότι  στον Κώστα Τριανταφυλλίδη δεν χρωστάω μόνο το «ευ ζην», αλλά και το «ευ γράφειν» και το «ευ δημοσιογραφείν».

Είχα τη μεγάλη τύχη, όπως και όλοι οι συμμαθητές μου, στα σχολικά έτη 1959 -1960 και 1960-1961, δηλαδή στην τότε «έβδομη» και «όγδοη» ή πέμπτη και έκτη τάξη, αντίστοιχα, να έχω καθηγητή στο μάθημα της Ιστορίας και των Λατινικών τον νεοδιόριστο τότε Αγρινιώτη Κώστα Τριανταφυλλίδη, ο οποίος έμενε με ενοίκιο στο Μεσολόγγι και έτρωγε στο ίδιο εστιατόριο με τον γράφοντα.  Από την πρώτη στιγμή με εντυπωσίασε με τον τρόπο της διδασκαλίας ιδιαίτερα του μαθήματος της ιστορίας, αφού, πέρα από τα όσα έλεγε το σχολικό βιβλίο, έκανε τις δικές τους προσεγγίσεις πλημμυρίζοντας την αίθουσα από τη χειμαρρώδη πολυμάθειά του και γοητεύοντας με το χαμηλότονο και μελίρρυτο  λόγο του τους μαθητές του. Επίσης,  το επιστημονικό ενδιαφέρον του Κώστα Τριανταφυλλίδη δεν περιοριζόταν μόνο στο χώρο της φιλολογίας, της ιστορίας , αλλά εκτεινόταν  και στη βαθειά μελέτη και την επίμονη έρευνά  του  για τα αρχαία και βυζαντινά μνημεία της περιοχής μας, η οποία εγκιβωτίσθηκε σε σημαντικά βιβλία του, και στη λογοτεχνία, από  την οποία ξεχείλιζε όλη η ευαισθησία του, η γαλήνη του και η κοσμοθεωρία του ως πραγματικού διανοούμενου εκπαιδευτικού, ερευνητή και, κυρίως, ελληνιστή.

Αυτή η  ξέχειλη πολυμάθειά του και αποθηκευμένη ερευνητική –επιστημονική σοδειά του από τη φιλομάθειά του δεν την κρατούσε μόνο για τον εαυτόν του και τους μαθητές του, αλλά προσπαθούσε πάντοτε να την καταυγάσει και σε άλλους ευρύτερα, όπως ως ομιλητής  σε αμέτρητα συνέδρια και ημερίδες στο Αγρίνιο και στο Μεσολόγγι. Θυμάμαι ότι τότε η Παλαμαϊκή Σχολή Μεσολογγίου διοργάνωνε πνευματικές εκδηλώσεις, οι οποίες πραγματοποιούνταν στο απέραντο ισόγειο με άνοιγμα των πολύφυλλων χωρισμάτων των αιθουσών με μόνιμο  ομιλητή τον Κώστα Τριανταφυλλίδη και με θέματα, όπως , για παράδειγμα, «Οι ζωγράφοι της Αναγέννησης», και «Φάουστ» του Γκαίτε και «Αμλετ»  στα οποία έδινε τους δικούς συμβολισμούς, χρήσιμους και διδακτικούς για την τότε πνευματική, επιστημονική και κοινωνική επικαιρότητα και πραγματικότητα. Ήταν εκδηλώσεις κατά τις οποίες καταχειροκροτούνταν έντονα  ο διαπρεπής ομιλητής καθηγητής μου από ένα πυκνότατο ακροατήριο.

Από την πρώτη στιγμή, βλέποντας τις  προσπάθειες του πρώτου μαθητή του στην τάξη (τότε η αριστεία δεν  ήταν «ρετσινιά») για μάθηση και εμπλουτισμό των τότε ανύπαρκτων γνώσεων γύρω από όλα τα θέματα, συνεχώς μού έδινε (δανεικά) δικά του βιβλία για να διαβάζω, ενώ στην τελευταία σχολική χρονιά, στις 30 Ιανουαρίου του 1961, στην Εορτή των Τριών Ιεραρχών πρότεινε στον τότε (αείμνηστο τώρα) γυμνασιάρχη Παναγιώτη Κρήτα να εκφωνήσω εγώ τον «πανηγυρικό» λόγο στην εκδήλωση για τη σχολική αυτή γιορτή. Υπενθυμίζεται ότι η Εορτή των τριών Ιεραρχών  είχε εξελιχθεί σε μια σημαντική μαθητική, πνευματική και κοινωνική εκδήλωση στο Μεσολόγγι. Η τεράστια (διάπλατα ανοιχτή, χωρίς χωρίσματα) αίθουσα στο ισόγειο του κτιρίου του Γυμνασίου κατακλυζόταν από πλήθος κόσμου, που αποτελούνταν από πνευματικούς, επαγγελματικούς, επιχειρηματικούς και άλλους φορείς της πόλης, από τις τοπικές αρχές και εκπροσώπους θεσμών και, φυσικά, από γονείς των μαθητών. Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιελάμβανε ομιλίες που είχαν ως θέμα τους τρεις Ιεράρχες. Για την εκδήλωση των Τριών Ιεραρχών του 1961, ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Παναγιώτης Κρήτας, ύστερα από πρόταση του καθηγητή μου, όπως προαναφέρθηκε,  με όρισε ως ομιλητή με θέμα «Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ως αγωνιστής του ηθικού βίου και μάρτυς της χριστιανικής αγάπης». Η ομιλία αυτή, πρώτη φορά από μαθητή σε τέτοια εκδήλωση,  η οποία αποτελούνταν από 14 σελίδες, έγινε ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου. Και μία λεπτομέρεια: Λίγες ημέρες πριν από την εκδήλωση με ρώτησε ο Κώστας Τριανταφυλλίδης αν έχω γράψει το κείμενο της ομιλίας και μού είπε ευγενικότατα ότι θα ήθελε να «ρίξει μια ματιά». Άλλο που δεν ήθελα. Έτσι κι έγινε. Πήρε το κείμενο της ομιλίας μου στο σπίτι και την άλλη μέρα, καθώς πήγα το Απουσιολόγιο για να υπογράψει,  με κράτησε, έβγαλε από τη μέγάλη μεγάλη τσάντα  το κείμενο και άρχισε τις παρατηρήσεις ένα προς ένα σημείο, τονίζοντας και διδάσκοντας, μεταξύ άλλων, πολλά που, ύστερα από επτά χρόνια, όταν επέλεξα να γίνω δημοσιογράφος, καθόρισαν και την επαγγελματική μου πορεία στο δύσκολο χώρο των εφημερίδων. Θυμάμαι μερικά από αυτά που είπε τότε και επαναλάμβανε οσάκις οριζόμουνα ως ομιλητής σε άλλες εκδηλώσεις: «Όταν γράφεις ένα κείμενο για δημόσια ενημέρωση να ξεχνάς ότι γράφεις εξετάσεις στο Γυμνάσιο  ή μαθητικές εκθέσεις, στις οποίες είσαι, φυσικά, άριστος. Πρέπει, από τη μια μεριά να κοιτάζεις τα αποθέματα γνώσεων που έχεις και από την άλλη να κοιτάζεις κατάματα το … ακροατήριο, διότι προς αυτό απευθύνεσαι. Να είσαι λιτός σε φράσεις και συγκεκριμένος στις προτάσεις. Δεν αναφέρομαι στο συντακτικό και ορθογραφία, διότι και σε αυτές τις περιπτώσεις είσαι άριστος. Αναφέρομαι στο κείμενο που γράφεις ή θα γράψεις και που πρέπει να είναι τεκμηριωμένο με στοιχεία και εμπλουτισμένο με αξίες και ιδανικά»!

Το ίδιο ενδιαφέρον κατέδειξε  και για την ομιλία μου για τον Αδαμάντιο Κοραή, που πραγματοποιήθηκε στην ίδια αίθουσα το 1961 και σε μιαν άλλη με την οποία έκανα παρουσίαση του έργου μου «Το Γιοφύρι της Άρτας». Ήταν μια πρωτοβουλία της αείμνηστης φιλολόγου καθηγήτριάς μου Ελένης Λαμπίρη και του Κώστα Τριανταφυλλίδη να παρουσιάσω  ενώπιον πάλι πολυπληθούς ακροατηρίου το ποιητικό μου έργο – τραγωδία  «Το Γιοφύρι της Άρτας», το οποίο  αποτελούνταν από τέσσερις σκηνές σε 442 στίχους! Ήταν μια παραλλαγή του εκπληκτικού γνωστού ομότιτλου δημοτικού τραγουδιού με θεατρική μορφή.

Συνάντηση ύστερα από οκτώ χρόνια

Συναντηθήκαμε τυχαία με τον καθηγητή μου, μετά την αποφοίτησή μου, πρώτος ξανά στη βαθμολογία, από το Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου, μια ημέρα του 1969 στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Με συγκίνηση με ρώτησε  για τις σπουδές μου  και την επαγγελματική μου κατάσταση. Τού είπα ότι σπούδασα οικονομικά και είμαι συντάκτης του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» και των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα» του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη. Και έκπληκτος με ρώτησε: Μα, δεν σπούδασες  φιλολογία ή ιστορία, δεν πήγες στη Φιλοσοφική Σχολή; Η απάντησή μου εξέπληξε εξίσου τον καθηγητή μου: Μα, σπουδάζω τώρα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διότι πειθόμενος τοις υμών ρήμασι, θα με βοηθούσε ακόμα περισσότερο να ασκώ  καλύτερη δημοσιογραφία και τα οικονομικά άρθρα και σχόλια που γράφω να είναι γραμμένα και σε καλά … ελληνικά! Έφυγε συγκινημένος και χαρούμενος…

Πέρασαν πάνω από είκοσι χρόνια χωρίς να έχουμε καμιά επικοινωνία. Οι επαγγελματικές και οι οικογενειακές υποχρεώσεις δεν άφηναν κανένα περιθώριο για αναμνήσεις και αναδρομές. Αυτό κράτησε ως το 1991, όταν , ύστερα από 30 χρόνια, διοργάνωσα μια συνάντηση όλων των συμμαθητών και των επιζώντων καθηγητών στο Μεσολόγγι. Στην εκδήλωση αυτή παρευρέθη, τιμώμενος, όπως και οι άλλοι καθηγητές μας,  και ο Κώστας  Τριανταφυλλίδης με την αγαπημένη  σύντροφό του τότε Λένα Γιαννακοπούλου, καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέα (τότε είχε εγκατασταθεί στο Χαλάνδρι, αφήνοντας το αγαπημένο του Αγρίνιο!).

Από τότε επικοινωνούσαμε τηλεφωνικά τακτικά ιδιαίτερα στις γιορτές με ευχές και συζητήσεις κατά τις οποίες διέκρινα τη μεγάλη ευαισθησία του με την πάλλουσα από συγκίνηση φωνή του…

Το δημοσιευμένο και αδημοσίευτο έργο του Κώστα Τριανταφυλλίδη είναι πλούσιο πολυσχιδές και εντυπωσιακό. Μού το θύμισαν μερικές αξιόλογες ηλεκτρονικές εφημερίδες  της περιοχής μας, όπως  agrinionews, aixmi-news, epoxi, από τις οποίες πληροφορήθηκα και τον θάνατο του μεγάλου καθηγητή μου και τις οποίες και ευχαριστώ.

Μόλις πριν από λίγες ημέρες πληροφορήθηκα για τον θάνατο του δεύτερου, μετά τον Βασίλη Νάκα, μεγάλου ποιητή από την Παλαιομάνινα, του Χρήστου Σπύρου Ζώγα.

Δεν με ενημέρωσε κανείς για το θλιβερό αυτό γεγονός. Η επικοινωνία μας ήταν τακτική μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ήταν μια ζεστή, ανθρώπινη επικοινωνία, γεμάτη από προβληματισμούς για τα ολοένα πληθυνόμενα κακώς κείμενα στη χώρα, η οποία, σε μερικές περιπτώσεις, μεταφερόταν σε στίχους, σε ποιήματα, τα οποία πάντα μού έστελνε.

Δεν γνώριζα τον Χρήστο ή, καλύτερα, δεν θυμόμουνα ότι ο (αείμνηστος κι αυτός) συμμαθητής μου στο Δημοτικό Σχολείο της Παλαιομάνινας Βασίλης είχε μικρότερο αδερφό, τον Χρήστο. Η γνωριμία και η επικοινωνία άρχισε από την κυκλοφορία του πρώτου φύλλο της εφημερίδας «Παλαιομάνινα» (Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009), όταν μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εξέφρασε τη χαρά του και τα συγχαρητήριά του για την πρωτοβουλία αυτή. Τότε μού είπε ότι είναι αδερφός του Μήτσου και του συμμαθητή μου Βασίλη Σπύρου Ζώγα.

Από τότε επικοινωνούσαμε συνεχώς με τον Χρήστο. Και ως αντίδωρο της εκτίμησης προς εμένα μού έστελνε εκπληκτικά επίκαιρα ποιήματα. Δεν ήθελε να τον αποκαλώ ποιητή, παρά μόνο στιχουργό, στιχοπλόκο. Όμως ο Χρήστος δεν ήταν μόνο ποιητής, ήταν μεγάλος ποιητής, σεμνός ποιητής. Έγραφε ποιήματα όχι για δική του ικανοποίηση, αλλά για τους άλλους και, κυρίως, σχολιάζοντας την επικαιρότητα. Ναι, ο Χρήστος ήταν ένας έμμετρος σχολιαστής της καυτής ελληνικής επικαιρότητας. Όταν έβλεπε να ποδοματούνται ιερά και όσια γινόταν… Σουρής, όταν αισθανόταν υπερήφανος για τις ρίζες γινόταν … Απόλλων, όταν τον κυρίευαν οι αναμνήσεις γινόταν ένας γλυκός … Όμηρος που έβαζε τους ήρωές του να αναζητούν και να επιθυμούν την επιστροφή τους στην Ιθάκη.

Ο Χρήστος μού έστελνε όλα αυτά τα ποιήματα, τα οποία δημοσίευα στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα». Ως φόρο τιμής, αναδημοσιεύω στη συνέχεια, ως στέφανο, με τη μορφή ραψωδίας μερικά από αυτά εις αιωνίαν μνήμην. Θα προτάξω ένα ποίημά του προς τον γράφοντα, μιαν έμμετρη αυθόρμητη χαρά και ικανοποίηση που ένιωσε διαβάζοντας ένα άρθρο μου στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα» για τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Φυσικά, δεν δημοσιεύσα το ποίημά αυτό στην εφημερίδα, διότι ήταν μια προσωπική και όχι δημόσια αναφορά:

Μια θαυμάσια ρεαλιστική περιγραφή

Αγαπητέ Δημήτρη, με τη σπάνια πέννα, με συγκίνησε η εξαίρετη περιγραφή, της γιορτής του Αγίου Γεωργίου από σένα, καθώς κι αυτή για την παραποτάμια διαδρομή.

Απ’ τις καλύτερες είναι αναμνήσεις

των παιδικών μας χρόνων,

πώς! νοερά πίσω να μην γυρίζεις

στη μαγεία αυτών των χώρων.

 

Νοσταλγώ όμως και την αγνότητα του κόσμου,

που ίδια ήταν με την ομορφιά της φύσης ,

όλα τούτα αναλλοίωτα εντός μου,

σε μια σωστή παιδεία καταλύτης.

 

Σπουδαία επίσης η αναφορά σου

αφιέρωμα στο Ρήγα Φεραίο,

που η Ελλάδα ήταν η καρδιά του,

ο πατριωτισμός του απαντά σε κάθε ανεκδιήγητο ακραίο.

 (Αθήνα 30 Απριλίου 2011)

 

 Ελληνόβλαχος ή Καραγκούνης

(Σημείωση: Μετά τις αντιδράσεις μου στις συνεχιζόμενες πλάνες, επικίνδυνες θεωρίες και ύβρεις για τους προγόνους μας του δασκάλου Αντώνη Βασιλείου στο επίμαχο βιβλίο του, όπου χαρακτηρίζει τους Ριμένους της Ακαρνανίας ως Βλαχοκαραγκούνηδες και εξελληνισθέντες Αλβανούς, ο αείμνηστος ποιητής Χρήστος Ζώγας, διαβάζοντας όλα αυτά, ως σύγχρονος Σουρής, δημιούργησε έμμετρη απάντηση με το ακόκλουθο, υπό τον τίτλο «Ελληνόβλαχος ή Καραγκούνης», ποίημά του, με το οποίο χαρακτηρίζει το βιβλίο του κ. Βασιλείου ως «αερολόγημα»):

O Βλάχος είναι ορεσίβιος,

 ο Καραγκούνης πεδινός,

 δεν είναι οι δυο ταυτόσημοι ο (ίδιος),

 καθόλου προφανώς.

 

Ο ισχυρισμός της ταύτισης,

 λογική πρωτοφανής,

 αποκρούει το ενδιαφέρον της ανάγνωσης,

 ενός συγγράμματος, ευθύς εξ υπαρχής.

 

Δεν είν’ αυτό το πόνημα,

 έρευνας βαθιάς καρπός,

 παρά ένα αερολόγημα,

 στη γνώση δεν δίνει φως.

 

Ως αναγνώστες δικαιούμεθα,

 γνώμη να έχουμε σαφώς,

 άλλωστε διερωτώμεθα,

 της ανάγνωσης ποίος ο σκοπός.

 

Κι ορθή γνώμη σχηματίζεται,

 δια της πειθούς,

 όταν η δεύτερη στηρίζεται,

 ακραιφνώς επί του αληθούς.

 

Αλλιώς καταδικάζεται,

 ως προσωρινή,

 στην πορεία χάνεται,

 δεν έχει πια ζωή.

 

Και το καινούργιο σύγγραμμα,

 που διαφημίζεται φρονώ,

 από τα ολισθήματα,

 θα πέσει στο κενό.

 

Το καπνομάζεμα

(Σημείωση: Και το παρακάτω ποίημα, με εκπληκτικούς στίχους , υπό τον τίτλο «Το καπνομάζεμα», του ταλαντούχου ποιητή Χρήστου Ζώγα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα» )

 Απ’ τ’ άγρια χαράματα,

με την Πούλια οδηγό

και ταχύ το βάδισμα,

για του καπνού το μάζεμα

ξυπνούσαν στο χωριό.

 

Πριν βγει ο ήλιος και ζεστάνει

το καπνόφυλλο γιατί,

τη φρεσκάδα όταν χάνει,

μαραμένο το κοτσάνι,

δύσκολο ήταν να κοπεί.

 

Πριν απ’ τα χαράματα

με το φως του φεγγαριού,

σα μηχανή τα δάχτυλα

κόβανε στο μάζεμα

τα φύλλα του καπνού.

 

Κι έβγαινε ήχος ρυθμικός

στη σιγαλιά της νύχτας,

μαζί ακούγονταν κι αυτός

του γρύλλου ο ερωτικός,

του τριζονιού, κατά της νύστας.

 

Άντε να βελονιαστεί

συνήθως ένα ένα,

καλά ν’ αρμαθιαστεί,

με μόχθο κοντολογίς πολύ,

έφθανες στο τέρμα.

 

Καταμεσής, την άνοιξη

κι όλο το καλοκαίρι,

η έγνοια κει αδιάκοπη,

με το άγχος η εξέλιξη,

στο τέλος τι θα φέρει.

 

Που θα’ ρχόταν ο μεσίτης

να κοιτάξ’ να εκτιμήσει,

ο μεσάζων ο αγύρτης,

τη σοδειά αν θα πουλήσεις,

με τιμή, που κείνος θα ορίσει.

 

«Η Ακαρνανία»

 Του Αργυροδίνη Αχελώου δυτικά

μέχρι τις ακτές του Ιονίου,

στη γη των Ακαρνάνων κάποιος περπατά,

θεατής ποικιλόμορφου τοπίου.

 

Δύσβατα, στις κορφές σχεδόν γυμνά

τα δικά της τ’Ακαρνανικά δεσπόζουν όρη,

με την εικόνα ν’αλλάζει ξαφνικά

στις παρυφές, με πράσινο βοσκολίβαδα και χλόη.

 

Βόρεια απ’το Άκτιο αρχινά,

τη Βόνιτσα, Αλυζία, Αμφιλοχία,

στο άλλο άκρο της προχωρώντας χαμηλά,

στων Οινιάδων φθάνουμε την Πολιτεία.

 

Στου Ασπροπόταμου τις εκβολές

με τη χλωρίδα και πανίδα,

όπου οι νήσοι Εχινάδες δεν απέχουνε κι αυτές,

στο οικοσύστημα στολίδια.

 

Απέραντοι υδρότοποι ενδημικά υδρόβια πουλιά

στις θαμνώδεις αμμοθίνες ζούνε,

από την εποχή του «Ολοκαίνου» διαχρονικά,

αλκυόνες στις όχθες, στο Δέλτα πετούνε.

 

Αλλά και ενδιάμεσα της διαδρομής,

αξιόλογα μνημεία θενα δούμε,

στη «Μητρόπολη» στην αρχαία «Σαυρία» ευθύς,

στην εμπασιά της Παλαιομάνινας αν βρεθούμε.

 

Ακαρνανία χώρα των πολεμιστών,

αψηφώντας τον κίνδυνο στη μάχη,

των σιδεροφορούντων ανδρών,

ηρώων κλεφτών κι αρματωλών

στην πρώτη γραμμή με τον Καραϊσκάκη.

 (Αθήνα 31 Ιουλίου 2011)

 

Η συγκομιδή του βελανιδιού

 Προτού η μέρα καλά να χαράξει

το χωριό βρισκόταν ήδη στο πόδι,

βελανίδι με δροσιά να τινάξει

πριν το λιοπύρι γερά να φουντώσει.

 

Όλα τα δένδρα σχεδόν μετρημένα

τεμάχιο του όλου είχ’ο καθένας,

αρμονικά μ’επεισόδιο κανένα

μόνο με Ζαβιτσάνους, καβγάς συνέβη ένας.

 

Κάποιοι ήταν σωστοί ακροβάτες

στο δένδρο σαν να’ταν στο χώμα πατούσαν,

στων κλαδιών μπορούσαν,έως τις άκρες

να φθάσουν, πολλές φορές τραγουδούσαν.

 

Στο μάζεμα ο κόπος μάλλον πιο λίγος

το μόνο εμπόδιο θα λέγαμ’εδώ,

η φλομίδα κι ο άγριος πρίνος

η φυλλωσιά του κεντρί κοφτερό.

 

Στο τέλος ερχόταν μία η άλλη

το χρέος βραχνάς ποτέ κερδισμένος,

δράμι γινόταν η οκά στον μπακάλη

κι όμως ήσουν ευχαριστημένος.

Ως καταγόμενος από την περιφέρεια και αγροτική οικογένεια είχε ως στόχο την ανάπτυξη παντού και ιδιαίτερα στην «ξεχασμένη» Αιτωλοακαρνανία με ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, την οργάνωση των υποδομών στο Πλατυγιάλι και την αγροτοτουριστική ανάπτυξη στην Παλαιομάνινα

Κατάθεση ψυχής από τον συμφοιτητή του Δημήτρη Στεργίου

Σκληρή είναι η μοίρα εκείνη που επιφυλάσσει σε επιζώντες να καταθέσουν από την  ψυχή τους μνήμες, εικόνες, δραστηριότητες, ψυχικές αρετές και ανθρώπινη μεγαλοσύνη πραγματικών και άξιων ειλικρινών φίλων, με τους οποίους άρχισε μια γνωριμία πριν από 55 – 56 χρόνια, η οποία εξελίχθηκε στη συνέχεια σε μια βαθύτατη αλληλοεκτίμηση, σε μιαν  αυθόρμητη  ταύτιση αρχών κα ιδεών και σε μιαν εκπληκτική σφυρηλάτηση  ιδανικών. Αναφέρομαι στον Δημήτρη Σιούφα που «έφυγε» από τη ζωή υπερήφανος για τις ρίζες του, για την προσφορά του, για τις πολιτικές  παρακαταθήκες τους, για την ανθρωπιά του.

Σήμερα, καταθέτω  από την ψυχή μου μνήμες και εικόνες από την αγάπη και το μεγάλο ενδιαφέρον που επεδείκνυε ο εκλιπών για την Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου και την Αιτωλοακαρνανία, τα οποία φρονώ ότι ήταν αποτελέσματα αναφορών και συζητήσεων γύρω από τα προβλήματα ανάπτυξης της πόλης μας και, φυσικά, όλης της Αιτωλοκαρνανίας. Έτσι, θυμίζω μιαν άγνωστη ίσως σε πολλούς λεπτομέρεια που αφορά και στη συνέχιση  της ανέγερσης του νέου Νοσοκομείου Μεσολογγίου, η οποία είχε σταματήσει για άγνωστους λόγους το 1991, όταν υπουργός Υγείας, Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν ο Γιώργος Σούρλας και υφυπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο Δημήτρης Σιούφας.

Στη συνέχεια, το 1992, υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έγινε ο Δημήτρης Σιούφας. Ένα βράδυ, σε μια από τις πολλές συναντήσεις μας στο υπουργείο μού είπε ότι σήμερα με επισκέφθηκε, στη συνέχεια άλλων Μεσολογγιτών,  ο νομαρχεύων και εκπρόσωπος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου Μεσολογγίου Σπύρος Πασιόπουλος, ο οποίος με ενημέρωσε με αγωνία ότι το σταμάτημα των εργασιών ανέγερσης του νέου Νοσοκομείου Μεσολογγίου αποτελεί μείζον έγκλημα στην περιοχή και ύβρις στη νοσοκομειακή ιστορία της πόλης, όπου στα μέσα του δέκατου αιώνα  με ευεργεσία του  Γεωργίου Χατζηκώστα ανεγέρθηκε  ένα εκπληκτικό παραδοσιακό κτίριο, το οποίο  λειτούργησε  έως σήμερα ως νοσοκομείο, προσφέροντας πολλές υπηρεσίες  και ασφάλεια στους κατοίκους. Μάλιστα, όπως είπε, μού επεσήμανε  ότι πριν έρθει εδώ στο υπουργείο , σε επισκέφθηκε στο  δημοσιογραφικό γραφείο σου, Συγκεκριμένα, μού είπε ότι για το θέμα αυτό ενημέρωσα, πριν έρθω εδώ, το φίλο μου, συντοπίτη μου και λάτρη της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου και αρχισυντάκτη του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» Δημήτρη Στεργίου. Αμέσως, συνηγόρησα (αυξάνοντας και υπογραμμίζοντας) υπέρ των επιχειρημάτων του Σπύρου Πασιόπουλου, και τότε, αμέσως φώναξε τη γραμματέα του και είπε να σημειώσει και να τού υπενθυμίσει την επόμενη ημέρα, το πρωί, το θέμα του νέου Νοσοκομείου Μεσολογγίου! Πράγματι, την επομένη ενέκρινε πίστωση μερικών δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, με την οποία συνεχίσθηκε η ανέγερση και στη συνέχεια η λειτουργία του νέου Νοσοκομείου Μεσολογγίου.

Στο Πλατυγιάλι Αστακού το 2006

Μετά την ανάληψη τον Μάρτιο του 2004 του υπουργείου Ανάπτυξης, συνεχώς μού μιλούσε, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για την «ξεχασμένη» Αιτωλοακαρνανία, όπως τόνιζε, αλλά και την αγωνία του να εκτελέσει την εντολή του πρωθυπουργού του, του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος  επισκέφθηκε τον Αστακό  τον Δεκέμβριο του 2003, για προώθηση της ανάπτυξης στο Νομό και την αξιοποίηση του πολύπαθου Πλατυγιαλιού, όπου τα έργα βρίσκονταν σε στασιμότητα. Έτσι, στις 25 Απριλίου του 2006 επισκέφθηκε τη ΝΑΒΙΠΕ Πλατυγιαλίου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας και, συγκεκριμένα,  το εργοτάξιο δημιουργίας της Ναυπηγοεπισκευαστικής Βιομηχανικής  μαζί με τα στελέχη του υπουργείου Ανάπτυξης με σκοπό να δει από  κοντά τη φάση πραγματοποίησης ενός από τα πιο σημαντικά έργα της Δυτικής Ελλάδος και της Χώρας , όπως το χαρακτήριζε, τα οποία ήταν σε πλήρη τασιμότητα και  μέσα σ’ ένα  χρόνο  με μέτρα και αποφάσεις του εκτελέστηκε το 40% του έργου, ενώ τα προηγούμενα τέσσερα  χρόνια είχε γίνει μόλις το 20% του έργου και το 2006 είχε φτάσει τώρα έφτασε στο 60%. Για το λόγο αυτό επισκέφθηκε τότε το Πλατυγιάλι, ενώ ήδη μέσω του ειδικού προγράμματος  Ανταγωνιστικότητα» του υπουργείου Ανάπτυξης  είχαν ενισχυθεί  επιχειρηματικές δραστηριότητες για το Νομό Αιτωλοακαρνανίας με χρηματοδότηση 183 επενδυτικών σχεδίων με το συνολικό ποσό των 18 εκατ. ευρώ. Θυμάμαι τις λεπτομέρειες αυτές, διότι πριν από τις αποφάσεις του και τις εγκρίσεις με ενημέρωνε χαρούμενος για τις προσπάθειες που κάνει για την «ξεχασμένη» Αιτωλοακαρνανία.

Είναι αλήθεια ότι, για πολλούς γνωστούς και άγνωστους λόγους, δεν ευοδώθηκαν οι προσδοκίες που είχε ο Δημήτρης Σιούφας  για τα οφέλη που θα προέκυπταν για το Νομό και τη Δυτική Ελλάδα από την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με την  κατάλληλη οργάνωση και βελτίωση της λειτουργίας των Βιομηχανικών και Επιχειρηματικών Περιοχών Εγκατάστασης των επιχειρήσεων (ΒΕΠΕ) στις οποίες εντασσόταν και  η ΝΑΒΙΠΕ Πλατυγιαλίου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας (διευκολύνεται σημαντικά η αναδιάρθρωση και ενδυνάμωση της βιομηχανικής βάσης της Χώρας, εξοικονομούνται πόροι λόγω της επίτευξης οικονομιών κλίμακας και εξασφαλίζεται αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος), η οποία, όπως πίστευε, πως η λειτουργία της  ως Ελεύθερης Βιομηχανικής και Εμπορικής Ζώνης θα μπορούσε  να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την προσέλκυση επενδύσεων και την ανάπτυξη νέων βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην περιοχή. Αμ δε! Υπενθυμίζεται ότι  η ΝΑΒΙΠΕ Πλατυγιαλίου Αστακού ξεκίνησε το 1984 σαν Ναυπηγοεπισκευαστική Βιομηχανική Περιοχή για την εγκατάσταση μονάδων διάλυσης πλοίων και στη συνέχεια χαρακτηρίστηκε “ελεύθερη ζώνη” υπαγόμενη σε ειδικό τελωνειακό καθεστώς. Όμως, δεν υλοποιήθηκε και δεν λειτούργησε ποτέ έτσι, αφού άλλαξαν τα δεδομένα και η δραστηριότητα αυτή δεν είχε πλέον προοπτικές. Μετά από χρονοτριβές και καθυστερήσεις (για τις οποίες ποτέ δεν

δόθηκε καμιά εξήγηση) προκηρύχθηκε από την ΕΤΒΑ διεθνής δημόσιος διαγωνισμός για την ανάδειξη ιδιώτη επενδυτή το 1999. Ως ανάδοχος αναδείχθηκε η Κοινοπραξία “ΑΣΤΑΚΟΣ ΤΕΡΜΙΝΑΛ”, η οποία ορίστηκε ως Φορέας ΒΕΠΕ για την υλοποίηση των έργων συμπλήρωσης και βελτίωσης των υφιστάμενων υποδομών, καθώς και για τη δημιουργία νέων υποδομών με στόχο την εγκατάσταση επιχειρήσεων στη ΝΑΒΙΠΕ ( λιμενικές για την υποδοχή πλοίων μεγάλης μεταφορικής ικανότητας,  εξοπλισμός που χρειάζεται για τη φορτοεκφόρτωση των πλοίων,  αναγκαίοι αποθηκευτικοί χώροι, καθώς και  δημιουργία θαλάσσιων και χερσαίων υποδομών για τη διακίνηση των φορτίων, αλλά και των προϊόντων που θα παράγουν οι επιχειρήσεις που θα εγκατασταθούν στη Βιομηχανική Περιοχή). Ωστόσο,  οι διαδικασίες ανάθεσης της σύμβασης παραχώρησης και διάφορες νομικές εμπλοκές οδήγησαν σε νέες καθυστερήσεις με συνέπεια οι πρώτες εκταμιεύσεις του έργου (εκτός από τα 6 δισ. που δόθηκαν το 2002 για αγορά γης) να αρχίσουν μόλις το Μάρτιο του 2004. Έκτοτε το έργο, (ιδιαίτερα μετά τις αναγκαίες συμπληρώσεις του θεσμικού πλαισίου) άρχισε να υλοποιείται με εντατικούς ρυθμούς. Το ύψος της προβλεπόμενης επένδυσης ανερχόταν  σε 126 εκατομμύρια ευρώ. Από το σύνολο της δημόσιας χρηματοδότησης (ύψους 73 εκατ. ευρώ) είχαν μέχρι την επίσκεψη του Δημήτρη Σιούφα τον Απρίλιο του 2006 στο Πλατυγιάλι  είχε εκταμιευθεί περίπου 39 εκατ. ή το 54%. Από αυτά, τα 33 εκατ. (το 85% δηλαδή των εκταμιεύσεων) εκταμιεύτηκαν το τελευταίο 12μηνο, με ορίζοντα (δεσμευτικό)  ολοκλήρωσης του έργου  μέχρι τέλους 2005. Πάντως, σημειώνεται ότι ως προϋπόθεση για την απόδοση του έργου αυτού είχε τεθεί η ολοκλήρωση σημαντικών  εξωτερικών υποδομών, όπως:  η “παράκαμψη Αγρινίου”, - η βελτίωση της Παρα-Ιονίας Οδού και των έργων του Δυτικού Άξονα, καθώς και  η ένταξη στο πρόγραμμα της ΔΕΗ των αναγκαίων πρόσθετων έργων στην περιοχή….

Στην Παλαιομάνινα

Μετά την επίσκεψή μας στο Πλατυγιάλι ο Δημήτρης Σιούφας εξεδήλωσε την επιθυμία να επισκεφθεί και το χωριό μου, την Παλαιομάνινα για να δει από κοντά και όσα συνεχώς και επιμόνως του έλεγα για την Παλαιομάνινα και τα εντυπωσιακά πλεονεκτήματα που έχει για να χρησιμοποιηθεί ως ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης περιοχών που διαθέτουν εκπληκτικό γεωγραφικό ανάγλυφο και πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και παράδοση. Πράγματι, ο Δημήτρης Σιούφας και οι συνεργάτες του (γενικός γραμματέας Βιομηχανίας και σύμβουλοι οικονομολόγοι επισκέφθηκαν την Παλαιομάνινα, όπου στην κεντρική πλατεία του χωριού διοργανώθηκε εκδήλωση κατά την οποία ειδικοί εισηγητές πρότειναν συγκεκριμένα και αναλυτικά μέτρα για την ανάπτυξη της Παλαιομάνινας, χωρίς καμιά ανταπόκριση και … όρεξη!!!

Υπουργός Ανάπτυξης

Μία φιλία, γνωριμία και συνεργασία μισού και πλέον αιώνα, από συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο  κορυφώθηκαν το βράδυ της 9ης Μαρτίου του 2004, όταν ήδη ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και νέος πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, με τον οποίο συνέδεαν ήδη σχέσεις φιλίας, στενής συνεργασίας και εμπιστοσύνης,  τού είχε αναθέσει το υπουργείο Ανάπτυξης. Τότε ο γράφων ήταν, από την 1η Ιανουαρίου του 2004, συνταξιούχος δημοσιογράφος. Τότε με παρεκάλεσε να τον επισκεφθώ στο υπουργείο Ανάπτυξης για να συζητήσουμε  μερικά θέματα οργάνωσης του γραφείου του, όπως μού είπε. Πράγματι, την επομένη πήγα στο υπουργείο Ανάπτυξης και με παρεκάλεσε να μην αρνηθώ την πρότασή του να αναλάβω τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου. Σημειώνω ότι πριν κάνει την πρόταση αυτή, ο υπουργός γνωρίζοντας ότι ουδέποτε είχα δεχθεί αμειβόμενες θέσεις ή συνεργασία, μού υπενθύμισε τις αρχές μου αυτές, αλλά και τη λεπτομέρεια ότι τώρα είμαι συνταξιούχος δημοσιογράφος και όχι μάχιμος και μάλιστα με  διευθυντικές ευθύνες. Δέχθηκα, αλλά εργασιομανής και τελειομανής, όπως ήταν, με κρατούσε από το πρωί έως τις προχωρημένες βραδινές ώρες για να με έχει κοντά του! Με … εξόντωνε!

Κατά τη συζήτηση και ύστερα από δημοσιογραφικές  ερωτήσεις μου για το πώς ανέλαβε το υπουργείο Ανάπτυξης, ο Δημήτρης Σιούφας, υπουργός Ανάπτυξης ήδη, μού εκμυστηρεύθηκε την ακόλουθη συζήτηση που είχε με τον νικητή των εκλογών και νέο πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, η οποία καταδεικνύει και το μεγαλείο του:

«Ανταλλάξαμε απόψεις για την ημέρα των εκλογών και την πορεία της ψηφοφορίας, ξεκίνησε η συζήτηση για τις ευθύνες που έρχονταν και για τα βήματα από το βράδυ και μετά. Κύριο θέμα η συγκρότηση της Κυβέρνησης. Ζήτησε τις απόψεις μου για τη σύνθεση της κυβέρνησης και μετά από περίπου δυόμιση ώρες η συζήτηση έβαινε προς το τέλος. Μέσα μου ήμουν ευτυχής, γιατί δεν μού είχε μιλήσει καθόλου για δική μου συμμετοχή. Και αισθανόμουν ευτυχής γιατί είχα την πεποίθηση ότι θα μπορούσα να είμαι χρήσιμος δίχως την ευθύνη ενός υπουργικού χαρτοφυλακίου. Τότε μού λέει, «γιατί δεν με ρωτάς, μ’ εσένα τί θα κάνω»;

- Πρόεδρε οι επιλογές των συνεργατών σου είναι δικό σου θέμα. Γιατί να ρωτήσω;

Η απάντησή του ήταν «δεν πρόσεξες ότι δεν μιλήσαμε για ένα Υπουργείο; Εσύ θα αναλάβεις το Υπουργείο Ανάπτυξης».

- Πρόεδρε, σ’ ευχαριστώ, ο ίδιος δεν είμαι οικονομολόγος. Έχω θητεύσει ως υπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υπουργός Υγείας, δεν έχω κανένα πρόβλημα να μην είμαι υπουργός.

- Αυτό το υπουργείο είναι για τα δικά σου μέτρα. Στην πολιτική δεν χρειάζεται εξειδίκευση. Ο υπουργός είναι για να παίρνει σωστές αποφάσεις, να τις πραγματοποιεί, να δρομολογεί το κυβερνητικό πρόγραμμα και να εποπτεύει την εφαρμογή του. Έχεις την απόλυτη εμπιστοσύνη μου.

- Πρόεδρε προτιμώ να μείνω κοντά σου χωρίς αξίωμα, για να έχεις δίπλα σου την ίδια υποστήριξη που είχες όσο ήμουν Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος και Γενικός Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.

- Αυτή είναι η απόφασή μου.

- Πρόεδρε, προτιμώ να είμαι δίπλα σου, και αφού με θέλεις δίπλα σου, υπουργός Επικρατείας, στη μία από τις δύο θέσεις, αφού την άλλη θα την πάρει ο Θόδωρος Ρουσόπουλος, νέος πολιτικός, αλλά με ιδέες, ικανότητες και ήθος.

- Μήτσο, αυτό το υπουργείο θέλω να το αναλάβεις εσύ. Θέλω να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Είναι το πλέον σύνθετο υπουργικό χαρτοφυλάκιο και θέλω εκεί ένα στέλεχος της απολύτου εμπιστοσύνης μου, των διοικητικών ικανοτήτων σου, της υπουργικής πείρας και του ήθους σου».

Η προηγούμενη συνεργασία και επικοινωνία μαζί του  και η  επόμενη  δεν μπορεί παρά να αφήσουν πολλά χαραγμένα στη μνήμη, στην ψυχή και την καρδιά. Πανέξυπνος, αεικίνητος, δραστήριος, μεθοδικός, προσεκτικός, εργασιομανής, τελειομανής, πολυμαθής, άριστος γνώστης της ελληνικής, ήταν μερικά από τα χαρίσματα που σε γοήτευαν να συζητάς μαζί του πολλά επιστημονικά, οικονομικά, λαογραφικά και ιστορικά θέματα.

Η θητεία του (1962-1964) ως εργαζόμενου στο υπουργείο Εμπορίου και ως διευθυντή  Σπουδών σε φροντιστήριο ανώτατης εκπαίδευσης, όπου δίδαξε για τρία χρόνια Δημοσία Οικονομική και Διοικητικό Δίκαιο,  ως διοικητικού υπαλλήλου στην αρχή (1969) στην Εμπορική Τράπεζα και στη συνέχεια, έως το 1976, ως συμβούλου  για την οργάνωση της Τράπεζας  (Κέντρο Μηχανογραφικών Εφαρμογών), καθώς και ως  ενός εκ των εκδοτών (Μιλτιάδης Έβερτ, Χάρης Καρατζάς, Δημήτρης Βουδούρης, Δημήτρης Σιούφας)  του περιοδικού «Νέα Πολιτική» , τον είχε εμποτίσει με ένα έντονο δημοσιογραφικό πνεύμα σε  τέτοιο σημείο που όλα τα κείμενά του ήταν άψογα, επιστημονικά τεκμηριωμένα και, κυρίως, άρτια από την άποψη ενημέρωσης. Παρόλα αυτά, ως τελειομανής, έδινε τα κείμενά του για ανάγνωση και σε δύο τρεις άλλους  πιστούς φίλους του, μεταξύ των οποίων και ο γράφων, για να γίνουν, όπως έλεγε, πιο άρτια ή … τέλεια!!! Αυτή την τακτική, δηλαδή να χτενίζει με σχολαστικότητα τα κείμενά του και να «απαιτεί» και  από τους φίλους του να κάνουν το ίδιο, χρησιμοποιούσε και για τους άλλους που τού εμπιστεύονταν να «ρίξει μια ματιά» σε ανακοινώσεις και ομιλίες. Θυμάμαι με πόση προθυμία και ταχύτητα άρπαζε τα κείμενα και αφοσιωνόταν στην ανάγνωσή τους, τα οποία μερικές φορές γίνονταν αγνώριστα από τις … επεμβάσεις του!

Ύστερα,  όταν τον επισκεπτόμουνα στα γραφεία του, όπως εκείνο του γενικού διευθυντή του Ελληνικού Οργανισμού Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων Χειροτεχνίας (ΕΟΜΕΧ), το 1979 -1980, του υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το 1990-1992, του υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το 1993, του υπουργού Ανάπτυξης κλπ, παρατηρούσα ότι πάντοτε στην ίδια θέση (αριστερά του) είχε την εικόνα της Παναγίας και του Χριστού και τις φωτογραφίες του ξερακιανού (αδύνατου) αγρότη πατέρα του και της ξερακιανής (αγρότισσας) μητέρας του. Η επιλογή του αυτή μού θύμισε την «Αινείου ευσέβεια» προς  τα ιερά και τα όσια κατά και λίγο μετά την άλωση της Τροίας! Κι όταν  τού μιλούσα για την περίπτωση αυτή, πάντα η παρατήρησή μου συνοδευόταν από  ένα  χαμόγελο υπερηφάνειας, σεβασμού και ευσέβειας! Επίσης, συνήθιζε όλα τα αναμνηστικά δώρα που πρόσφεραν κυρίως  ξένοι ομόλογοί του κατά τις επισκέψεις τους στο υπουργείο Ανάπτυξης, για παράδειγμα, να τα παραθέτει σε ειδικές θέσεις πίσω από το γραφείο του, λέγοντας ότι αυτά ανήκουν στο υπουργείο, στην Ελλάδα!

Έτσι, όλοι οι χαρακτηρισμοί που ακούστηκαν στις δηλώσεις για τον θάνατό του από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, τον πρώην πρωθυπουργό και φίλο του Κώστα Καραμανλή, τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκο Μητσοτάκη, τον πρ΄βην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά , τον υπουργό Εσωτερικών και άλλους , όπως  ότι ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος,  ανιδιοτελής  και προστάτης του δημόσιου συμφέροντος, ότι είχε κερδίσει τον σεβασμό των συναγωνιστών και την εκτίμηση των πολιτικών του αντιπάλων, ότι υπήρξε  ένας σπουδαίος πολιτικός και ένας σπάνιος άνθρωπος που ξεχώρισε για το ήθος, την ευγένεια και την ποιότητά του, ότι άφησε  σημαντικό έργο σε όλα τα υπουργεία από τα οποία πέρασε και άσκησε υποδειγματικά τα καθήκοντά του ως Πρόεδρου της Βουλής, κερδίζοντας την εκτίμηση όλου του πολιτικού κόσμου, προσυπογράφονται και από τον γράφοντα, που τον γνώριζε 57 χρόνια!

Η γνωριμία

 Πριν από οκτώ περίπου χρόνια, η μοίρα μού επιφύλαξε  να κάνω κατάθεση ψυχής  για τον ειλικρινή φίλο και σπουδαίο άνθρωπο, επιστήμονα και πολιτικό  Μιλτιάδη Έβερτ, ο οποίος  έφυγε από τη ζωή στις 9 Φεβρουαρίου το 2011 και ήταν μεγαλύτερος από τον γράφοντα κατά τρία χρόνια. Τώρα, έμεινα μόνος μου καθώς απεβίωσε και ο δεύτερος  στην τριάδα φίλων, ο άνθρωπος, ο επιστήμων, ο πολιτικός Δημήτρης Σιούφας, με τον οποίο,  από συμφοιτητές στο ίδιο Πανεπιστήμιο πριν από 56 χρόνια, η στενή  γνωριμία μας  συνεχίσθηκε αδιάλειπτα, αλλά κορυφώθηκε σε όλη τη μετέπειτα πορεία μας, εκείνου ως πολιτικού και του γράφοντος ως επαγγελματία δημοσιογράφου.

Αναφέρομαι στη φιλική αυτή τριάδα, διότι ο Δημήτρης Σιούφας ήταν στενός φίλος από φοιτητής με τον Μιλτιάδη Έβερτ από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, δηλαδή σε μια πολύ  ταραγμένη φοιτητική περίοδο. Ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν τότε φοιτητής της  Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο Δημήτρης Σιούφας και ο γράφων συμφοιτητές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τότε, το 1963,  ο Μιλτιάδης Έβερτ  ήταν πρόεδρος  της  ΕΡΕΝ, της Νεολαίας  της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης  (της ΕΡΕ), της οποίας  ήταν μέλος από το 1957. Ο Δημήτρης Σιούφας ήταν  μέλος της Νεολαίας της ΕΡΕ (ΕΡΕΝ) και επικεφαλής της  στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο γράφων ήταν ένας φιλήσυχος φοιτητής, που προσπαθούσε να  διατηρήσει την υποτροφία που είχε πάρει κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Τον θυμάμαι. Ήταν δραστήριος, κινητικότατος, προσηνής, αγωνιστής στο αμφιθέατρο, αλλά όχι  βίαιος και αντισυναδελφικός. Μία ημέρα, μετά από μια θορυβώδη και επεισοδιακή  συγκέντρωση  φοιτητικών παρατάξεων στο αμφιθέατρο, κάπως στενοχωρημένος και αγχωμένος κατευθύνθηκε στο Γραφείο του Συλλόγου των Φοιτητών, όπου και τον συνόδευσε και ο γράφων. Αρχίσαμε μια φιλική συζήτηση και, τελικά, καταλήξαμε στη διαπίστωση ότι εκείνος καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας από φτωχούς αγρότες γονείς και ο γράφων από ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας , το ίδιο, δηλαδή από φτωχούς αγρότες γονείς. Αν έψαχνε κανείς τις τσέπες μας τη στιγμή αυτή, είναι ζήτημα αν θα έβρισκε  ποσό χρημάτων  μεγαλύτερο από ένα αντίτιμο εισιτηρίου αστικών συγκοινωνιών! Από τότε γίναμε πραγματικοί φίλοι, με βοήθησε σημαντικά στην εξασφάλιση πανεπιστημιακών συγγραμμάτων (τότε δεν ήταν δωρεάν!) και μοιράζαμε τη μια τυρόπιτα, που λένε!

‘Όταν αποφοιτήσαμε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Δημήτρης Σιούφας  συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ο γράφων στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη μας, καθώς ακολούθησε και η διετής στρατιωτική θητεία!

Στα μέσα του 1972, ως συντάκτης τότε του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» που κάλυπτα τραπεζικά και ασφαλιστικά θέματα, και των εφημερίδων «Βήμα» και «Νέα»,  πήγα για ρεπορτάζ στην  Εμπορική Τράπεζα του Ομίλου Ανδρεάδη, η οποία ήταν πρωτοπόρος στην εισαγωγή της πληροφορικής  στη διεκπεραίωση τραπεζικών εργασιών. Τελικά, βρέθηκα στον όροφο του κτιρίου, όπου ήταν το Κέντρο Πληροφορικής της Τράπεζας και, συγκεκριμένα, στο Γραφείο του διευθυντού. Χτύπησα την πόρτα και βλέπω τον Δημήτρη Σιούφα να κάθεται σε ένα πολυτελές  γραφείο με λίγα χαρτιά και να μιλάει στο τηλέφωνο. Μόλις με είδε σταμάτησε το τηλέφωνο λέγοντας στον συνομιλητή του ότι το κλείνει και ότι του επιφυλάσσει μιαν έκπληξη! Σηκώθηκε με χαρά, πήρε μια καρέκλα να καθίσω και αρχίσαμε τη συζήτηση. Χάρηκε ιδιαίτερα όταν τού είπα ότι είμαι δημοσιογράφος στο Συγκρότημα Λαμπράκη και ιδιαίτερα συντάκτης του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» και προθύμως με διαβεβαίωσε ότι θα με βοηθούσε με στοιχεία για το τραπεζικό ρεπορτάζ. Τότε, ο Δημήτρης Σιούφας  εργαζόταν  στην Εμπορική Τράπεζα ως διοικητικός υπάλληλος στην αρχή (1969) και ως σύμβουλος για την οργάνωση της τράπεζας, του Κέντρου Μηχανογραφικών Εφαρμογών της και της Διοίκησης Προσωπικού μέχρι το 1976.

Τότε, σηκώθηκε από το γραφείο, άνοιξε μια μεγάλη δίφυλλη πόρτα και  είδα τον Μιλτιάδη Έβερτ, ο οποίος με περίμενε!  Είπαμε για τα περασμένα και με χαρά με διαβεβαίωσε κι εκείνος ότι η βοήθεια και οι συζητήσεις δεν θα  περιορίζονταν  στο ρεπορτάζ  για την εισαγωγή της Πληροφορικής  στην τράπεζα , αλλά και σε άλλα τραπεζικά θέματα. Σημειώνεται ότι ο Μιλτιάδης Έβερτ  μετά την αποφοίτησή του από  την ΑΣΟΕΕ (σήμερα Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), ακολούθησε περαιτέρω σπουδές στην Πληροφορική. Τότε, ο Στρατής Ανδρεάδης του είχε εμπιστευθεί τη θέση του διευθυντή -  προγραμματιστή των υπολογιστικών  συστημάτων στην Εμπορική Τράπεζα και του οικονομικού συμβούλου, ενώ  διετέλεσε  και οικονομικός και διοικητικός διευθυντής στα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Η χαρά μου  από τη συνάντηση  με τους  παλιούς φίλους μου μετριάσθηκε, όταν ο Δημήτρης Σιούφας με συμβούλευσε να προσέχω όταν θα πηγαίνω στα γραφεία τους, διότι, όπως μού είπε, ο Μίλτος παρακολουθείται από τη χούντα και ότι έχει απαγορευθεί η έξοδός του από τη χώρα!

Την περίοδο εκείνη ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν και πρόεδρος του Συλλόγου Πτυχιούχων της ΑΣΟΕΕ και μού πρότεινε να εγκαινιάσουμε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο»  ένα δισέλιδο  κάθε μήνα με άρθρα διαπρεπών οικονομολόγων – μελών του Συλλόγου. Πράγματι, το δισέλιδο αυτό εγκαινιάσθηκε και με μεγάλη επιτυχία συνεχίσθηκε μέχρι την πτώση της χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα μας.

Τότε, καθώς περνούσα μια μέρα από το Σύνταγμα, με είδε ο Μίλτος, που έπινε καφέ με  γνωστούς φίλους,  έσπευσε και μού είπε ότι κατά πάσα πιθανότητα θα είναι υποψήφιος βουλευτής  στην Α΄ με τη Νέα Δημοκρατία, την οποία ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος!  Από τότε η πορεία του Μιλτιάδη Έβερτ ως βουλευτή, υφυπουργού, υπουργού, συγγραφέα και προέδρου της Νέας Δημοκρατίας είναι γνωστή, με άγνωστη ίσως τη λεπτομέρεια ότι «πρωτοπαλλίκαρό» του, κοντά του, ήταν πάντα ο Δημήτρης Σιούφας, ο οποίος από το 1975 μέχρι το 1982, ήταν και εκ των εκδοτών του περιοδικού «Νέα Πολιτική». Επίσης, γνωστή είναι η πορεία και του Δημήτρη Σιούφα ως πιστού και πολύτιμου στην αρχή συνεργάτη του Μιλτιάδη Έβερτ, ως δικηγόρου, ως βουλευτή, ως υφυπουργού, ως υπουργού και ως προέδρου της Βουλής.

Κλείνω το σημείωμα αυτό – κατάθεση ψυχής με την επισήμανση ότι και οι δύο φίλοι μου, ο Μιλτιάδης Έβερτ και ο Δημήτρης Σιούφας, ουδέποτε μού ζήτησαν, κι όταν ακόμα ήμουν διευθυντής εφημερίδων, να τους «προβάλλω», ως υφυπουργούς ή υπουργούς,  με συνεντεύξεις ή παραπολιτικά σχόλια. Ποτέ!

Του Δημήτρη Στεργίου

Από περιήγηση στο διαδίκτυο διαπίστωσα ότι μια πεπλανημένη αντίληψη που κυριαρχούσε επί εκατονταετίας στην περιοχή μας όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά και ενισχύεται από δημοσιεύματα που αναπαράγονται από ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια.

Πρόκειται για τη μέγιστη πλάνη ότι στην Ακαρνανία, στη Μάνινα της Ακαρνανίας, κατοικούν Βλαχο-αλβανο-καραγκούνηδες, δηλαδή γνήσιοι Έλληνες που τους αποκαλούν… «Βλαχόφωνους Καραγκούνηδες», που μάλιστα είναι και τρίγλωσσοι, δηλαδή μιλούν βλάχικα, ελληνικά και αλβανικά. Λοιπόν, για μιαν ακόμα φορά τονίζουμε ότι τέτοιοι κάτοικοι δεν υπάρχουν στη Μάνινα Αιτωλοακαρνανίας και ότι όλα αυτά που λένε είναι απλώς αποκυήματα της φαντασίας, εκτός κι εντόπισαν… εξωξήινους!

Αναφερόμαστε στους κατοίκους των έξι χωριών της Μάνινας Αιτωλ/νίας, δηλαδή της Παλαιομάνινας, της Στράτου, της Γουριώτισσας, των Οχθίων, του Αγρμαμπέλου και του Στρογγυλοβουνίου, οποίοι είναι μόνο Ελληνόβλαχοι, γηγενείς πληθυσμοί που μιλούν ένα ιδίωμα που αποτελείται από πάνω από 7.000 λέξεις, από τις οποίες οι 4.500 είναι αρχαιοελληνικές και νεοελληνικές, 2.000 περίπου λατινικές και μόνο 150 περίπου αλβανικές,οι οποίες υπάρχουν και στη νεοελληνική γλώσσα, ενώ δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου τουρκικές και σλαβικές! Κι όμως, το βιβλίο αυτό θέλει σώνει και καλά να διαιωνίζει ένα χαρακτηρισμό των Ελληνόβλαχων της Μάνινας ως … Καραγκούνηδων, ο οποίος δόθηκε πριν από ενάμισι περίπου αιώνα από τους γύρω κατοίκους , ενώ δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Σημειώνω ότι θύμα της πλάνης αυτής είναι και ο γράφων, ο οποίος από μικρό παιδί άκουγα να με λένε οι κάτοικοι του Μεσολογγίου, για παράδειγμα, «Καραγκούνη», ενώ οι γονείς μου και οι συγχωριανοί μου αυτοαποκαλούνταν με πείσμα ως Ριμένοι (Αρμάνι), δηλαδή Ρωμηοί! Και τα μάτια μου τα άνοιξε ο αείμνηστος, τότε δήμαρχος της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου, πολιτικός και συγγραφέας Χρήστος Ευαγγελάτος. Την άνοιξη του 1961, μαθητής του Γυμνασίου της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην τοπική εφημερίδα «Αιτωλοακαρνανικός και Ευρυτανικός Τύπος» του άξιου δημοσιογράφου Τάκη Σαλμά μια ιστορική – λαογραφική έρευνά μου υπό τον τίτλο «Οι Καραγκούνοι και ο Αλή Πασάς». Τότε ο Ευαγγελάτος με κάλεσε στο γραφείο του και μού εξήγησε ότι κάτοικοι της Παλαιομάνινας και των άλλων πέντε χωριών της Ακαρνανίας δεν είναι «Καραγκούνοι», είναι «Ελληνόβλαχοι». Ξέρω ότι έτσι τους αποκαλούν οι ντόπιοι, δηλαδή ως «Καραγκούνηδες», αλλά δεν είναι ορθός ο χαρακτηρισμός αυτός, δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Όταν θα βρείτε περισσότερο χρόνο αργότερα και μέχρι να τελειώσετε τις σπουδές σας, συγκεντρώστε σχετικά βιβλία ειδικών επιστημόνων και προσπαθήστε να αποκαταστήσετε την πραγματικότητα. Μια άλλη συμβολή που μου έδωσε ήταν «να μην πέσουν οι Ελληνόβλαχοι αυτοί της Ακαρνανίας θύματα της ρουμανικής προπαγάνδας…»

Έτσι, από τότε, συγκέντρωνα κι άλλα στοιχεία, έκανα μια πλούσια βιβλιοθήκη και σε όλα τα βιβλία μου που αναφέρονται στην ιστορία, τη λαογραφία και τα έθιμα της Παλαιομάνινας δεν υπάρχει πουθενά η παρεξηγημένη λέξη «Καραγκούνοι» ή «Καραγκούνηδες», αλλά μόνον η, ορθή, «Ελληνόβλαχοι», εξαιτίας της συμβουλής του Ευαγγελάτου. Τα βιβλία αυτά είναι «Η Παλαιομάνινα από τα βάθη των αιώνων έως σήμερα», «Τα βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με αρχαιοελληνικές ρίζες» (Εκδόσεις Δ. Παπαδήμα, Αθήνα 2001) και «4.500 μυκηναϊκές , ομηρικές, βυζαντινές και νεοελληνικές λέξεις στον βλάχικο λόγο» (Εκδόσεις Δ. Παπαδήμα, Αθήνα 2007), τα οποία δεν αναφέρονται στη βιβλιογραφία του επίμαχου αυτού βιβλίου, στο οποίο οι Ελληνόβλαχοι της Ακαρνανίας αναφέρονται ως… Βλαχόφωνοι … Καραγκούνηδες και… τρίγλωσσοι, μολονότι προσφέρθηκαν στον συγγραφέα, τουλάχιστον μερικά από αυτά!

Έτσι, όχι μόνο συντηρείται, αλλά ενισχύεται μια πλάνη, παρά τη συντριβή της επί δεκαετίες από την πραγματικότητα και από γλωσσικά, λαογραφικά και επιστημονικά ντοκουμέντα.:

Καταρχάς, υπογραμμίζεται από όλους τους επιστήμονες ότι το γλωσσικό ιδίωμα των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας και όλης της Ελλάδος δεν έχει καμιά, μα καμιά, σχέση με το αντίστοιχοι των Καραγκούνηδων, όπως προκύπτει και από τη σύγκριση των δύο λεξικών ή λεξιλογίων. Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι ο Γερμανός ρωμανιστής βαλκανολόγος, σλαβολόγος, λεξικογράφος και εθνολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, (διετέλεσε και μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας των Επιστημών!!!) Gustav Weigand, επισκέφτηκε τα βλαχόφωνα αυτά χωριά της Ακαρνανίας το 1890. Πολυγραφότατος, αλλά με προσποιητή σε πολλές περιπτώσεις άγνοια γνωστών του διαπρεπών Ελλήνων Ελληνοβλάχων καθηγητών που διέπρεπαν στην πατρίδα του, τη Γερμανία, όπως ο διδάσκαλος του Γένους Ελληνόβλαχος Κωνσταντίνος Κούμας και άλλοι, συγκέντρωσε τις εντυπώσεις του από την περιήγηση σε όλες τις βλαχόφωνες περιοχές της χώρας σε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο “Die Aromunen” (Οι Αρωμούνοι), δύο τόμων, το οποίο πρωτοεκδόθηκε στα γερμανικά το 1895 και στην Ελλάδα στα ελληνικά από τον Φιλολογικό, Ιστορικό και Λογοτεχνικό Σύνδεσμο Τρικάλων το 2001 (Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη), με εκτενή πρόλογο του καθηγητή Αχιλλέα Λαζάρου και δικά μου σχόλια. Τα βλαχόφωνα χωριά της Μάνινας επισκέφτηκε το 1890. Στον πρώτο ογκώδη τόμο (σελίδα 227) αναφέρει για το θέμα αυτό τα ακόλουθα: «Αυτοί εδώ, στη Μάνινα, οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται στη διάλεκτό τους «Αρμάνοι (Αρμάν –Ριμένοι), ενώ οι Έλληνες γύρω τους τούς λένε Καραγκούνηδες…»

Στον δεύτερο πάλι ογκώδη τόμο (σελίδα 188) αναφέρει τα εξής: «Το όνομα Μάνινα έχει μεταφερθεί από το χωριό Κουτσομπίνα ή Μάνινα σε όλη τη σειρά των χωριών κι εγώ διατηρώ αυτό το όνομα γι΄ αυτά τα χωριά, για να έχω μια συγκεκριμένη έκφραση για τη διάλεκτό τους. Οι ίδιοι ονομάζονται Αρωμούνοι – Ριμένοι, ενώ από τους άλλους Έλληνες που κατοικούν γύρω τους ονομάζονται Καραγκούνηδες, μια λέξη η οποία χρησιμοποιείται σε διάφορες περιοχές και και επίσης με διαφορετική έννοια…» . Σαφής, σαφέστατος και ειλικρινής, λοιπόν, ο Βάιγκαντ.

Ύστερα, όλοι οι επιστήμονες Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας βροντοφωνάζουν σε κάθε ευκαιρία ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τις Βλάχους της Ακαρνανίας. Απλώς αναφέρω ότι ο πολυγραφότατος Θεσσαλός καθηγητής Αχιλλεύς Λαζάρου υπογραμμίζει συνεχώς ότι δεν έχουν καμιά σχέση οι ονομαζόμενοι Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας με τους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας, οι οποίοι φυσικά έχουν κοινή καταγωγή» (Άρθρο του υπό τον τίτλο «Καραγκούνηδες» στον «Ελεύθερο» Αγρινίου , 7 Ιουλίου 1984, με αναφορά και στον γράφοντα).

 

Ιλλυριοί και στην Ακαρνανία!

Ακόμα, επειδή στο βιβλίο αυτό αναφέρεται ότι στην περιοχή μας είναι και … Ιλλυριοί, από τους αρχαίους, τον Στράβωνα, τους μεσαιωνικούς, τον Προκόπιο, και τους συγχρόνους, τον Αντ. Δ. Κεραμόπουλο, υπογραμμίζεται ότι «δεν υπήρχαν Ιλλυριοί στην Αιρωλοακαρνανία» και ότι όλα αυτά είναι εσφαλμένα. «Πέραν του ποταμού Γενούσου είναι Ιλλυριοί, εντεύθεν δε είναι ηπειρώται Έλληνες. Ούτοι, είτε ορθόδοξοι χριστιανοί είναι, είτε μωαμεθανοί Τόσκηδες, είναι αδιάγνωστοι απ΄ αλλήλων έξω της θρησκείας» (Αντώνη Δ. Κεραμόπουλου, εργασία υπό τον τίτλο «Ιλλυριοί – Αλβανοί και Αρβανίτες», Πεπραγμένα του Θ΄ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1953, σελίδες 478).Επίσης, ο Κεραμόπουλος ( «Μακεδονικά», 2 (1941 – 1952)514), επισημαίνει ότι «Οι λατινόγλωσσοι της Ελλάδος όχι μόνον το εθνικό αίσθημα διετήρησαν, αλλά και την γοητεία του ελληνικού γλωσσικού οργάνου ησθάνοντο και ήθελον και εφρόντιζον να ανακτήσουν αυτό ως αισθητόν και έντονον εθνικόν γνώρισμα, ιδρύοντες ελληνικά σχολεία».

Μία ηχηρή απάντηση στον εξωπραγματικό χαρακτηρισμό των Ελληνόβλαχων της Ακαρνανίας ως … «Βλαχόφωνων Καραγκούνηδων» που μιλάνε και … αλβανικά δίνει ο ευφυέστατος Κεραμόπουλος ( «Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι» - Αθήναι 1939) ειρωνευόμενος κάποιο συγγραφέα της εποχής του (πώς επαναλαμβάνεται, αλήθεια, η ιστορία!), ο οποίος υποστήριζε, επικαλούμενος τον Βενιαμίν εκ Τουδέλης, ο οποίος, όπου πήγαινε εύρισκε … Εβραίους να μιλάνε στη … γλώσσα τους. Γι΄ αυτόν, λοιπόν, τον συγγραφέα, ο οποίος υποστήριζε ότι κάθε επαφή ή συμβίωση Ελλήνων με αλλότριους τους κάνει … πολύγλωσσους ή Ιλλυριούς ή Αλβανούς ή Λατίνους, γράφει: «Οι Βλάχοι πρέπει να ήσαν Εβραίοι! Αφού μάλιστα είχον και εβραϊκά ονόματα (Θωμάς, Ιωάννης, Μιχαήλ, Μαρία, Μαγδαληνή κλπ)».

Η ίδια πλάνη κυριαρχούσε στην περιοχή μας για … Βλαχόφωνους … Καραγκούνηδες και πριν από σαράντα ένα χρόνια, όταν δεν υπήρχε διαδίκτυο και ευρύτερη όπως σήμερα παιδεία και ενημέρωση. Στο τεύχος 48 (Ιανουάριος – Απρίλιος 1976) του περιοδικού «Νιοχώρι» δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Θανάση Κοντοπάνου «Περί Βλάχων – Καραγκούνηδων» στο οποίο ήταν διάχυτη η σύγχυση που κυριαρχούσε κυρίως στη γύρω περιοχή για τους κατοίκους των έξι βλαχοχωριών της Ακαρνανίας, γύρω από το χαρακτηρισμό τους ως «καραγκούνηδων» και τη … «ρουμανική» καταγωγή τους. Στο άρθρο αυτό απάντησε με τεκμηριωμένη επιστολή – ντοκουμέντο ο αείμνηστος Κωσταντίνος Κουτσομπίνας, γιος του Νίκου Κουτσομπίνα και εγγονός του Θύμιου Κουτσομπίνα, ιδρυτών της Παλαιομάνινας. Πολυμαθής και με πληροφορίες από πρώτο χέρι και με πολλά βιβλία και στοιχεία, ο Κωνσταντίνος Κουτσομπίνας έστειλε σχετική επιστολή στο περιοδικό, η οποία δημοσιεύτηκε στο επόμενο τεύχος (49/1976) με την οποία διέλυε την πλάνη αυτή με συντριπτικά ντοκουμέντα, τονίζοντας στο τέλος « αυτά προς αποκατάστασιν τη αληθείας».

 

Οι… «Καραγκούνηδες» της Ακαρνανίας μιλούν και… αλβανικά!

Αλλά, πέρα από τον χαρακτηρισμό των Ελληνόβλαχων της Ακαρνανίας ως … «Βλαχόφωνων Καραγκούνηδων» με την ίδια έκδοση και θεωρίες ενισχύεται και μια άλλη πλάνη, η οποία ρίχνει «νερό στο μύλο της προπαγάνδας» και κάνει κάθε γείτονα … Έντι Ράμα να θέλει, μετά την Ακρόπολη, δική του και την … Αιτωλοακαρνανία και όλη την … Ελλάδα! Εκεί, λοιπόν, αναφέρεται ότι οι … «Βλαχόφωνοι … Καραγκούνηδες» της Ακαρνανίας είναι τρίγλωσσοι, δηλαδή μιλούν ελληνικά, βλάχικα και αλβανικά. Αλλά, ηχηρότατη απάντηση σε αυτή την εξωφρενική αντίληψη δίνει πάλι ο Βάϊγκαντ, ο οποίος στο δεύτερο τόμο του βιβλίου που αναφέρθηκε πιο πάνω και στη σελίδα 229 αναφέρει τα εξής: «… Μιάμιση ώρα από τα Όχθια βρίσκεται το χωριό Κατσαρός, πού πήρε το όνομά του από τον τσέλιγκα. Αυτός δεν ήταν στο σπίτι και έτσι μας πήγαν στο χάνι. Εκεί μαζεύτηκαν οι άντρες που είχαν παρατηρήσει εδώ και πολύ καιρό τον ερχομό μας στην πεδιάδα και που τώρα ήταν περίεργοι να μάθουν «ποιού είναι αυτοί οι ξένοι». Εγώ τους μίλησα μόνο ελληνικά, ενώ με το συνοδό μου μίλησα αλβανικά, που αυτοί θεωρούσαν φράγκικη γλώσσα και έτσι ευχαριστήθηκα που μπόρεσα να ακούσω ότι λένε στη μητρική τους γλώσσα, χωρίς καμιά ντροπή από μένα, αφού δεν είχαν ιδέα ότι καταλάβαινα τα αρωμουνικά. Κάποιοι νόμισαν ότι έχω προσληφθεί στα έργα που γίνονταν κοντά για τα τραίνα. Άλλοι πάλι νόμισαν ότι θέλω να επιβάλω καινούργιους φόρους. Αυτοί οι τελευταίοι θύμωσαν ιδιαίτερα μαζί μου και μού μίλησαν απειλητικά …». Δηλαδή, ο … «τρίγλωσσοι» «Βλαχόφωνοι Καραγκούνηδες» Κατσαριώτες, που «μιλούσαν» κατά τον συγγραφέα και μερικούς παρουσιαστές και … αλβανικά, όχι μόνο δεν καταλάβαιναν τη συζήτηση, αλλά νόμιζαν ότι και μιλούσαν … φράγκικα! Το απόσπασμα αυτό του Βάιγκαντ επιβεβαιώνεται και από μακρύ κατάλογο εκατό τοπωνυμίων της Παλαιομάνινας από τα οποία προκύπτει ότι κανένα δεν έχει τούρκικη ή σλάβικη ή αλβανική ονομασία. Όλα σχεδόν είναι στα βλάχικα και πήραν την ονομασία τους από ξωκλήσια, αρχαιολογικά μνημεία, ιδιοκτήτες των αντίστοιχων περιοχών, από ζώα (πρόβατα, βόδια, γαϊδούρια), κλέφτες και γεωγραφικό ανάγλυφο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η περιοχή αυτή της Ακαρνανίας κατοικούνταν και πριν από την εγκατάστασή των Ριμένων στα σημερινά χωριά τους αποκλειστικά και μόνο από τους ίδιους Έλληνες βλαχοποιμένες. Υπάρχει ένα μόνο τοπωνύμιο στη σλάβικη γλώσσα («λούτσα»), αλλά κι αυτή προ πολλού είχε και έχει ενταχθεί στο ελληνικό λεξιλόγιο.

Υπενθυμίζεται ότι φωτισμένος Ελληνόβλαχος φιλόλογος Κων. Νικολαϊδης στο μνημειώδες έργο του «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής Γλώσσης», αναφέρει ότι από τις 6.657 κουτσοβλάχικες λέξεις του Λεξικού οι 2.605 κατάγονται από την ελληνική (από δική μας έρευνα με ντοκουμέντα προκύπτει ότι μισές από τις λατινικές αυτές λέξεις ή γύρω στις 1.300, είναι αρχαιοελληνικές, δηλαδή μυκηναϊκές και ομηρικές, αφού, ως γνωστόν, η Λατινική αντέγραψε απλώς τη μυκηναϊκή και ομηρική, 3.460 από την ελληνική (και συνεπώς με την προσθήκη των παραπάνω 1.300 ο αριθμός διαμορφώνεται σε 4.500!), 150 μόνο από την αλβανική και 185 από τη σλαβική.

 
Πάνω φωτογραφία: Οι ιδρυτές της Παλαιομάνινας και Γουριώτισσας, Κουτσομπίνας και Κατσαρός
Κάτω φωτογραφία: Ο ιδρυτής της Παλαιομάνινας, Νικόλαος Κουτσομπίνας

 

Ως Μεσολογγίτη και άγρια φορολογούμενο (γνήσιο) Έλληνα πολίτη όχι μόνο δεν με καθησύχασαν οι «ηρωικές» δηλώσεις του υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Πάνου Καμμένου για τα γειτονικά «φίδια που τρέφουμε στον κόρφο μας» επί 26 χρόνια, αλλά μού προκάλεσαν αγανάκτηση, απογοήτευση και προβληματισμούς για το μέλλον αυτής της χώρας, έτσι όπως κατάντησε από μέτρα, παραλείψεις, αποφάσεις και «πονοψυχίες» τα τελευταία τριάντα κυρίως χρόνια. Κι ας μην τολμήσουν να με κατηγορήσουν μερικοί «ευαίσθητοι» για «ξενοφοβία».

Διότι, ως Μεσολογγίτης αισθάνθηκα τη μέγιστη ντροπή να βεβηλώνουν δεδηλωμένοι μάλιστα εχθροί του έθνους και σε ελληνικό στρατόπεδο το ιερό χώμα, την Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου, όπου, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», μεταξύ των οποίων και οι παππούδες μου και αγωνιστές από τη μακρινή ακόμα Σαμαρίνα, στις 10 Απριλίου του 1826 έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα, για την ελευθερία της πατρίδας. Εκεί, στο ίδιο ιερό χώμα, «επτά», που μπορεί να είναι 107 ή δεκάδες επτά ή χιλιάδες επτά τέτοια αλβανικά και άλλα «φίδια» που τρέφουμε στον κόρφο μας, προκλητικά δηλώνουν ότι δεν είναι Έλληνες, αλλά εθνικιστές, εχθροί, Αλβανοί.

Η κορύφωση μάλιστα αυτής της επαίσχυντης εικόνας για τη χώρα μας είναι η δήλωση του κ. Καμμένου δήλωσε ότι «όποιος δεν αισθάνεται Έλληνας να αφήσει την ελληνική υπηκοότητα». Και σίγουρα έσκασαν στα γέλια οι επτά ή οι δέκα επτά ή οι χίλιοι επτά «αετοί» ή παρόμοια «φίδια». Έσκασαν στα γέλια για πολλούς λόγους. Κατ΄ αρχάς, που θα βρούνε αλλού τέτοια κορόιδα που θα τους προσφέρουν δωρεάν μαιευτήρια, δωρεάν νοσοκομεία, δωρεάν φάρμακα, δωρεάν πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, δωρεάν σχεδόν μετακίνηση με τα λεωφορεία, αφού τις ζημιές πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι, μεροκάματα για να στέλνουν στην πατρίδα καθαρά τα ευρώ τους;

Όχι, δεν υποστηρίζω ότι όσοι βρίσκονται στη χώρα μας και εργάζονται τίμια είναι όλοι «φίδια στον κόρφο». Αλλά, όταν ο ίδιος ο υπουργός Εθνικής Άμυνας (και δυστυχώς κανένας άλλος) επισημαίνει ότι η "ομάδα των εφτά" είναι μέλος του σχεδίου αναβίωσης του αλβανικού εθνικισμού, ότι υπάρχει σε εξέλιξη σχέδιο αναβάθμισης του αλβανικού εθνικισμού, κάτι που φαίνεται άλλωστε και από τις πρόσφατες δηλώσεις του αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα για τους Τσάμηδες», τι πρέπει να γίνει; Και να υπενθυμίσω ότι το σχέδιο αυτό φάνηκε ακόμα και στα ελληνικά γήπεδα με ανάλογη συμπεριφορά Αλβανού ποδοσφαιριστή, ο οποίος εξακολουθεί να παίζει και να αμείβεται από ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα, σαν να συνέβη τίποτε!

Θα περίμενα αντιδράσεις και από το Δήμο της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου με επίμονη απάιτηση να εγκαταλείψουν ως βέβηλοι οι επτά αυτοί Αλβανοί τον ιερό αυτό χώρο και να τους πάνε εκεί όπου τους ταιριάζει, όχι πάντως στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Μεσολογγίου.

Δημήτρης Στεργίου

 

Σελίδα 12 από 14

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία