Αγγελίες    Επικοινωνία

Παλαιομάνινα: Μία ασβεστωμένη επιβλητική «καστροπολιτεία»…

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Του Δημήτρη Στεργίου

Όλα σχεδόν τα σπίτια σε όλο το χωριό που χτίστηκαν πριν από πολλές δεκαετίες με όλα τα έθιμα από αρχιμάστορες, δεκάδες επιδέξιους στην τέχνη της πέτρας χτίστες και «πελεκάνους» και μαστορόπουλα (τσιράκια) έχουν παραδοθεί στη μανία του ασβέστη, με τους παρακείμενους λιθόστρωτους να αποτελούν μια απογοητευτική παραφωνία.

Από τότε που γεννήθηκα έως και το 1961 που έμενα στην Παλαιομάνινα ως μαθητής του Δημοτικού Σχολείου και του (εξαταξίου τότε)Γυμνασίου, με εντυπωσίαζαν τα επιβλητικά πέτρινα παραδοσιακά σπίτια, τα οποία, μολονότι τα περισσότερο δεν διακρίνονταν για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική τους (εκτός του αρχιτσέλιγκα Κουτσομπίνα, είχαν μια δωρική λιτότητα και ομορφιά στο χτίσιμο. Αυτή η όμορφη εικόνα ξεθώριασε αργότερα, όταν κατά τις επισκέψεις μου στο χωριό έβλεπα με απογοήτευση να απλώνεται ως επιδημία η «μόδα» του ασβέστη, με τον οποίο καλυπτόταν στην αρχή το κάτω μέρος των σπιτιών και στη συνέχεια επεκτεινόταν στα πελεκημένες πέτρες των παραθύρων και στους τοίχους ολοένα και ψηλότερα. Από αυτή τη μόδα δεν γλίτωσε ούτε το πατρικό μου σπίτι και το συνεχόμενο, πιο πρόσφατο, του θείου Πάνου Στεργίου (για το οποίο θα γράψω πιο κάτω), των οποίων ο αδερφός μου Αριστοτέλης «τους άλλαξε τα φώτα» με λάσπη, ασβέστη και ελαιόχρωμα («εκσυγχρονισμός», γάρ!). Έτσι, μια επιβλητική «καστροπολιτεία» που ήταν το χωριό μας, κυρίως στο πιο πυκνοδομημένο ιστορικό κέντρο φαντάζει τώρα ως μια εικόνα σπιτιών με άσπρους τοίχους ή δίνει την εντύπωση ότι είναι … νησιώτικο τοπίο!

Σε επιβεβαίωση της μελαγχολικής αυτής διαπίστωσης μία φωτογραφία του εντυπωσιακού παραδοσιακού κτιρίου του Χρήστου Γ. Ζώγα, το οποίο κι αυτό δεν γλίτωσε, έστω και σε μικρή έκταση, από τη μανία του ασβέστη. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό κτίριο, που χρησιμοποιήθηκε πολλαπλώς, όπως πριν από μερικές δεκαετίες ως αποθήκη βελανιδόκαρπου και καπνών και που είχα κάνει πρόταση στον ιδιοκτήτη του να το αγοράσει η Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας (είχε τότε αποθεματικά). Ο Χρήστος Ζώγας εντυπωσιάσθηκε από την πρόταση αυτή, αλλά για ειδικούς λόγους δεν υλοποιήθηκε η πρότασή μου. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το παλιό τυροκομείο του χωριού, το οποίο ανακαινίσθηκε από την Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας με δαπάνη 40.000 περίπου ευρώ για να γίνει Λαογραφικό Μουσείο. Οι διαφορές είναι έντονες. Μετά την ανακαίνιση και ιδιαίτερα την αποκατάσταση του πέτρινου τοίχου στην αρχική του μορφή καταδεικνύεται πώς θα γινόταν αποκατάσταση των πέτρινων σπιτιών, κυρίως του ιστορικού κέντρου, στην αρχική επιβλητική τους μορφή με το σύστημα της αμμοβολής και με την ένταξη του έργου σε αντίστοιχο κοινοτικό πρόγραμμα!

Αυτή η αποκατάσταση της «καστροπολιτείας» του χωριού μου θα αποκάλυπτε όλα τα έθιμα και την τεχνοτροπία κατασκευής των σπιτιών αυτών πριν από πολλές δεκαετίες. Μολονότι έχουν περάσει πάνω από 70 χρόνια, η εικόνα της διαδικασίας ανέγερσης ή, καλύτερα, χτισίματος με πέτρα σπιτιού στο χωριό μας είναι έντονη και ανεξίτηλη στο μυαλό μου. Θυμάμαι ότι περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο πατέρας μας και ο θείος μου Πάνος (ήταν τότε αρραβωνιασμένος με τη Ζωή Αντώνου, μετέπειτα θεία μου) και προέκυψε πρόβλημα στέγης. Το πατρικό μου σπίτι, με ένα δωμάτιο και ένα άλλο, με το τζάκι, που ήταν για πάσα χρήση από την εξαμελή οικογένειά μου, δεν προσφερόταν για διανομή μεταξύ των δύο αδερφών, όπως συνήθως γινόταν τότε. Έτσι βρέθηκε η λύση της επέκτασης προς δυσμάς σε ακάλυπτο μέρος με το χτίσιμο νέου σπιτιού.

Πράγματι, με τα έσοδα από την πώληση του κοπαδιού γιδιών, το οποίο δεν μπορούσε πια να «κρατηθεί» άλλο μετά το θάνατο του παππού μου Αντώνη το 1942, άρχισε η διαδικασία ανέγερσης του νέου σπιτιού κολλητά στο παλιό. Τότε δεν χρειάζονταν άδεια από την Πολεοδομία, παρά μόνο η εξασφάλιση της ομάδας των Ηπειρωτών (κυρίως από τα μαστοροχώρια της Ηπείρου) χτιστών, που έμεναν σχεδόν μόνιμα στο χωριό χτίζοντας σπίτια. Ήταν, δηλαδή εκείνοι που έχτιζαν κάστρα και πολιτείες, εκκλησίες με τρούλους και εξάγωνα κωδωνοστάσια σε ένα παιγνίδισμα της δαιμόνιας τέχνης τους. Ακόμα, είναι εκείνοι που έχτιζαν αρχοντικά, βρύσες και δεξαμενές στεγανές, μύλους, φούρνους, πέτρινα πηγάδια, πύργους και υδραγωγεία, γεφύρια μονότοξα και πολύτοξα , τα οποία σήμερα εντυπωσιάζουν ή εκπλήσσουν για τη γηγενή αρχιτεκτονική αισθητική.

Οι ομάδες των χτιστών ήταν συνεκτική και οργανωμένη σε οικογενειακή ή συγγενική (με διάφορες ονομασίες , όπως μπουλούκια, σινάφια, τσούρμο, ή νταϊφάδες) και, συγχρόνως, σε εξειδικευμένη βάση (χτίστες, ξυλουργοί, σιδεράδες, νταμαρτζήδες, κλπ). Οι άνθρωποι των ομάδων αυτών ήταν σκληραγωγημένοι, πανέξυπνοι, παρατηρητικοί, φίλεργοι, οικονόμοι , τίμιοι στις συναλλαγές τους.

Επικεφαλής της ομάδα ήταν ο πρωτομάστορας. Αυτός είχε την ευθύνη όλης της ομάδας, της πληρωμής των μισθών, του κλεισίματος των συμφωνιών, των συμβολαίων, της εύρεσης εργασίας, κ.λ.π. Ο πρωτομάστορας ήταν εργολάβος και εργοδότης και συνέταιρος. Ήταν συνήθως και άριστος πελεκάνος - τεχνίτης της πέτρας. . Εργαζόταν και αυτός συχνά στα θεμέλια της οικοδομής, στις προσόψεις και στις γωνιές που «κλείδωναν» τα αγκωνάρια. Τα θεμέλια της οικοδομής, ήταν πολύ υψηλή υπόθεση για να την αφήσει στους άλλους μάστορες. Οι ανειδίκευτοι εργάτες, τα τσιράκια του μπουλουκιού, έφτιαχναν τη λάσπη και κουβαλούσαν με το πηλοφόρι την ειδική ξύλινη σκάφη. Άλλη εργασία των μαθητευόμενων ήταν να σπάνε και να κουβαλούν με τα ζώα τις πέτρες, ασβέστη και άμμο, αγκωνάρια ή πρέκια (ανώφλια) και κατώφλια για πόρτες και παράθυρα, και να μαθαίνουν κοντά στους μαστόρους την τέχνη.

Οι πελεκάνοι ήξεραν τις ιδιοτροπίες του υλικού και πως να το χειριστούν, φτιάχνοντας αριστουργήματα. Ο πρωτομάστορας έδινε σε γενικές γραμμές το σχέδιο του σπιτιού σε συνεργασία με τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη. Κυρίως όμως, έπρεπε να είναι καλός στο κουμάντο. Ακολουθούσαν οι τεχνίτες και οι κάλφες (τα τσιράκια). Την ιεραρχία μπορούσε κάποιος να την διαβεί σταδιακά. Η προαγωγή από τη μία βαθμίδα στην επόμενη γινόταν πάντα υπό την αυστηρή επίβλεψη του πρωτομάστορα. Ένα μπουλούκι περιελάμβανε διάφορες ειδικότητες: Πελεκάνος, Χτίστης, Νταμαρτζής ή Μαντεμτζής, Ταβανατζής ή ταβαντζής (μαραγκός), Ασβεστάς, Σκαλιστής, Μπογιατζής, Τσιράκι (Λασποπαίδι). Οι μαραγκοί ήταν αυτοί οι οποίοι έφτιαχναν οποιαδήποτε ξύλινη κατασκευή του κτιρίου (πατώματα, ταβάνια, παράθυρα, πόρτες, έπιπλα, κ.λ.π.). Αν δεν υπήρχαν σκαλιστάδες έκαναν και τα σκαλίσματα. Σημαντικό στοιχείο του μπουλουκιού ήταν και τα ζώα (μουλάρια), τα οποία χρησίμευαν για τη μεταφορά των υλικών (πέτρες από το νταμάρι) και συνόδευαν την ομάδα.

Δούλευαν στους διατεταγμένους χώρους της εργασίας από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση, πότε χωρίς φαΐ, που ήταν πάντα υπολογισμένο στο μεροκάματό τους. Δούλευαν με τα υλικά που είχε κάθε τόπος και το αυτοσχέδιο λατομείο. Δούλευαν περιοδικά από τις αποκριές μέχρι το Νοέμβρη, οπότε και γύριζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Οι περισσότεροι ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή μηχανική γνώση. Και όμως ο πρωτομάστορας ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου.

 Οι μαστόροι εκτός από τα εργαλεία τους έριχναν στο δερμάτινο σάκο τους το τσόκι, το σφυρί, που στα διαλείμματα της δουλειάς το περνούσαν στο ζωνάρι. Το τσόκι ήταν το πρώτο εργαλείο που κληροδοτείται από πατέρα σε παιδί, συμβολίζοντας τη μετάβαση της τέχνης από τη μια γενιά στην άλλη. Στον ριμένικο λόγο το λέμε «τσόκου», η οποία παράγεται από την αρχαία ελληνική λέξη «τυκάνιον» και το βυζαντινό ρήμα «τσουκανίζω»!

Τα έθιμα

Όταν, λοιπόν, εξασφαλίσθηκε αυτή η πολυπληθής ομάδα άρχισε το χτίσιμο του νέου σπιτιού του θείου μου Πάνου Στεργίου. Η διαδικασία άρχιζε με το σκάψιμο των θεμελίων. Όταν οι χτίστες τελείωναν το σκάψιμο των θεμελίων και τοποθετούσαν το πρώτο αγκωνάρι σφάζανε ένα ζώο για το καλό). Στο χωριό συνήθως έσφαζαν έναν κόκορα. Καμιά φορά έσφαζαν τέσσερις κόκορες, στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, για να στεριώσει καλύτερα. Από το σφαγμένο ζώο δεν έτρωγαν ποτέ οι νοικοκύρηδες του σπιτιού (το είχαν για κακό) . Έτρωγε μόνο η ομαδα! Συχνά έριχναν και νομίσματα, χάλκινα ή ασημένια, πάνω στα θεμέλια για να βροντίσουν τα καλορίζικα. Τα νομίσματα τα έπαιρνε (βεβαίως, βεβαίως!) ο πρωτομάστορας (αφού άφηνε μερικά στα θεμέλια!). Σημειώνω ότι όσο καιρό διαρκούσε η θεμελίωση του σπιτιού, οι νοικοκυραίοι δεν κοιμόντουσαν από φόβο μήπως εχθροί τους ρίξουν μάγια στα θεμέλια. Φρουρούσαν το σπίτι νύχτα – μέρα!

Μετά την ολοκλήρωση, βραδέως αλλά ασφαλώς, του χτισίματος του σπιτιού, ακολουθούσε η κατασκευή της στέγης με ένα συναρπαστικό έθιμο, που λεγόταν «μανδηλώματα». Τοποθετούσαν στην κορυφή της στέγης έναν πρόχειρο σταυρό στολισμένο με λουλούδια και με σημαία ή μεγάλο μαντήλι ή τσεμπέρι. Τότε, έρχονταν οι συγγενείς και φίλοι καθένας πρόσφερε πουκάμισα, μαντήλια, κάλτσες, τρόφιμα, κρασί, και αφού μαζεύονταν όλοι ανέβαινε ένας μάστορας στη στέγη και φώναζε για τον καθένα ονομαστικά ορισμένους στίχους. Πρώτα ο νοικοκύρης έριχνε τόσα μαντήλια, όσοι ήταν οι μάστοροι που δούλευαν. Ακολουθούσαν οι συγγενείς του νοικοκύρη και από συμπάθεια ή ντροπή όλο σχεδόν το χωριό. Στην κορφή της στέγης οι μάστοροι τέντωναν ένα σχοινί, από τη μια άκρη στην άλλη (…) και εκεί κρέμαγαν τα μπαξίσια τα διαλαλούσε ο πρωτομάστορας τραγουδιστά και «την τελευταία συλλαβή κανοναρχούσε σαν τραγούδι, αλλά την τελευταία λέξη τη φώναζαν εν χορώ όλοι οι μάστοροι, που έπαιρναν θέσεις γύρω-γύρω στη στέγη, κρατώντας τα σφυριά ή σκεπάρια, και μόλις πρόφερε τ’ όνομά του δωρητού άρχιζαν όλοι μαζί ρυθμικά και δυνατά κτυπήματα στα ξύλα της στέγης (…). Τα μαντήλια τα μοίραζαν μεταξύ τους οι μαστόροι, εκτός από το καλύτερο που το έδιναν στον πρωτομάστορα, ενώ στα άλλα έριχναν κλήρο! Επίσης, οι συγχωριανοί και οι συγγενείς πρόσφεραν και γλυκά, όπως τηγανίτες και το ριμένικο μπακλαβά (πίτε ντι νιέρι», του οποίου η παρασκευή απαντάται στα ομηρικά έπη με την αρχαία ονομασία «πλακούς»!!!

Σημειώνω ότι το τελείωμα του σπιτιού συνοδευόταν από το έθιμο να παραθέτει ο ιδιοκτήτης πλούσιο γεύμα στους μαστόρους και τους συγγενείς, το οποίο αποτελούνταν κυρίως από κοψίδια (αρνί ψητό, κοκορέτσι, σπληνάντερο) ή το περίφημο ριμένιο γαμήλιο φαγητό (προβατίσιο κρέας σε σάλτσα με χοντρά μακαρόνια).

Ολοκληρώνω το σημείωμα αυτό με δύο χριστιανικούς συμβολισμούς (την πίστη των Ριμένων στη χριστιανική θρησκεία) και ένα αρχαιοελληνικό έθιμο. Δηλαδή με εκείνο του αγιασμού κατά τη θεμελίωση και του ξύλινου σταυρού στη στέγη και, παράλληλα, την αλεκτοροθυσία, η οποία, με τη μορφή κι άλλων ζώων και ανθρώπων σε μερικές περιπτώσεις (βλέπε τη θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα και το δημοτικό τραγούδι «το Γιοφύρι της Άρτας») αποτελούσε βασικό στοιχείο για την αίσια έκβαση ή ολοκλήρωση ενός μεγάλου έργου!

Κουφός Βασίλης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία