Αγγελίες    Επικοινωνία

Γύρισε κι άναψε το µαγκαλάκι, όπως µου τ’ άναβες κάθε βραδάκι
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Θα 'θελα αυτήν τη µνήµη να την πω (8) (Στίχος από το ποίηµα του Καβάφη ΜΑΚΡΥΑ)

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 14/02/2019

 

Της Μάγδας Βελτσίστα

Έτσι χαλαρά κι απρόσμενα βρέθηκα ένα βράδυ σε ταβέρνα, με παρέα, για φαγητό. Μαζί με το φαγητό και η μουσική πλευρά της εστίασης. Δυο νέοι άντρες παίζουν και τραγουδάνε, ο ένας κιθάρα, ο άλλος μπουζούκι, παλιό, καθαρό κι άδολο ρεμπέτικο, μαγευτικό κι αληθινό.

Ανάμεσα στα πολλά καλά και το «μαγκαλάκι» του Aπόστολου Παπάζογλου. Τραγούδι του 1938. Η μουσική του περνάει ξυστά από την καρδιά σου. Ο στίχος αφελής και γνήσιος:

Είναι κρύο αυτό το βράδυ πέφτει και βροχή

Και νεκρό, χωρίς μαγκάλι θα μ’εύρουν το πρωί.

Στην αρχή τον περιγελάσαμε: «καλά, δεν μπορούσε μόνος του ν’ ανάψει το μαγκάλι, δύσκολο είναι; Κι αν δεν ήξερε, γιατί δε μάθαινε; Κι αυτό δύσκολο;»

Εγώ είχα άλλη γνώμη. «Σωπάτε, βρε παιδιά, ξέρεις τί είναι ν’ανάβεις μαγκάλι; Μεσ’ το κρύο; Λοιπόν, εγώ που το έζησα, το ξέρω». Και να πάλι, οι μνήμες των παιδικών μου χρόνων ξύπνησαν και με τυλίξανε.

Τω καιρώ εκείνω τα σπίτια θερμαίνονταν με τζάκι ή μαγκάλι (ή δε θερμαίνονταν καθόλου). Κι άναβαν μόνο το βραδάκι. Εντάξει, στο Αιτωλικό ούτε χιόνια έπεφταν ούτε παγετοί, αλλά είχε κάτι υγρασίες, Θεός φυλάξοι! Λάσπη και βροχή πέντε μήνες το χρόνο.

Στο σπίτι της μάνας μου, λοιπόν, μόλις σουρούπωνε, μαζευόμαστε όλοι μας -πλην του πατέρα που ήταν μονίμως στο μαγαζί- στο μεγάλο χειμωνιάτικο δωμάτιο, το καθιστικό. Σε κείνο «το ιστορικό» τραπέζι τρώγαμε κι ύστερα, εμείς τα παιδιά, και τα τέσσερα, καθόμαστε γύρω-γύρω στις καρέκλες μας και μελετούσαμε ή τσακωνόμαστε άνευ λόγου. Γιατί κουνάς την καρέκλα σου και ζαλίζομαι; Γιατί σβήνεις στο τετράδιό σου δυνατά και μπερδεύομαι; Και κάτι τέτοια των ασημάντων ασήμαντα. Θέρμανση; Το μαγκαλάκι.

Το μαγκαλάκι είχε τις προδιαγραφές και τις ιδιοτροπίες του. Έπρεπε να το ανάψεις έξω στην ύπαιθρο, στο μπαλκόνι ή στην αυλή.Ένα βουναλάκι μαύρα κάρβουνα πάνω στη χωνεμένη στάχτη της χθεσινής μέρας. Κάτω από τα κάρβουνα, κάτι εύφλεκτον. Το άναβες, τα κάρβουνα έπιαναν φωτιά, αλλά το μαγκάλι έπρεπε να μένει έξω μέχρι να γίνουν κόκκινα και να χωνέψουν, γιατί ήταν επικίνδυνο με αχώνευτα κάρβουνα σε κλειστό χώρο. Αρκετός κόσμος είχε πάθει δηλητηρίαση και είχε πεθάνει. «Διοξείδιον του άνθρακος» έλεγαν οι επιστήμονες.

Μέχρι εκεί καλά, όταν έπρεπε, το μαγκάλι έμπαινε μέσα, στο καθιστικό. Ζυγώναμε όλοι κι απλώναμε τα χέρια μας να ζεσταθούν. (Σε λίγο τα χέρια μας ήταν γεμάτα χιονίστρες). Με μια τσιμπίδα σπάζαμε τα μεγάλα κάρβουνα σε μικρότερα κομμάτια για ν’ απλωθεί η ζέστη σ’ όλη την επιφάνεια. Για τις ανάγκες του βίου το μαγκαλάκι γινόταν και ψηστιέρα, γύρω στις άκρες βάζαμε και ψήναμε αυγά, κάστανα και φλούδες από πορτοκάλια, (για να μοσχοβολήσει ο τόπος, έλεγε η γιαγιά μου). Ακόμα, βάζαμε στα κάρβουνα μια πυροστιά και πάνω τις φέτες ψωμί, να πυρωθούν. Αυτό το πουρωμένο ψωμί ήταν το αγαπημένο μενού όλων μας, οι μεγάλοι το έτρωγαν με λάδι και κόκκινο κρασί, εμείς οι μικροί με λάδι και τυρί φέτα ή ελιές, όταν ήταν Παρασκευή. (Σημ. Η λέξη παράγεται από το αρχαιοελληνικό πυρ και η προφορά της πουρ είναι η σωστή).

Η ζέστη στο μαγκαλάκι δεν κράταγε και πολύ. Τα κάρβουνα έλιωναν, γινόνταν στάχτη, η φωτιά έπρεπε να ανανεωθεί. Κάποιος γενναίος, κάποιος ήρωας, έπρεπε να το πάρει έξω, με καινούργια κάρβουνα και να επαναλάβει τη διαδικασία. Ποιος, όμως; Ποιος θα έβγαινε έξω στο ψοφόκρυο για το κοινό οικογενειακό καλό; Και να τρέμει το κατακλείδι του και η ψυχούλα του;

Η μεγάλη μου αδερφή ήταν «η μεγάλη» και η μικρή μου «η μικρή», έτσι εγώ, στη μέση, δεν είχα δικαιολογία ν’ αρνηθώ.

- Πάρε, κορίτσι μου, το μαγκάλι και βγες στο μπαλκόνι να το ξανανάψεις. Θέλει καινούργια κάρβουνα.

- Μαμά, δε χώνεψαν όλα τα κάρβουνα, κοίτα, κρατάνε ακόμα.

- Άντε πήγαινε, παιδί μου, θα ξυλιάσουμε.

- Σε λιγάκι, μανούλα μου.

- Τώρα αμέσως.

Έβγαινα έξω με γκρίνια. Γυρνούσα με ύφος θριαμβευτικό, με το μαγκάλι μας γεμάτο με το κιτρινοκόκκινο ιερό στοιχείο, τη φωτιά. «Γύρισα κι άναψα το μαγκαλάκι.»

Κι όταν ερχότανε η ώρα του ύπνου, καινούργιες λαχτάρες. Η μαμά σκέπαζε με στάχτες το μαγκάλι και το έβγαζε στην σκάλα. Τα δύο παιδιά, τα μικρότερα, που κοιμόντανε στο καθιστικό, μεγάλη η τύχη τους. Οι λοιποί; Εγώ, θυμάμαι, φορούσα μια χοντρή ζακέτα πάνω από τη νυχτικιά μου κι έτρεχα στο κρεβάτι μου και χωνόμουνα κάτω από τα παγωμένα, ολόμαλλα, υφαντά σκεπάσματα. Έτρεμα!.. Και τώρα; Πώς ζεσταίνονται; Πώς κοιμούνται; Και δεν ήμουνα η εξαίρεση. Κι άλλα παιδιά μας λέγανε στο σχολείο πως κρύωναν και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν κάτω από τα σκεπάσματά τους. Έτσι έκανα την προσευχή μου:

- Γύρνα κοντά μου ξανά, μαγκαλάκι. Για να σου δείξω πόσο σε χρειάζομαι και πόσο σ’ αγαπώ!

Ο ρεμπέτης που έγραψε «το μαγκαλάκι» το ίδιο πράγμα -ή το παρόμοιο- το δίνει αλλιώς:

«Στης αγάπης μας τη στάχτη ψάχνω, προσπαθώ

Μήπως κι εύρω καμιά σπίθα για να ζεσταθώ!

Γύρισε κι άναψε το μαγκαλάκι...» 

Μπορείτε να προμηθευτείτε την εφημερίδα στα περίπτερα του νομού

Κουφός Βασίλης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία