Αγγελίες    Επικοινωνία

Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα: Από «παραμύθι» τώρα... «δαιμονοποίηση»!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Του Δημήτρη Στεργίου

Ελπίζουμε ότι και οι τεχνοκράτες υπουργοί της νέας κυβέρνησης δεν θα αχρηστεύσουν ένα αναγκαίο για υπερχρεωμένη χώρα διαρθρωτικό μέτρο από την εγκληματική αδυναμία να εφαρμόσουν μιαν αποτελεσματική δημοσιονομική στρατηγική για περιορισμό της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας και εξασφάλιση εσόδων, μπροστά στα οποία ωχριούν τα υψηλά ποσά του πρωτογενούς πλεονάσματος

Ελπίζουμε ότι οι τεχνοκράτες αρμόδιοι υπουργοί της νέας κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη θα επανεξετάσουν το θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία από «παραμύθι» μετά το 1996, δαιμονοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε σημείο μάλιστα να επιδιώκεται, σε συμφωνία με τους δανειστές, η μείωσή τους! Αλλά, τα πρωτογενή πλεονάσματα για μια χώρα με χρέος σε ιλιγγιώδη επίπεδα, στο 181,1% του ΑΕΠ (αρνητικό ρεκόρ όλων των εποχών) αποτελούν, όπως και οι αποκρατικοποιήσεις, η σωστή δημοσιονομική πολιτική και η ισχυρή ανάπτυξη, αναγκαίο διαρθρωτικό μέτρο, αρκεί να λειτουργεί σωστά η οικονομία, να μη κατασπαταλώνται οι εθνικοί πόροι σε επιδόματα και σε επιχορηγήσεις γαλαξία ζημιογόνων δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και υπηρεσιών. Δηλαδή, η εξασφάλιση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων έπρεπε να επιδιωκόταν από κάθε κυβέρνηση υπερχρεωμένης χώρας, ακόμα κι αν δεν επιβαλλόταν από … Μνημόνια!

Δυστυχώς, μετά το 1996 και επί ολόκληρη εξαετία (1996- 2001) και τα τελευταία χρόνια (2017 και 2018), όταν εξασφαλίσθηκαν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, αυτό το διαρθρωτικό μέτρο δεν είχε τα ανάλογα αποτελέσματα στο χρέος ή, τουλάχιστον, δεν επέδρασε ανάλογα στη μείωση του χρέους και εξελίχθηκε σε «παραμύθι», που διεκδικεί μάλιστα παγκόσμια ιδιαιτερότητα, καθώς στην ελληνική οικονομία κακοποιήθηκε ένας ακόμα οικονομικός νόμος και γίνεται το … εντελώς αντίθετο! Διότι, πράγματι, σε υγιείς οικονομίες, δηλαδή σε οικονομίες που λειτουργούν χωρίς μακροοικονομικές ανισορροπίες και χρόνιες στρεβλώσεις, η εξασφάλιση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων (κρατικά έσοδα μείον κρατικές δαπάνες) συμβάλλει στη δραστική μείωση του δημόσιου χρέους σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.

Σε επίρρωση της του χαρακτηρισμού του πρωτογενούς πλεονάσματος στην Ελλάδα ως «παραμυθιού» υπενθυμίζουμε ότι κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του ο Κώστας Σημίτης υπερδιπλασίασε το δημόσιο χρέος της χώρας μας, ενώ ,αν είχε αξιοποιηθεί το προκλητικά τότε ευνοϊκό περιβάλλον (υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, υψηλά έσοδα από αποκρατικοποιήσεις και χαμηλό κόστος δανεισμού) και δεν έδινε όλα αυτά για τη λειτουργία και συντήρηση κυρίως ζημιογόνων δημόσιων επιχειρήσεων, θα είχε συρρικνωθεί στο 60% του ΑΕΠ το 2003… Κι όμως, εκτοξεύθηκε τον ίδιο χρόνο στο 107,8% του ΑΕΠ!!! Δηλαδή, ο κ. Σημίτης, «φούσκωσε» ως πρωθυπουργός από το 1996 έως το Μάρτιο του 2004, το δημόσιο χρέος, ενώ έπρεπε να το είχε μειώσει δραστικά. Διότι κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του κ. Σημίτη το ελληνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον ήταν προκλητικά ευνοϊκό για τη μείωση του χρέους. Δηλαδή, όλοι οι παράγοντες που συμβάλλουν στη σημαντική μεταβολή του χρέους ήταν ευνοϊκότατοι, όπως το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, η υψηλή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, τα υψηλά σχετικά έσοδα από αποκρατικοποιήσεις και το σχετικά χαμηλό κόστος δανεισμού ιδιαίτερα μετά 2001. Συγκεκριμένα:

  1. Το πρωτογενές πλεόνασμα είχε διαμορφωθεί από το 1996 έως το 2002 σε υψηλά επίπεδα και κυμαινόταν μεταξύ 2,9% του ΑΕΠ και 7,2% του ΑΕΠ . Μόνο το 2003 το πρωτογενές πλεόνασμα συρρικνώθηκε στο1,4% του ΑΕΠ.
  2. Σε υψηλά επίπεδα ανέρχονταν και οι ρυθμοί αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο, αφού κυμαίνονταν μεταξύ 6,5% και 10,7%!
  3. Το κόστος δανεισμού από το 1996 άρχισε να συρρικνώνεται συνεχώς και από 10,% του ΑΕΠ μειώθηκε σταδιακά στο 5% το 2003.
  4. Τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις ανήλθαν την περίοδο 1096 – 2003 σε 15,4 δις. ευρώ.

Παρά τις προκλητικά αυτές ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, ο κ. Σημίτης ως πρωθυπουργός αύξησε στο χρέος κατά 83,1 δις. κατά τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος ή κατά 93,2 δις. ευρώ κατά τις δικές μας εκτιμήσεις, οι οποίες στηρίζονται και στην αναθεώρηση στοιχείων της Eurostat το 2004 και για το χρέος, στο οποίο ενέταξε ποσά κυρίως για τις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς. Έτσι, από 85,6 δις. ευρώ το 1995 το χρέος διαμορφώθηκε σε 169 δις ευρώ το 2003 ή κατά 97,1%, δηλαδή σχεδόν το διπλασίασε! Με βάση τις εκτιμήσεις μας από τις μεταβολές του χρέους σε απόλυτους αριθμούς κατά την περίοδο 1996 – 2003, το χρέος κατά την περίοδο αυτή αυξήθηκε κατά 93,2 δις. ευρώ ή κατά 108%, δηλαδή υπερδιπλασιάσθηκε.

Πέρα από τη δραματική αυτή εξέλιξη του δημόσιου χρέους σε απόλυτους αριθμούς κατά την πρωθυπουργία του κ. Σημίτη, μηδενική σχεδόν ήταν και η πρόοδος στη διαμόρφωση του ΑΕΠ ως ποσοστό του ΑΕΠ. Όπως προκύπτει από τον παρατιθέμενο πίνακα, ο οποίος βασίζεται σε στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, , όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια μετά την προσθήκη των αναθεωρημένων στοιχείων της Eurostat το 2004 για το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, ο κ. Σημίτης παρέλαβε το 1996 από την προηγούμενη κυβέρνησή του ΠΑΣΟΚ ή από τον εαυτόν του ένα χρέος που το 1995 ήταν 108,7% του ΑΕΠ το 1995 κατά την Τράπεζα της Ελλάδος ή 110,1% κατά άλλα επίσημα στοιχεία και το παρέδωσε στο 97,4% του ΑΕΠ κατά την Τράπεζα της Ελλάδος. Σύμφωνα όμως με δικές μας εκτιμήσεις που λαμβάνουν υπόψη τις αναθεωρήσεις της Eurostat για τα έτη 2000-2003, ο κ. Σημίτης διαμόρφωσε το δημόσιο χρέος στο 109,9% του ΑΕΠ.

 Τα αίτια της κακοδαιμονίας αυτής αναζητούνται στη συμφορά της λειτουργίας και συντήρησης ζημιογόνων δημόσιων επιχειρήσεων, οι οποίες εξανέμιζαν κάθε σχεδόν χρόνο την ευνοϊκή συμβολή των πρωτογενών πλεονασμάτων, του υψηλού ονομαστικού ΑΕΠ, των υψηλών εσόδων από αποκρατικοποιήσεις και το χαμηλό σχετικά κόστος δανεισμού, όπως προκύπτει από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος

Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε όλες τις εκθέσεις της δημοσιεύει ανάλυση των μεταβολών του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ καθώς και τους παράγοντες που συμβάλουν στις μεταβολές αυτές. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η συμβολή κυρίως της ανάληψη χρέους και άλλων δαπανών δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, η οποία εκφράζεται με τον όρο «προσαρμογή ελλείμματος – χρέους» ήταν πάντοτε θετική, δηλαδή ενίσχυε την αύξηση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ ή εξανέμιζε τη μειωτική συμβολή των άλλων παραγόντων που προαναφέρθηκαν. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι δαπάνες ή η ανάληψη υποχρεώσεων κυρίως δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών που, ενώ δεν επηρεάζουν το έλλειμμα, αυξάνουν το δημόσιο χρέος, καθώς και τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες δεν επηρεάζουν το έλλειμμα αλλά μειώνουν (θα πρέπει να μειώνουν κανονικά) το χρέος, το ενίσχυσαν κατά την περίοδο αυτή σωρευτικά κατά …. 33,1 εκατ. μονάδες. Την ίδια περίοδο οι άλλοι παράγοντες (πρωτογενές πλεόνασμα, ονομαστικό ΑΕΠ και κόστος δανεισμού συρρίκνωναν το χρέος κατά 35,7 εκατ. μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το δημόσιο χρέος του 2003 θα έπρεπε να είχε μειωθεί κατά 35,7 εκατ. μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο του 1995 ή να είχε διαμορφωθεί στο 61,7%, που είναι κοντά στο κριτήριο του Μάαστριχτ (60% του ΑΕΠ).

Επίσης, με βάση δικές μας εκτιμήσεις οι σωρευτικές δυσμενείς επιδράσεις των αναλήψεων χρεών, υποχρεώσεων και δαπανών κυρίως δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών κατά την ίδια περίοδο ανέρχονται σε 39 εκατ. μονάδες, που σημαίνει, χωρίς τα «βερεσέδια» αυτά, το δημόσιο χρέος του 2003 θα έπρεπε, αν λειτουργούσε σωστά η ελληνική οικονομία, να είχε διαμορφωθεί σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ (60,9% του ΑΕΠ).

Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του κ. Σημίτη αποδείχθηκαν συμφορά για την ελληνική οικονομία τα εκλογικά ή προεκλογικά έτη, όπως το 1996, το 2000 και το 2003. Μόνο κατά τα έτη αυτά το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 45 δις. ευρώ!

Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε και το 2011 και το 2013, όταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών, συνεχώς, σε κάθε ομιλία του, σε συνεντεύξεις Τύπου, σε δηλώσεις, επαναλάμβανε ότι το 2013 ο κρατικός προϋπολογισμός θα παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα μετά από πολλά χρόνια και ότι έτσι θα μειωνόταν το δημόσιο χρέος! Πράγματι, μετά την οριστικοποίηση και από την Eurostat του του πρωτογενούς πλεονάσματος των 1,5 δις. ευρώ το 2013, δηλαδή ύστερα από … επτά χρόνια, θα περίμενε κανείς ότι θα μειωνόταν ανάλογα και το χρέος. Αμ δε!

Το «παραμύθι» του «σωτήριου» πρωτογενούς πλεονάσματος για το χρέος συνεχίσθηκε και επί κυβέρνησης Τσίπρα με τις γνωστές διθυραμβικές δηλώσεις για τη σημαντική υπέρβαση του στόχου για το «αιματοβαμμένο» πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% του ΑΕΠ ή 6,9 δις. ευρώ το 2016. Και η μείζων αντίφαση στην «περιχαρή» αυτή εξέλιξη είναι ότι η Ελληνική Στατιστική Αρχή ( ΕΛΣΤΑΤ) την ίδια στιγμή ανακοίνωσε ότι το ύψος του ακαθάριστου ενοποιημένου χρέους αυξήθηκε στα 314,9 δισ. ευρώ (179% του ΑΕΠ), έναντι 177,4% το 2015, ενώ έπρεπε να είχε μειωθεί από ένα τόσο μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα! Δηλαδή, το 2018 πήγαν χαράμι και το «ματωμένο» πρωτογενές «πλεόνασμα» και η μικρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ. Και πήγαν χαράμι το «πρωτογενές πλεόνασμα» και η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ το 2018, διότι το χρέος, όπως αναφέρθηκε, αυξήθηκε κατά 4,9 εκατ. μονάδες, ενώ θα έπρεπε να μειωνόταν τουλάχιστον κατά 5,8 ποσοστιαίες μονάδες, δηλαδή από 176,2 ποσοστιαίες μονάδες να συρρικνωνόταν στις 170,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Τι έγινε πάλι; Μα αυτό που γίνεται επί δεκαετίες, δηλαδή η σπατάλη, της οποίας μάλιστα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2018 έσπασε όλα τα αρνητικά ρεκόρ σε περίοδο των Μνημονίων, δηλαδή 2010-2018. Όπως προκύπτει από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (Έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το έτος 2018, σελίδα 180), το 2018 οι δαπάνες ή ανάληψη χρεών κατέρριψαν όλα τα ρεκόρ της μνημονιακής περιόδου και επεβάρυνε το χρέος με πάνω από 10 ποσοστιαίες μονάδες, που αποτελεί επίσης νέο αρνητικό ρεκόρ περιόδου!

Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα με περιορισμό της φοροδιαφυγής και παραοικονομίας

Αυτή είναι η μια «σκοτεινή» πλευρά των παρεξηγημένων υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Υπάρχει και μια άλλη «σκοτεινότερη», η οποία προκαλεί τη διαμονοποίησή τους και το εξορκισμό τους: η εγκληματική αδυναμία όλων των κυβερνήσεων να εφαρμόσουν μιαν ορθή, αποδοτική, σωτήρια και αποτελεσματική στρατηγική, η οποία θα αντιμετωπίσει όλες τις «αθάνατες» στρεβλώσεις, διαρθρωτικές αδυναμίες, αντινομίες και ανισορροπίες που οδήγησαν το πολιτικό σύστημα στην ανυποληψία και τη χώρα στην καταστροφή. Και να προλάβω μιαν εύλογη παρατήρησή σας ότι όλα αυτά που αναφέρω είναι γενικά και αφηρημένα, παραθέτω τη «Στρατηγική» που εφαρμόζουν άλλες χώρες που έχουν εντυπωσιακές επιδόσεις και παρατηρήσεις και προτάσεις διεθνών οργανισμών, οι οποίες «υιοθετούνται» ασμένως» από τις ελληνικές κυβερνήσεις για να παίρνουν τις δόσεις των χρηματοδοτικών προγραμμάτων , έστω και ύστερα από μερικές τάχα «εμπλοκές»:

-Ενώ από μελέτη πάλι του ΟΟΣΑ προέκυπτε ήδη από το 2011 ότι η ύφεση, η μείωση των αποδοχών, η μείωση της απασχόλησης, η αύξηση της ανεργίας επέδρασαν αρνητικά στα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων, με αποτέλεσμα να απαιτούνται πρόσθετες κρατικές ενισχύσεις, συνεχίζονταν και συνεχίζονται τα μέτρα λεηλασίας του οικογενειακού εισοδήματος και ο φορομπηχτισμός για να καλύπτονται οι σπατάλες!.

--Εάν η Ελλάδα πετύχει τη μέση αποδοτικότητα των χωρών του ΟΟΣΑ, δηλαδή 0,71, τότε θα είχε υψηλότερες ετήσιες εισπράξεις ΦΠΑ ύψους περίπου 9,8 δις. ευρώ ή 4,6% του ΑΕΠ για τα οποία συνεχώς όλα τα επόμενα χρόνια έως σήμερα, επειδή είμαστε ανίκανοι να εισπράττουμε ΦΠΑ, γίνονται περικοπές μισθών και συντάξεων χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα για την ελληνική οικονομία και το χρέος!

-Εάν η Ελλάδα προωθούσε τις μεταρρυθμίσεις που υπόσχονταν με τα Μνημόνια, από εμπειρικές μελέτες του ΟΟΣΑ προκύπτει ότι σε βάθος δεκαετίας η χώρα μας θα εξασφάλιζε αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 18% και μια σημαντική συνεισφορά στη μεταβολή του χρέους προς το ΑΕΠ για την περίοδο 2010 – 2013 γύρω στο 62% του ΑΕΠ και στη επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος από το επόμενο έτος.

-Εάν η Ελλάδα εφάρμοζε με συνέπεια το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, εκτιμάται ότι μέχρι το 2020 το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα μπορούσε να αποκλιμακωθεί κατά τουλάχιστον 20 εκατοστιαίες μονάδες! Και για να επισημανθεί το μέγεθος των εγκλημάτων αυτών υπενθυμίζω την απόφαση - χάρη του τελευταίου Eurogroup στις 5 Δεκεμβρίου 2016, δηλαδή ύστερα από έξι χρόνια, για ελάφρυνση του δημόσιου χρέους κατά 20% έως το … 2060. Ε, δεν πάει άλλο. Στη φυλακή, λοιπόν, για διαρκές έγκλημα…

-Ενώ το δημογραφικό πρόβλημα παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις και γίνεται μείζον εθνικό, οι οικογένειες με παιδιά τιμωρούνται στην Ελλάδα! Αυτό προκύπτει από τη μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για τη φορολογία σε οικογένεια στην οποία εργάζεται ο ένας γονιός με δύο παιδιά, όπου διαπιστώνονται οι υψηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις μεταξύ των 34 χωρών του Οργανισμού. Αυτή η διαπίστωση ισχύει ήδη από το 1992!

- Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του ΟΟΣΑ, όπου η φορολογική επιβάρυνση μιας οικογένειας με παιδιά είναι υψηλότερη κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με τα φορολογικά βάρη που επωμίζεται ένας άγαμος εργαζόμενος χωρίς παιδιά, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κράτη του ΟΟΣΑ, όπου η φορολογική επιβάρυνση των νοικοκυριών με δύο παιδιά είναι κατά εννέα ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη σε σχέση με τον άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά.

-Στην Ελλάδα, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης εργαζομένων και εργοδοτών αντιπροσωπεύουν το 83% της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης σε σύγκριση με το 63% του συνολικού μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Αν με όλα αυτά περιμένουμε ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας και άμεση αντιμετώπιση του εφιαλτικού δημογραφικού προβλήματος, είμαστε βαθιά … νυχτωμένοι…

-Οι εισφορές και οι φόροι είναι από τους υψηλότερους (60%) τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), με οδυνηρές συνέπειες στις επενδύσεις και την προώθηση της ανάπτυξης.

-Με την υψηλή φορολογία, μετά τα νοικοκυριά, εξοντώθηκε όλη η οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα, με την ύφεση να «τσακίζει κόκαλα» και τα «περήφανα γερατειά» να εξωθούνται συνεχώς στο περιθώριο.

-Από τις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1990 δεν υπήρχαν περιθώρια για επιβολή νέων φόρων ή αύξηση υφισταμένων, αλλά, δυστυχώς, συνεχώς έως και σήμερα τα φοροεισπρακτικά μέτρα «πάνε σύννεφο», γονατίζοντας έτσι οικονομία και νοικοκυριά. .

-Ούτε το φορολογικό σύστημα της χώρας ούτε οι φορολογικοί συντελεστές διαφέρουν σημαντικά από τα αντίστοιχα συστήματα και τους συντελεστές στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, τα έσοδα του ευρύτερου κυβερνητικού τομέα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, υπολείπονται του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 8 εκατοστιαίες μονάδες, λόγω της εκτεταμένης φοροδιαφυγής , η οποία στη χώρα πάει … σύννεφο, σε πείσμα της ψήφισης πάνω από 3.500 νόμους από την ελληνική Βουλή και της έκδοσης πάνω από 115.000 υπουργικές αποφάσεις μετά το 1975. Δηλαδή, το ελληνικό Δημόσιο χάνει κάθε χρόνο έως και 16 δις. ευρώ (21 δις. ευρώ κατά τον Γιώργο Αλογοσκούφη!), τα οποία θα υπερκάλυπταν τις ετήσιες δαπάνες για μισθούς και συντάξεις στον τομέα αυτό!

-Για να αντιμετωπιστεί η φοροδιαφυγή και να συρρικνωθεί στα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να γίνουν να γίνουν, όπως προτείνει συνεχώς η Τράπεζα της Ελλάδος, μερικά «ενοχλητικά» πράγματα: Πρώτον, πρέπει να δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση στον έλεγχο των δημόσιων δαπανών. Δεύτερον, πρέπει να εξασφαλιστεί ουσιαστικός έλεγχος των δαπανών όλων των εκτός κρατικού προϋπολογισμού φορέων του δημόσιου τομέα, για να μειωθούν τα ελλείμματά τους και η επιβάρυνση του προϋπολογισμού με επιχορηγήσεις που αντιστοιχούν σε ένα ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα των συνολικών δαπανών. Τρίτον, απαιτείται μεγαλύτερη πρόοδος στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων του δημόσιου τομέα, για να δημιουργηθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις προς επίτευξη υψηλότερων μακροοικονομικών επιδόσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Αν δεν γίνουν αυτά που ενδεικτικά παρέθεσα το «αύριον ουκ έσσεται πάλι άμεινον»…

Μηδαμινή η επίδραση του πρωτογενούς πλεονάσματος στη μείωση χρέους, λόγω σπατάλης

Έτος

Χρέος (% ΑΕΠ)

Μεταβολές Χρέους (εκατ. μονάδες

Πρωτογενές αποτέλεσμα (% ΑΕΠ)

Επίδραση πρωτογενούς αποτελέσματος (εκατ. μονάδες)

1996

111,3

2,6

4,4

-3,1

1997

108,3

-3,0

5,5

-4,2

1998

105,8

-2,4

6,4

-5,3

1999

105,1

-0,7

7,2

-5,4

2000

106,2

1,1

5,2

-5,1

2001

103,7

-2,5

4,3

-2,0

2002

101,7

-2,1

2,0

-0,7

2003

97,4

-4,2

1,4

0,7

2004

98,9

1,4

0,1

2,6

2005

109,0

10,2

0,3

0,7

2006

106,1

-2,9

0,5

1,4

2007

105,1

-1,0

-0,5

1,9

2008

109,4

4,3

-2,0

5,4

2009

129,7

20,3

-7,2

10,1

2010

146,2

16,5

-3,6

5,3

2011

172,1

25,9

-3,1

3,0

2012

159,6

-12,5

-1,8

3,8

2013

177,4

17,8

-2,1

9,1

2014

178,9

1,5

0,4

-0,3

2015

175,9

-3,0

-3,9

2,1

2016

178,5

2,6

3,7

-3,7

2017

176,1

-2,4

3,9

-3,9

2018

181,1

5,0

4,0

-4,1

 

 

 

 

 

 

 

 

Κουφός Βασίλης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία