Αγγελίες    Επικοινωνία

Κώστας Τριανταφυλλίδης: Ο υμνωδός φιλόσοφος και Ελληνιστής

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Του Δημήτρη Στεργίου

Μετά τις συγκεντρώσεις, ύστερα από τριάντα χρόνια,  των συμμαθητών μου και των καθηγητών μου στο Μεσολόγγι το 1991 και τα επόμενα χρόνια, ένα μεσημέρι, μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, του Ιανουαρίου του 1995,  ήρθε, για δεύτερη φορά,  στο γραφείο μου, στην εφημερίδα, ο καθηγητής μου στο Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου αείμνηστος Κώστας Τριανταφυλλίδης. Τη στιγμή αυτή είχα σύσκεψη με τους στενούς συνεργάτες μου και τον είδα να αφήνει στη γραμματέα μου ένα φάκελο. Αμέσως, έσπευσα να τον προλάβω, διότι ήταν έτοιμος να φύγει, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια και συγκινητικά, όπως πάντοτε, και  μού πρόσφερε το βιβλίο του σε φάκελο. Τον έβλεπα να αισθάνεται άσχημα που διέκοψα τη σύσκεψη για εκείνον. Αμέσως, άνοιξα τον φάκελο, όπου υπήρχε το βιβλίο του «Ακροβασία- Δοκίμια», που είχε κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Αρμός το 1994. Ανοίγοντας το βιβλίο  διάβασα μπροστά του την καλλιγραφική αφιέρωση: «Στον Δημήτρη μου, υπερήφανος γι΄ αυτόν, Ιαν. ’95», με την υπογραφή του.Καθώς τον κοίταζα θαρρούσες πως αυτά σπινθηροβόλα μάτια του καταύγαζαν  όλη τη σοφία του κόσμου και την ανθρωπιά ενός «κρημνοβάτη εφήβου»! Συγκινηθήκαμε κα οι δύο και ως «αντίδωρο», όπως έκανα με όλους τους επισκέπτες μου, πρόσφερα από ένα φύλλο των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα», αλλά ευγενικότατα  δεν δέχθηκε να τα πάρει, λέγοντας βιαστικά ότι «οι εφημερίδες κόποις και χρήμασι κτώνται»! Με το ζόρι τον κράτησα μερικά δευτερόλεπτα, αλλά έφυγε…

Φεύγοντας το βράδυ από την εφημερίδα πήρα μαζί μου και το βιβλίο του στο σπίτι μου. Δεν ξεκολλούσε από το μυαλό μου η εικόνα της επίσκεψης και της προσφοράς του βιβλίου του και, μολονότι κουρασμένος, είπα να ρίξω μερικές  οριζόντιες ματιές στις  μπροστινές τουλάχιστον σελίδες,  αλλά παραλίγο αυτό να με κάνει  να ξενυχτήσω. Εν πάση περιπτώσει, την επόμενη ημέρα δεν το είχα διαβάσει απλώς, αλλά το είχα μελετήσει, κρατώντας μάλιστα και πολλές σημειώσεις με σκοπό να επικοινωνήσω μαζί του τηλεφωνικώς για «να τα πούμε».

Πράγματι, το πρώτο Σάββατο, μετά την επίσκεψη, το απόγευμα επικοινώνησα  με τον καθηγητή μου για να τον ευχαριστήσω για την καλλιγραφική και επιμελή αφιέρωση και τα νέα μαθήματα που μού παρέδωσε με το βιβλίο αυτό. Είναι αδύνατον να μεταφέρω στο σημείωμα αυτό τι συζητήσαμε στη μαραθώνια αυτή τηλεφωνική επικοινωνία. Άλλωστε, πέρασαν από τότε πάνω από 24 χρόνια! Απλώς, θεωρώ ως ιερός χρέος μου να αναφέρω δύο σημεία από τη συζήτησή μας αυτή, τα οποία προκάλεσε  με τη γνωστή «μαιευτική» λέξη «Γιατί;» με την οποία συνόδευσε  τις εντυπώσεις μου για το περιεχόμενο του βιβλίου του και τους συμβολισμούς και, κυρίως, όταν τόνισα ότι «γηράσκω αεί διδασκόμενος» από τον ίδιο μεγάλο και σοφό δάσκαλο ύστερα από τρεις και πλέον δεκαετίες!

Το πρώτο σημείο αφορούσε στην ιερή αντίδρασή του στην επισήμανσή μου ότι στο βιβλίο του εμφανίζεται στην αρχή ως ένας γήινος ακροβάτης να περπατά σταθερά σε  «αντίθετα» και «σύνθετα» (λέξεις, γεγονότα, πρόσωπα), να παίρνει στη συνέχεια μια πνευματική μορφή και ως φιλόσοφος πια να  επιδιώκει, να κυνηγά τη  σοφία, δηλαδή να συνδυάζει τις απέραντες γνώσεις του, την πολυμάθειά του και τη φιλομάθειά του με την εμπειρία, και τελικά να φτάσει στο τελευταίο  πνευματικό εκβάν, το μέγιστο μάθημα για τη θέαση του κόσμου, της ζωής και, φυσικά, της Ελλάδος. Διαβάζω: «αδυναμία της δύναμης»,  «η μεγαλοσύνη του μικρού» ή «η παντοδυναμία της αδυναμίας», «πόρος», «ά-πορος», «ατέλεστη τελειότητα», «κινητική στάση»  ή «στατική κίνηση» και άλλα. «Σύ είπας, Δημήτριε», απάντησε γλυκά και χαμηλότονα. «Αυτή είναι η δύναμη , στην οποία έχω αφιερώσει πολλά σημειώματα και παραγράφους», συνέχισε. «Τα εμπόδια, το στερητικό «α»,  γρανιτώνει τη δύναμη για την πορεία προς εμπρός. Αυτό κι εσύ προτείνεις με την επαναλαβανόμενη φράση στο βιβλίο σου «Τα Βράχια»: Πρέπει να προχωρήσω, διότι αυτό σημαίνει δύναμη». Ανταπάντησα ότι η συζήτηση γίνεται για το βιβλίο του και όχι για το βιβλίο μου, το οποίο σπεύδω να αναφέρω ότι το είχα στείλει το 1993. Τότε, κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημα, το οποίο επανακυκλοφόρησε (εκδόθηκε στο Λονδίνο), συμπληρωμένο και βελτιωμένο, το 2013, στα ελληνικά και αγγλικά) και κυκλοφορεί σε συνεχείς εκδόσεις  χάριν  κυρίως του ενδιαφέροντος  του διεθνούς αναγνωστικού κοινού, σε χαρτί και σε ηλεκτρονική μορφή,  και με την επική μουσική του David J. Franco.

Το δεύτερο σημείο της συζήτησής μας αφορούσε  τη «δύναμη» της «α-πορίας» και  του αποτελέσματός της, δηλαδή του «πόρου»! Είναι στο δοκίμιο υπό τον τίτλο «Απώλεια και πόρος» που αναφέρεται στους νέους, τον αυθορμητισμό τους και την «ευστοχία του λεκτικού τους», η οποία, όπως τονίζει απηχεί κάτι από τον αιώνιο λόγο «ος αν απολέση την εαυτού ψυχήν…», σαν αυτά, δηλαδή που λένε τα παιδιά, όπως «πάμε τώρα να χαθούμε» ή «άντε να χαθείς». Αυτά περίπου είπα στον καθηγητή μου. Κι εκείνος με ένα νέο «άστραμμα»  επεσήμανε τα εξής: «Κι εσύ  νέος, στο Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου» ήσουνα «άπορος», δηλαδή χωρίς πόρο ή χωρίς πέρασμα για  ξεπέρασμα της πρώτης ύλης, όπως γράφω. Αυτό όμως, δηλαδή νηστικός και  άφραγκος,  δεν σε  εμπόδισε  να βρεις «πέρασμα», «πόρο». Για τέτοιες περιπτώσεις «α-πορίας και «πόρου» ή «απωλείας πόρου» έγραψα στο βιβλίο μου αυτό που διάβασες: «Πόρος, πέρασμα  προς το μυστήριο του κόσμου, μια διολίσθηση στον γόητα χώρο της ποίησης και της μαγείας κι ένας πόρος (=πορισμός)  νέων μορφών ατομικής και συλλογικής ζωής».

Δεν θέλω να κουράσω τους αναγνώστες μου  με άλλες λεπτομέρειες που δίνουν την εντύπωση ότι «βλογάω τα γένια μου». Μακριά από μένα κάθε τέτοια σκέψη. Σκοπός μου είναι  η ανάδυση της φιλοσοφίας  και όχι το «φαίνεσθαι», όπως  γράφει ο Κώστας Τριανταφυλλίδης: «Τότε, με την ανάδυση,  η αφάνεια, ξεκινώντας από τους κόλπους του μυστικού, γίνεται εμφάνεια –επιφάνεια (πες, Θεοφάνεια)»

Το βιβλίο του Κώστα Τριανταφυλλίδη «Ακροβασία» αποτελείται από τέσσερις ενότητες, όπως «Ακροβασία», «Αναγνώσεις», «Το  εύσχημο σχήμα» και «Χθες και σήμερα», όπου  σε πεζό κείμενο  δημοσιεύονται πάμπολλα δοκίμια, τα οποία είναι αλλιώτικα από τα άλλα που προφανώς έχουμε διαβάσει (Γεώργιος Θεοτοκάς, Ευάγγελος Παπανούτσος, Χρήστος Μαλεβίτσης, Αιμίλιος Χουρμούζιος, Άγγελος Τερζάκης, Πέτρος Χάρης, Μάρκος Αυγέρης, Ανδρέας Καραντώνης, Γεράσιμος Αλεξανδράτος και άλλοι).  Διότι, στο δοκίμιό του ο Κώστας Τριανταφυλλίδης δεν εκφράζει, όπως  σχεδόν όλα τα άλλα  δοκίμια,  προσωπικές απόψεις  του, αλλά αλλότριες, αλλοτριωμένες, αλλήθωρες όψεις, απόψεις, κατόψεις  (με όποιο δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις!) για τους ανθρώπους, για το πνεύμα,  την τέχνη, τον πολιτισμό, την ιστορία και, φυσικά, τη δύσμοιρη χώρα μας, την Ελλάδα.

 Ο Κώστας Τριανταφφυλλίδης εμφανίζεται στα δοκίμια αυτά  μελαγχολικά αισιόδοξος  για το μέλλον της χώρας μας, όταν γράφει τα εξής:

 «Διαφορετική είναι η θεωρία (όραση και λογική) της Ελλάδας. Εδώ για πρώτη φορά επιχειρείται η έξοδος από την αχλύ, ή καταξίωση των ορι-σμένων και «τέλειων» (έχουν εντός τους το τέλος) όντων. Να είναι άραγε η μορφολογία του φυσικού χώρου-και χρόνου- που ευδοκιμεί στην ποικιλία των ετεροτήτων ή η θέα του απτού και γυμνού ανθρώπινου σώματος που οδηγεί στη σύλληψη και αποδοχή της αισθητικής αρχής των «κλειστών» ολοτήτων;  Και βέβαια δεν είναι άσχετος ο μεσογειακός ήλιος-αυτός ο δράστης. Η άγρια απογυμνωτική (και συνάμα πλαστουργικη) του δύναμη ευτελίζει την οποιαδήποτε διακοσμητική ακολασία και επιβάλλει ενός άλλου είδους «φιλοκαλική ευτέλεια». Όπως και νάχει το πράγμα, η Ελλάδα κατορθώνει να ανατρέψει την «παιδική» αντίληψη τουάξιου ως «μεγάλου», να συμπτύξει το  διά-στημα στο σύ-στημα και τελικά, με μιαν έξοχη αντιστροφή, να μετατρέψει το φυσικά διαστατό στο αξιολογικά αδιάστατο, τουτέστι το «ελάχιστο».

Αυτό στη συνέχεια  το διευκρινίζει ακόμα περισσότερο τονίζοντας  ότι «αναζητούμε το ελάχιστο στο ήθος, το λόγο, την Τέχνη» και αναλύοντας  τη σημασία τους αντίστοιχα.

Εδώ εντοπίζεται και η μεγαλοσύνη του φιλοσόφου. Δεν λακτίζει προς κέντρα. Αντιθέτως, φιλοσοφεί, δηλαδή επιδιώκει τη σοφία, τη λογική, την αλήθεια  και γίνεται κάρφος στα μάτια εκείνων, οι οποίοι επικαλούμενοι τη «σύγχρονη θεώρηση της ιστορίας» χαρακτηρίζουν ως «εθνοκεντρικά», δηλαδή όλα αυτά τα γεγονότα, πρόσωπα, ήρωες και μάρτυρες που  εξαϋλώνει με τον δικό του τρόπο ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, όπως τον Θεό, τον Μακρυγιάννη, τον Καραϊσκάκη, τον Κοσμά τον Αιτωλό, το Κρυφό Σχολειό, που, μαζί με το χορό του Ζαλόγγου, την Επανάσταση του ‘ 21, το Έπος του ’40. Όλα αυτά οι «εθνομηδενιστές» τα χαρακτηρίζουν ως … «μύθους» όπως , με βάση «αυτή τη σύγχρονη θεώρηση της ιστορίας», και τους Αρμάνους, Ριμένους ή Βλάχους της Ακαρνανίας ως «ανάμικτους», δηλαδή «εξελληνισθέντες Αλβανούς», «λωποδύτες», «αλειτούργητους», «φιλοτουρκαλβανούς» και … «μισέλληνες», δηλαδή όλους εκείνους που ήταν πρώτοι  σε ευεργεσίες και  παρόντες σε όλους τους εθνικούς αγώνες.

Θα κλείσω το σημείωμα αυτό  και θα καταδείξω  ότι τα δοκίμια του Κώστα Τριανταφυλλίδη  έχουν περιεχόμενο  φιλοσοφικό, κοινωνικό, πολιτικό, ηθικό, επιστημονικό, τεχνοκριτικό, θεολογικό και φιλολογικό με την ακόλουθη στοχαστική πειθώ, που αναφέρεται  στη Νεότητα (άλλωστε «οι Έλληνες αεί παίδες εισί») και ότι αποτελούν  τον κορύφωση της προσπάθειας αναζήτησης της λογικής, της αισιοδοξίας: «Εκεί, στην αλήθεια (ο κρημνοβάτης έφηβος!) ), εντοπίζει την ευστάθειά του, στην ασυνταξία αναζητεί τη σύνταξή του (άλλωστε, η Νεότητα δεν στέργει ούτε την κατά-ταξη ούτε τη διά-ταξη ούτε την έν-ταξη). Αρετή της είναι η συμμετρία της ασυμμετρίας… Γι΄ αυτό και ο όλος βίος σχεδία- ασφαλώς κλυδωνίζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται…»

Κουφός Βασίλης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία