Αγγελίες    Επικοινωνία

Παρακαταθήκες για τους νέους: Η κατάρα του εμβληματικού Πύργου της Παλαιομάνινας

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Του Δημήτρη Στεργίου

Τύφλα  νάχει ο … Έλγιν, Γότθοι, Αλάριχος και άλλα βάνδαλοι επιδρομείς μπροστά τους σημερινούς απογόνους  των Ελλήνων που αφήνουν  την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά να καταρρέει, να φυγαδεύεται σε ξένα μουσεία και να απαξιώνεται

 

Όταν είδα την παρατιθέμενη φωτογραφία που μού έστειλε από το χωριό, την Παλαιομάνινα, ο εγγονός  μου Γιώργος Μπαμπάνης,  μού  φάνηκε ότι άκουσα, για μιαν ακόμα φορά, τον  φιλέλληλα ποιητή  λόρδο Μπάυρον  να απαγγέλλει εκκωφαντικά  το γνωστό ποίημά του «Η κατάρα της Αθηνάς»  (The Curse of Minerva),  που  είναι μία από τις νεανικές ποιητικές δημιουργίες του . Το ποίημα αυτό γράφηκε τον Μάρτιο του 1811 στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού τού 23χρονου ποιητή στην Ελλάδα, όταν ένα αττικό δειλινό ο Μπάυρον, ανέβηκε προσκυνητής στον ιερό βράχο για να θαυμάσει το αρχαίο κάλλος, αλλά  αντίκρισε με  αγανάκτηση,  θλίψη και απογοήτευση  το  καταστρεμμένο και λεηλατημένο το ναό της Αθηνάς και την Καρυάτιδα να λείπει από τη θέση της.

Σημειώνεται ότι  λίγα χρόνια πριν  ο  Σκωτσέζος αρχαιοκάπηλος   λόρδος Έλγιν  είχε διαπράξει  τη γνωστή ιεροσυλία, αφού κατάφερε να αποσπάσει ειδικό φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη, που επέτρεπε στους ανθρώπους του να ανεβοκατεβαίνουν ανενόχλητοι στην Ακρόπολη και να αρπάζουν ό,τι έργο τέχνης της αρχαιότητας είχε απομείνει ακόμα από τις κατά καιρούς επιδρομές των βαρβάρων. Έφτασε μάλιστα στο σημείο ο ‘Ελγιν να εγκαταστήσει και σκαλωσιές ακόμα γύρω από τον Παρθενώνα και με συνεργείο εργατών ξεκόλλησε πολλά αγάλματα του αετώματος και ολόκληρες ανάγλυφες παραστάσεις από τις μετόπες του! Αυτά καθώς και άλλα έργα τέχνης, αγγεία και ευρήματα από διάφορες αρχαιολογικές περιοχές της Ελλάδας, άλλα κλεμμένα και άλλα αγορασμένα αντί πινακίου φακής, φορτώνοντάς τα σε καράβι, ο Έλγιν τα έστειλε κατά διαστήματα στο Λονδίνο, όπου και δημιούργησε την πιο πλούσια ιδιωτική αρχαιολογική συλλογή. Υπολογίζεται ότι συνολικά είχε στείλει 253 τεμάχια αρχαιολογικής αξίας.

Σήμερα, ο εμβληματικός πύργος της ακρόπολης της Παλαιομάνινας, ο οποίος άντεξε  από την επίθεση  2.500 περίπου ετών, από τις ορδές ποικιλώνυμων επιδρομέων και κατακτητών, όπως και η ακρόπολη πριν από τον Έλγιν,  βλέπει στο πρόσωπο του Σκωτσέζου  αρχαιοκαπήλου και βανδάλων τους … ίδιους απογόνους των  ιδρυτών της απέραντης αρχαίας πόλης της Παλαιομάνινας  να τον  «ιεροσυλήσουν»  με την αδιαφορία τους, την ολιγωρία τους και την απάθειά τους, μολονότι «φωνάζει», όπως καταδεικνύει και η φωτογραφία και έχει προειδοποιήσει και ο αρχαιολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Λαμπρινουδάκης, ότι είναι υπό κατάρρευση και ότι είναι έτοιμος να  δώσει τη δική του «κατάρα»! Και υπενθυμίζω ότι η «Κατάρα της Αθηνάς» του Μπάυρον «έπιασε», αφού, όταν  αργότερα ο ιερόσυλος  Έλγιν  πτώχευσε, αναγκάστηκε να βγάλει στο σφυρί τη συλλογή του, που την αγόρασε το κράτος για το Βρετανικό Μουσείο, όπου πολλά τεμάχιά της βρίσκονται και σήμερα, κάνοντας αυτό που δεν είχαν κάνει ούτε οι Γότθοι!

Τότε, λοιπόν,  ο νεαρός ρομαντικός ποιητής  έγραψε την «Κατάρα της Αθηνάς» σαν μια κραυγή διαμαρτυρίας και μομφής εναντίον του ανοσιουργήματος, από το οποίο παραθέτω μερικούς σχετικούς στίχους, τους οποίους  θα μπορούσε να τα «έλεγε» σήμερα και υπό κατάρρευση πύργος της Παλαιομάνινας (σε μετάφραση του καθηγητή Πάνου Καραγιώργου):

«…Όπως έτσι στης Παλλάδας το ναό βρισκόμουν μόνος,

και τις ομορφιές κοιτούσα, στο μαγευτικό ακρογιάλι

που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία

και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία,

κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει

της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,

οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει

και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!

Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τ’ αστέρι

είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη

κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,

σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.

Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,

ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα

στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη

κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.

Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,

θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,

όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,

η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μεσ’ στο ναό της!

Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη

από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη

έτρεχε μ’ ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει

από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τ’ άξιο χέρι.

Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο

κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.

Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,

κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι

π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο

και ξερό, καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.

Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,

δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.

Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη

την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.

«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα

Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ευγενές ακόμα,

μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,

τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.

Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·

την αιτία θες να μάθεις; – ιδέ τριγύρω σου και ’μπρος.

Νά, εγώ είδα πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν

κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.

Τούρκου και Γότθων αντάμα γλίτωσα ’γω το κακό,

μα η χώρα σου μου στέλνει έναν κλέφτη πιο τρανό.

Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,

και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.

Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,

ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,

και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει, –

μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.

Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,

τ’ όνομα το μισητό του πάει και στον ναό μου γράφει,

σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,

κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του!

Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο

είν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.

Ο Αλάριχος τα πάντα είχε άγρια καταστρέψει

με το δίκιο του πολέμου, μα ο Έλγιν για να κλέψει

όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος

είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος ;

Το ’κανε, όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι

και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει

και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα

απ’ του λέοντα ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.

Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει!

Τ’ όνομά του μ’ ένα άλλο τον ναό μου τον λερώνει,

κάποια αμοιβή η Παλλάδα ν’ απαιτήσει αξιώνει

και το φως της να το ρίξει η Αφροδίτη πια θυμώνει!»

… Ω θνητέ,  μού είπε τότε η κόρη η γαλανομάτα

στις ακτές της χώρας σου φέρε τούτα τα μαντάτα:

Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει

και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.

Άκουσε, λοιπόν, τα λόγια της θεάς Παλλάδας μόνο:

άκουσε και σώπα: τ’ άλλα θα λεχθούν από τον χρόνο.

Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη

η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.

Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του

και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.

Κι αν βρεθεί απόγονός του με λίγο πνεύμα ή φάτσα,

τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.

Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους

και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.

Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία

που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,

να πουλά κι έτσι να κάνει – τί ντροπή και τί απάτη! –

της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.

Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,

μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,

με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,

μπρος τους θα βρεθεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.

Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε

με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε

και το «μαρμαράδικό» του βλέποντας, θα το θαυμάσουν

κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν

πλήθη γύρω απ’ την πύλη, τόσα που δεν είδαν άλλοι,

θα γουρλώνουνε τα μάτια με κατάπληξη μεγάλη

και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,

ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν

και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια

των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,

και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:

‘Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε τέλειοι άντρες!’

Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,

θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.

Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;

Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν μοιάζει του Ηρακλή!

Και στο τέλος, μεσ’ στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,

θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·

λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,

θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.

Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος,

και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος!

Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σε ’κείνου θα γράψει

του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.

Κι η κατάρα μου πιο πέρα κι απ’ τον τάφο του να πάει

Ο Ηρόστρατος κι ο Έλγιν σε σελίδες παραμένουν

που είναι στιγματισμένες και με στίχους όπου καίνε·

έτσι πάντα είναι γραμμένοι και οι δυό καταραμένοι,

μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει…»

Τώρα, ποιούς «καταριέται» ο εμβληματικός πύργος της Παλαιομάνινας; Μα όλους εκείνους  που την ψήφο μας έχουν αναγάγει σε καλέμι για ξεκολλήσουν, σαν τον Έλγιν,  ό,τι  απόμεινε από την πλούσια πολιτιστική μας κληρονομιά…

Καλή Ανάσταση…

Κουφός Βασίλης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία