Αγγελίες    Επικοινωνία

O πνευματικός αγώνας στην πρακτική του μορφή
Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn

Διαστάσεις - περιεχόμενο

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn

«Τον αυτόν αγώνα έχοντες»

«Όλοι στον ίδιο αγώνα»

(Φιλιπ. α΄30)

  1. Προσέγγιση

Αγώνας!...

Λέξη πολυσυζητημένη. Λέξη περιζήτητη από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Λέξη που παραπέμπει τους αγωνιστές σε τόπους, σε τρόπους, σε συμπεριφορές, σε άμιλλα, σε διαπάλη και καταλήγει σε αποτελέσματα. Βλέπουμε ότι υπάρχει διαβάθμιση και ποικιλία του αγώνα. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους αγώνες, που αναφέρονται στις συμπεριφορές των ανθρώπων, αγωνιζομένων από κοινού ή και μεμονωμένα, καταλαμβάνει κυριαρχική θέση και διατύπωση η έννοια του ανωτάτου αγώνα. Ανώτατος αγώνας, δεν είναι άλλος από τον Πνευματικό αγώνα. Αυτός ο αγώνας δεν είναι τυχαίος, εδράζεται σε δύο ανώτερες λειτουργίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Από τη μια μεριά έχει ως έδρα του τη λογική και διανοητική λειτουργία, που εξαντλείται σε φιλολογικούς, σε δικαστικούς, σε ποιητικούς και άλλους αγώνες. Από την άλλη μεριά κυριαρχείται στην ψυχική και εργώδη μεταφυσική και ατομική αναζήτηση, που έχει το προνόμιο να εκδηλώνεται με προσωπική έκφραση. Αυτή η μεταφυσική αγωνιστική αναζήτηση, ενισχύεται ιδιαιτέρως από το λόγο του Αποστόλου Παύλου. Διακηρύσσει εκείνος: «Δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα, αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». Εβρ. ιβ΄1-2 Ο πνευματικός αγώνας, επομένως, έχει στόχο και προοπτική. Περνάει και στη σφαίρα της μεταφυσικής. Απαιτεί υπομονή και αποβλέπει στην ενίσχυση από τον Αρχηγό αυτού του πνευματικού αγώνα, που είναι ο Χριστός. Είναι, επομένως, ιδιαίτερο προνόμιο για τον πιστό άνθρωπο αγωνιστή να αγωνίζεται με συμπαραστάτη και χειραγωγό τον ίδιο το Χριστό, που είναι ο αρχηγός κάθε αγωνιζόμενου, αλλά και ο ιδρυτής της πίστεώς μας. Διακρίνεται και ο ίδιος από αγωνιστικότητα. Αυτός ο αγώνας ξεκινάει από μια απλή προσπάθεια και βελτιούμενος εξελίσσεται και οδηγεί στο δρόμο προς την τελειότητα, όπου είναι και ο τελικός στόχος της ζωής μας.

  1. Προσωπική υπόθεση

Η ανάπτυξη του θέματος τούτου, θα έλεγαν μερικοί ότι προσκρούει σε προσωπικά δεδομένα. Ερωτάται: Μπορούμε να μπαίνουμε στα προσωπικά θέματα; Πρέπει, όμως, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Είναι, πράγματι, θέμα που αφορά την υπόθεση του κάθε αγωνιστή, ως προσωπική υπόσταση. Ως ατομικό, δηλαδή, δικαίωμα και υποχρέωση. Χρεώνεται, ως εκ τούτου, ο άνθρωπος με αυστηρά προσωπικό δεδομένο, έναν αγώνα δια βίου. Για όλη τη ζωή του. Πρόκειται, επομένως, για αγώνα, ως πάλη και μάχη και δράση, με την έννοια της προσπάθειας για την επίτευξη και κατάκτηση κάποιου μεγάλου και σπουδαίου προσωπικού σκοπού. Ο προσδιορισμός, από την άλλη μεριά, του αγώνα ως πνευματικού, απαλλάσσει όποιον ασχολείται με αυτόν από κάθε ευθύνη δημοσιοποίησής του. Περνάει, δηλαδή, στη σφαίρα της εννοίας του πνεύματος, η οποία έχει ελεύθερη και πανανθρώπινη διάσταση. Το πνεύμα δεν δεσμεύεται, ούτε χειραγωγείται, ούτε περιορίζεται. Δεν κλείνεται ο πνευματικός αγώνας σε στενά ανθρώπινα και νομικά καλούπια και δεν ανήκει σε ορισμένους αποδέκτες. Περνάει στον καθένα που θέλει να κατακτήσει κάποιες εγκόσμιες και υπερκόσμιες κορυφές. Σε όσους θέλουν, δηλαδή, να γίνουν χαρίεντες πνευματοφόροι και πνευματικοί. Να αποκτήσουν δική τους πνευματική προσωπικότητα υψηλών προδιαγραφών. Έτσι ο πνευματικός αγώνας, ιδιαιτέρως ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών, δεν παίρνει τη διάστασή του εκ του κόσμου, αλλά από το Πνεύμα το προερχόμενο από το Θεό, με σκοπό να γνωρίσουμε βαθύτερα τα όσα μας χαρίστηκαν από Αυτόν το Θεό, στο ανθρώπινο γένος και σε μας προσωπικά οπωσδήποτε. Παραγγέλλει και πάλι σχετικώς, ο Απόστολος Παύλος και μας δίνει το προσδιοριστικό και προοριστικό περιεχόμενο του αγώνα μας. Διδάσκει, αποκαλυπτικά: «Υμείς (οι Χριστιανοί), ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα υμίν». Α΄ Κορ. β΄12. Ο σκοπός, επομένως, της ζωής μας είναι να γίνουμε, ως πνευματοφόροι, τέλειοι και άγιοι. Να αναδειχθούμε παιδιά του Θεού και κληρονόμοι της Βασιλείας Του, αφού δια του πνευματικού αγώνα εκεί είναι και ο στόχος μας. Η προσοχή μας πρέπει, κατά ταύτα, να εξαντλείται στη δημιουργία μιας έντονης και πραγματικής πνευματικής ζωής, μακριά από φροντίδες και μέριμνες κοσμικές, για να μην αμελήσουμε αυτόν τον αποκλειστικό σκοπό της ζωής μας. Χωρίς, όμως, να παραμελούμε την όλη μας βιοτική υπόσταση. Εδώ ακριβώς επικεντρώνεται ο Πνευματικός αγώνας μας, ως προσωπική υπόθεση, που πρέπει να την ιεραρχήσουμε με τις δραστηριότητές μας.

  1. Μορφές πνευματικού αγώνα

Πέραν, όμως, των προσωπικών στοιχείων που παρουσιάζει ο πνευματικός αγώνας, είναι ανάγκη να εξετασθούν και οι επί μέρους μορφές αυτού του αγώνα. Όταν γνωρίσουμε τις μορφές του πνευματικού αγώνα, μπορούμε να ελπίζουμε, τότε, ότι θωρακίζεται, κατά κάποιον τρόπο, και η απόδοση των καρπών του, που προσδοκά ο αγωνιζόμενος αυτόν τον αγώνα. Επιπλέον γίνεται κατανοητό και το περιεχόμενό του, ως αποτέλεσμα. Σαν τέτοιες μορφές αναζητούμε και παραθέτουμε στη συνέχεια τις ακόλουθες.

α. Η Πίστη

Η πίστη για τους αγωνιζόμενους πνευματικά, εμάς τους ανθρώπους, είναι η αναπνοή και το στήριγμα στην όλη πορεία μας. Αυτή μας κρατάει ζωντανούς. Όταν λέμε, όμως, πίστη για την περίπτωση, δεν την περιορίζουμε ούτε την περικλείουμε σε μια μόνο ένδειξη. Εστιάζουμε αυτή τη μορφή της πίστης, στην ορθότητα του αγώνα μας, την προσδιορίζουμε στη βεβαιότητα και την εμπιστοσύνη των δυνάμεών μας, την ορίζουμε στις εκδηλώσεις και τις κατευθύνσεις των αγωνιστικών τάσεων και προοπτικών και την κατευθύνουμε στην όλη πορεία μας προς την ολοκλήρωση της προσπάθειας. Χρειαζόμαστε, για την περίπτωση, πίστη διαρκείας, σφαιρικώς και σε πολλές τάσεις. Πίστη, όμως, όχι αφηρημένη, αλλά συγκεκριμένη και ζωντανή. Πέραν και πάνω από όλες αυτές τις μορφές, πρέπει να μας εμπνέει και να μας στηρίζει η ακλόνητη πίστη μας στο Θεό και τη δύναμή Του, για την επιτυχία του αγώνα μας. Ο λόγος του Θεού, μάλιστα, μας υπενθυμίζει την υποχρέωση του αγώνα δια της πίστεως και η πίστη είναι η δύναμη σταθεροποιήσεως του αγώνα. Λέγει ο Αδελφόθεος Ιούδας στην Καθολική επιστολή του: «Επαγωνίζεσθαι τη άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις πίστει». Ιούδα 3. Πίστη αρχική, δηλαδή, από αρχή μέχρι τέλους και σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, για την επιβεβαίωσή μας. Με τον αγώνα δε δια της πίστεως αυτής, δεν σκοντάφτουμε οι αγωνιστές. Προχωρούμε στην επιτυχία και την ολοκλήρωση. Αλλιώτικα, αν δεν στηριχθούμε σ’ αυτήν την πίστη, παθαίνουμε ό,τι και οι άπιστοι. «προσκόπτουσι (σκοντάφτουν) τω λόγω απειθούντες, εις ό και ετέθησαν», Α΄ Πέτ. β΄8, κατά τον Απόστολο Πέτρο. Οι αγωνιστές περνάμε, τότε, στην κατηγορία των «απειθούντων», χάνοντας όλες τις προσπάθειές μας. Αντιθέτως, δεν επιτρέπεται να σκοντάψουν οι αγωνιστές. Για το λόγο τούτο και οι Μαθητές του Κυρίου, ως πρώτοι πνευματικοί αγωνιστές, ζήτησαν υποδειγματικά, περισσότερη πίστη για την αντιμετώπιση των παντοειδών δυσκολιών στην πνευματική πορεία τους. Απαίτησαν από τον Κύριο: «πρόσθες ημίν πίστιν». Λου. ιζ΄5. Αυτό πρέπει να ζητάμε και εμείς για την επιτυχία του αγώνα μας. Ως νικητήρια δύναμη κάθε πνευματικού αγώνα παρουσιάζει την πίστη και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Γράφει: «αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». Α΄ Ιω. ε΄4. Δεν πρόκειται, βεβαίως, για μια αόριστη και αφηρημένη νεκρά πίστη, αλλά για μια ζώσα, νικηφόρα και συγκεκριμένη. Πίστη, όμως, σε Κείνον που νικά τον κόσμο των απατηλών τέρψεων και αμαρτιών, τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως διερωτάται ο Ευαγγελιστής. «τις εστίν ο νικών τον κόσμον ει μη ο πιστεύων ότι Ιησούς εστίν ο Υιός του Θεού;». Α΄ Ιω. ε΄5. Η πίστη, επομένως, στηρίζει τον πνευματικό αγώνα μας, ως βασική μορφή και βεβαίωση της αγωνιστικότητας.

β. Η Προσευχή

Όλως ιδιαιτέρως, η θωράκιση του πνευματικού αγώνα μας, επιτυγχάνεται με την ενίσχυση που μας δίνει η αναφορά μας μαζί δια της Προσευχής, με ταυτόχρονη την επίκληση του ονόματος του ουρανίου Πατέρα και Δημιουργού του κόσμου. Οπωσδήποτε, όμως, συμβαίνει αυτό, μετά την επιβεβαίωση ότι διαθέτουμε την ακλόνητη πίστη μας, ως μορφή του πνευματικού αγώνα. Η Προσευχή, επομένως, ως επακόλουθο και επιβεβαίωση της πίστεως, είναι και αυτή μια σημαντική μορφή του πνευματικού αγώνα μας. Στην προκειμένη περίπτωση, η Προσευχή εκφράζεται με μια διαρκή και αδιάλειπτη προσευχητική διάθεση. Ο Απόστολος Παύλος, μας δίδαξε την αδιάλειπτη και ακατάπαυστη Προσευχή προς το Θεό. Α΄ Θεσ. ε΄17. Συνδέει, μάλιστα, τη δική του Προσευχή και με την ταυτόχρονη θύμηση των αδελφών συναγωνιστών του εν τη πίστει, «αδιαλείπτως μνείαν υμών ποιούμαι, πάντοτε επί των προσευχών μου δεόμενος». Ρωμ. α΄9-10. Όταν λέμε, όμως, αδιάλειπτη και ακατάπαυστη Προσευχή, προκειμένου να επιτύχουμε έναν πνευματικό αγώνα, δεν εννοούμε να σταματήσουμε κάθε άλλη δραστηριότητα και να προσευχόμαστε διαρκώς, κατά τον συνήθη τρόπο. Η Προσευχή, ως γνωστό, έχει πολλές μορφές πραγματοποίησης. Είναι η ατομική και κατ’ ιδίαν, η ομαδική και συλλογική, η λατρευτική και εκκλησιαστική, η ημερήσια και νυκτερινή ως αγρυπνία και όλως ιδιαιτέρως η νοερά και εσωτερική Προσευχή. Αυτή η τελευταία, η νοερά Προσευχή, είναι η κυριαρχούσα για την επιτυχία του πνευματικού μας αγώνα. Είναι η Προσευχή που γίνεται κατά την προτροπή του υμνογράφου των Χαιρετισμών, «τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες». Ξ΄ Ακαθ. Ύμνου. Μέσω του ουρανού σταθεροποιεί τον αγώνα του ο πνευματικός αγωνιστής. Άλλωστε και η σοφία του Ευαγγελικού κηρύγματος εξαντλείται όταν έχουμε τις σκέψεις και τα αισθήματά μας όμοια με αυτά του Χριστού, κατά παραγγελία του Αποστόλου των Εθνών, «ημείς νουν Χριστού έχομεν». Α΄ Κορ. β΄16. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται η Προσευχή κύριο έργο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, ως επεξηγηματικό της πνευματικής του υπόστασης και ως συμμετοχή στη θεία αγαθότητα και μακαριότητα. Υπάρχει, όμως, στην περίπτωση αυτή και το ανάλογο κριτήριο. Όταν με την Προσευχή αισθανόμαστε αγαλλίαση και σκίρτημα καρδιάς και γεμίζουμε από τα ουράνια αγαθά, μακριά από κοσμικές επιθυμίες και ηδονές του βίου, κατανοούμε ότι βρισκόμαστε στη σωστή πορεία μας προς την πνευματική ζωή. Τότε και ο Θεός ευχαριστείται και παραχωρεί τη δύναμή Του για έναν επιτυχημένο πνευματικό αγώνα. Βεβαίως, από μόνη της και η Προσευχή δεν μας οδηγεί στην τελειότητα. Μόνος ο Θεός, μας οδηγεί στην πνευματική ολοκλήρωση. Εμείς με την Προσευχή μας, γινόμαστε καλεστές για να έρθει Εκείνος και να κατοικήσει μέσα μας και να αλλοιώσει τον εσωτερικό κόσμο μας. Να μας κάνει Εκείνος σπουδαίους πνευματικούς αγωνιστές με το δικό Του τρόπο. Να γίνουμε πνευματοφόροι, όπως και οι Άγγελοι στον ουρανό. Αυτό δεν λέμε με την Προσευχή, που μας δίδαξε ο Κύριος; «Γεννηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης». Ματθ. στ΄10. Με το Χριστό, λοιπόν, μέσα μας γίνονται και οι Προσευχές μας μια γνήσια και παραγωγική μορφή του πνευματικού μας αγώνα.

γ. Η Ειρήνη

Μορφή του πνευματικού αγώνα είναι και η ειρήνη, με την έννοια της γαλήνης και ηρεμίας, η οποία ως θείο δώρο χορηγείται πλουσιοπάροχα από τον ουράνιο Πατέρα και Θεό μας. Αποκάλυψε ο Κύριος: «Ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» Ιω. ιδ΄27, ως ιδιαιτέρα αποστολή του Αγίου Πνεύματος. Με αυτή τη δωρεά της ειρήνης, φωλιάζει μέσα μας και δημιουργεί δική του κατοικία ο ίδιος ο Θεός, διευκολυνόμαστε στον πνευματικό αγώνα και μετατρεπόμαστε σε αγιασμένες πνευματικές προσωπικότητες. Παράγγειλε, όθεν, προς τον καθένα μας ο Κύριος, ότι: «προς αυτόν (το Θεό Πατέρα) ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Ιω. ιδ΄23. Έτσι, με την ειρήνη που μας χορηγεί ο Θεός, επιτυγχάνεται και δικαιώνεται απολύτως, ο πνευματικός αγώνας μας. Όλα όσα εκτέθηκαν, όμως, προσδιορίζουν το έργο που επιτελεί ο Θεός από τη δική Του πλευρά, καθόσον το έργο της δωρεάς της ειρήνης, είναι θείο έργο. Από άλλη σκοπιά επιδιώκεται η ειρήνη, με τη δική μας επιδίωξη και ευθύνη. Πάντοτε, όμως, ως μορφή του πνευματικού αγώνα μας, προκειμένου να μας καταστήσει πνευματοφόρους. Προϋπόθεση, τότε, είναι να διαθέτουμε και εμείς, την απαραίτητη ψυχική γαλήνη και ηρεμία. Αυτήν που προέρχεται ύστερα από την παύση και αποβολή της εμπόλεμης κατάστασης με το Θεό, δια της αμαρτίας. Η αμαρτία απομακρύνεται όταν το φως της ειρήνης εμφανιστεί. Ένας αμαρτωλός ταράσσεται και ποτέ δεν ειρηνεύει. Πού καιρός για πνευματικό αγώνα; Αυτός ο αγώνας γίνεται κυριολεκτικά, τότε, δικαιωμένος και επιτυχημένος. Σε τούτο συμπίπτει και ο αποκαλυπτικός λόγος του Αποστόλου Παύλου. «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τον αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον». Εβρ. ιβ΄14. Πρέπει επομένως, ως πνευματικοί αγωνιστές, να γνωρίζουμε ότι η ειρήνη και ο αγιασμός ύστερα από πνευματικό αγώνα, είναι οι δύο αναγκαίες προϋποθέσεις για όποιον ζητάει με πόθο να ιδεί το πρόσωπο του Θεού. Η ειρήνη είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται ο αγιασμός μας, ύστερα από αδυσκόλευτο πνευματικό αγώνα. Ο αγιασμός και η τελειότητα δεν φυτρώνουν σε ταραγμένη και οργισμένη καρδιά. Η Εκκλησία μας, μας στηρίζει ιδιαιτέρως καθημερινά και φορτικά, να αγωνιζόμαστε πνευματικά, μέσα στα πλαίσια της ειρήνης. Θυμίζουμε: Δέεται στα λειτουργικά ειρηνικά της, αρχικά: «εν ειρήνη δεηθώμεν», συνέχεια για «άνωθεν ειρήνη και σωτηρία των ψυχών δεηθώμεν», για «ειρήνη του σύμπαντος κόσμου δεηθώμεν». Κλείνει τότε ο Λειτουργικός κύκλος και πάλι με την ειρήνη. Προπέμπει τους πιστούς ο Λειτουργός, λέγοντας: «Εν ειρήνη προέλθωμεν». Ειρηνικά να βγούμε από το Ναό. Καταλήγει, τότε, και προτρέπει υμνογραφικά και η Εκκλησία μας: «Ειρηνεύετε εν εαυτοίς και πάσι· και ταπεινά φρονούντες ανυψώθητε». Κανών Μ. Δευτέρας. Συμπερασματικά, επομένως, πρέπει να γνωρίζουμε ότι: Ειρήνη, ως μορφή του πνευματικού αγώνα μας, μπορούμε να έχουμε μόνο όταν αγωνιζόμαστε εναντίον της ποικίλης αμαρτίας. Τότε, καμία εξέγερση των παθών δεν μας ταράζει και η πάλη εναντίον τους γίνεται αφορμή νέας χαράς και ειρήνης, γινόμενοι αγιασμένοι μετά του Αγίου Θεού.

δ. Η Αγάπη

Αγωνιστική αγάπη απαιτείται για την επιτυχία του πνευματικού μας αγώνα. Αγάπη, βεβαίως, που να διαχέεται στην όλη υπαρξιακή μας υπόσταση και να καλύπτει όλη την πληρότητα των αισθημάτων μας. Με αυτόν τον προσδιορισμό της αγάπης, θα μπορούμε να ορίσουμε τη μορφή και το εύρος της δύναμης του αγώνα μας. Άλλωστε η όλη δομή της νέας εν Χριστώ πνευματικής ζωής, δεν στηρίζεται στην απλή αδελφότητα με την ανάλογη συμπάθεια της συνεργασίας κάποιων ατόμων. Η κάθε αδελφότητα έχει ως ακλόνητη σχέση και συμπεριφορά των μελών της, την αγάπη. Μαζί, βεβαίως, συμβαδίζει ο βαθύτατος δεσμός μεταξύ πιστών, με σκοπό την άνοδο της πνευματικής καταξίωσης του καθενός μέλους. Αυτήν την αγάπη έχει και οφείλει ο κάθε αγωνιστής να την διατηρήσει, αλλά προς δύο κατευθύνσεις. Η μία αγάπη πορεύεται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση προς το Θεό και η άλλη όμοια, δρομολογείται προς το συνάνθρωπο. Δεν ξεχωρίζεται η μία από την άλλη. Συμπορεύονται. Ο πνευματικός αγωνιστής διατηρεί δια βίου την αγάπη όπως την υπέδειξε ο Κύριος και τότε ο αγώνας του είναι επιτυχημένος για όλη τη ζωή του. Βεβαιώνει ο λόγος του Θεού: «τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν». Ρωμ.η΄28. Ιδού το κέρδος. Ταυτόχρονα εντέλλεται ο Κύριος προσωπικά, την ολοκλήρωση της αγάπης: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους». Ιω. ιγ΄34. Ο πνευματικός αγώνας, τότε, παίρνει αγιαστική και συλλογική μορφή. Τότε, επιπλέον, κατακτάει η αγάπη δεσπόζουσα θέση στον πνευματικό αγώνα, ατομικά και συλλογικά. Για την περίπτωση, ο σοφός Σολωμών διατύπωσε με σαφήνεια την αγωνιστική, με αγάπη, πνευματική σχέση των πιστών. Λέγει: «Αδελφός υπ’ αδελφού βοηθούμενος… ισχύει ώσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον». Παρ. ιη΄19. Τούτο, επιτυγχάνεται ακριβέστερα στη νέα εποχή της Καινής Διαθήκης. Μας δίνει τη σχετική διαβεβαίωση ο Απόστολος Παύλος. Διατυπώνει: «κατανοώμεν αλλήλους εις παροξυσμόν αγάπης και καλών έργων». Εβρ. ι΄24. Όταν αποφασίσουμε, όμως, να επιδιώξουμε και να αναλάβουμε ατομικά τον πνευματικό αγώνα μας, είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε τη μορφή του μέσα από όλο το πλήρωμα της αγάπης. Αυτή μας καταξιώνει, ως πνευματικούς αγωνιστές. Προστίθενται, επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο και έρχονται μαζί με την αγάπη και όλο το πλήθος των αγαθών και των αρετών. Έρχεται και η πνευματική αγωνιστικότητα και επιτυχία. Έρχεται, ακόμα, ενισχυτής και ο ίδιος ο Θεός της αγάπης όταν διαγνώσει τη δική μας εκδηλωμένη αγάπη. Γνωρίζουμε τούτο από σχετική παραγγελία του Αποστόλου Πέτρου. Μας βεβαιώνει: «Ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Α΄ Πέτ. δ΄16. Για τούτο, επιπλέον, απαιτείται και ιδιαίτερη προσοχή προς διατήρηση αυτής της αγάπης. Μένουμε στην αγάπη για την πνευματική μας ανέλιξη, όταν την συνοδεύουμε και τη θερμαίνουμε από την θερμουργό πίστη και την καθαρή Προσευχή μας στο Θεό. Ταυτόχρονα οφείλουμε να εξετάζουμε καθημερινά και το σύνδεσμο της αγάπης μας προς το Χριστό, για να τον διατηρούμε σε ζωντανή και αδιάπτωτη σχέση. Ο Κύριος, τότε, αγρυπνεί και μας προφυλάσσει από τις παγίδες του πονηρού, προκειμένου να προκοφτούμε στην πνευματική ζωή μας. Με τον τρόπο αυτό βυθιζόμαστε ως αγωνιστές στην αγάπη του Θεού, για να Τον αγαπήσουμε... Η αγάπη, τότε ακριβώς, γίνεται μια σημαντική μορφή πνευματικού αγώνα.

ε. Η Διάκριση

Η διάκριση, ως μορφή του πνευματικού αγώνα, θεωρείται στοιχείο απαραίτητο και βοηθητικό. Πρόκειται για αρετή που εκδηλώνεται με την αναγνώριση της διαφοράς που παρουσιάζει ο αγωνιζόμενος από τον αδιάφορο. Ταυτόχρονα διαφοροποιείται και η ποιότητα των αγωνιζομένων. Η διάκριση είναι μια αρετή με την οποία καλείται ο πιστός να ξεχωρίζει θετικά ή αρνητικά, ακόμα και τις αρετές. Τότε ο πνευματικός αγώνας του ισχυροποιείται και δικαιώνεται. Γνωρίζει καθαρά το έργο του και την πορεία του. Περί αυτής της διακρίσεως, κάνει ειδικό διδακτικό λόγο ο Απόστολος Παύλος. Αναδεικνύει με τον διακριτικό λόγο του, τις διαφορές όλων των πνευματικών χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, που πρέπει να τις υπολογίζουμε. Διδάσκει, για, «διακρίσεις πνευμάτων» Α΄ Κορ. ιβ΄10. Με αυτές τις διακρίσεις πνευμάτων, δηλαδή, επιτυγχάνεται και η πλήρης ενότητα του αγωνιζόμενου πνευματικά σώματος των πιστών της Εκκλησίας. Οπωσδήποτε, όμως, χωρίς να ξεχωρίζονται οι προσωπικότητες των πιστών, ανάλογα με τις αντιλήψεις τους. «Μη εις διακρίσεις διαλογισμών», Ρωμ. ιδ΄1, φωνάζει επιτακτικά ο ίδιος Απόστολος Παύλος. Θα ακούσουμε ακόμα από τον Απόστολο Παύλο να μας αποκαλύπτει ότι ο πνευματικός αγώνας, μας γυμνάζει τα αισθητήρια της ψυχής μας για να μας δίνουν την τελειότητα μαζί με την ικανότητα να ξεχωρίζουμε εύκολα τη σχέση και διαφορά μεταξύ καλού και κακού, θετικού ή αρνητικού. Αυτός είναι, τότε, ο ολοκληρωμένος πνευματικός άνθρωπος, που επιβραβεύεται από το Θεό. Έχει σε όλα τη διάκριση σύμμαχο, μαζί με την φρόνηση. Με τη δυνατότητα και τον οπλισμό της διάκρισης, άλλωστε, ο πιστός αγωνιστής δεν καταφεύγει σε υπερβολές και δεν κινδυνεύει από υπερηφάνεια. Ο καθένας μας πορεύεται με τις δικές του δυνατότητες. Δεν εξαντλείται σε υπερβολές, μιμούμενος την άσκηση άλλων πιστών. Διακρίνει και ακολουθεί τα σωστά. Παράδειγμα: Δεν πρέπει να ζητάμε να φτάσουμε ψηλά με μεγάλες ασκήσεις χωρίς αρετές. Θα προχωρήσουμε με τις δικές μας δυνατότητες. Διαφορετικά κινδυνεύουμε να πέσουμε σε πλάνη και σε έπαρση. Ό,τι και όσα θα κατακτήσουμε με τον πνευματικό αγώνα μας, θα είναι δική μας προσωπική προσπάθεια και δώρο της Χάριτος του Θεού, αφού θα έχουμε καθαριστεί από τα πάθη μας. Εκείνος, ο Χριστός επομένως, θα καθορίσει το χρόνο και τον τόπο, που εμείς δεν γνωρίζουμε, όπου θα μας επισκεφθεί χωρίς θόρυβο και θα μας δώσει τα πρέποντα.

Ως προς τη μορφή της διάκρισης στον πνευματικό αγώνα, συμπεραίνουμε με αγιογραφικές τοποθετήσεις και παραδείγματα, ότι: Με τη διάκριση, δεν αισθάνεται αμφιβολία ο αγωνιστής, ως προς τη δόξα του Θεού. Μάρ. ια΄23. Δεν έχει κανένα δισταγμό για τις θετικές επεμβάσεις του Θεού στη ζωή του. Πρ. ι΄20. Διάκριση, δεν σημαίνει αποφυγή από τους ανθρώπους, αλλά μαζί τους πορευόμαστε στη σωτηρία. Πρ. ια΄2. Με τη διάκριση δεν κλονιζόμαστε στην πίστη. Ρωμ. δ΄20. Με τη διάκριση δεν ξεχωρίζει ο αγωνιστής τον εαυτό του από άλλους. Α΄ Κορ. δ΄7. Διακρίνει και εξετάζει ο αγωνιστής με ειλικρίνεια τον εαυτό του, πάντοτε εν μετανοία. Α΄ Κορ. ια΄31. Με τη διάκριση προφυλάσσεται το κύρος των αγωνιστών. Α΄ Κορ. ιδ΄29. Η διάκριση ως μορφή πνευματικού αγώνα, οδηγεί στην εκδήλωση καλοσύνης προς πάντας. Ιούδα στ. 22.

στ. Η Χριστιανική Ευγένεια

Ως προς τη Χριστιανική ευγένεια, θα μπορούσαμε να την κατατάξουμε στην πιο χαρακτηριστική μορφή του πνευματικού αγώνα. Όχι τόσο για την οποιαδήποτε ιδιαιτερότητά της, όσο για τη λεπτότητα, τα χαρακτηριστικά, τη γενναιοφροσύνη και το υψηλό φρόνημα που εκφράζει. Με γνωστό το γεγονός ότι η ευγένεια από μόνη της αγγίζει και τα όρια της μεγαλοπρέπειας, αναμιγνυόμενη στη συνέχεια και με τη Χριστιανική διδασκαλία των λεπτών χαρισμάτων του Πνεύματος, καταλαβαίνουμε πόση σπουδαιότητα αποκτάει σε μια πνευματική έξαρση, όπως είναι ο Χριστιανικός πνευματικός αγώνας. Στο σημείο τούτο ενισχυτικός είναι ο εκφραστικός λόγος της θείας Αποκάλυψης. Αποφαίνεται: «Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι». Κολ. δ΄6. Χάρη και καλοσύνη ζητάει ο λόγος του Θεού να εκπέμπουμε σε κάθε εκδήλωσή μας, προσωπική και κοινωνική, ακόμα και στην αγωνιστική μας προσπάθεια. Ζητάει, δηλαδή, ευγένεια περισσή, που ξεκουράζει τον κουρασμένο άνθρωπο σαν γλυκιά μουσική. Ο Χριστιανός αγωνιστής έχει χρέος να είναι ευγενικός, ως συνεπής προς την τελειότητα και την αγιαστική αποστολή του, «Άγιοι γίνεσθε». Αυτή η αποστολή του αποτυπώνεται στις σκέψεις, τις επιθυμίες, τα λόγια και τις πράξεις του, με μια πνευματική αγωνιστικότητα, ήπια και ευγενική, ασυνήθιστη στα κοσμικά δεδομένα. Η ενάρετη συμπεριφορά του Χριστιανού αγωνιστή, είναι ευθέως ανάλογη με τη ευγενική του δυναμική. Είναι μετρημένος στα λόγια και τα έργα του, ως προερχόμενα από την αγωνιστικά ευγενική του προσπάθεια. Χωρίς ευγένεια, πνευματικός αγώνας δεν δικαιώνεται, διότι με την ευγένεια και μόνο μπορεί να δώσει το αρχέτυπο του ανθρώπου, το οποίο ο κόσμος έχει κακοποιήσει... Η Χάρη και η ευλογία του Αγίου Πνεύματος αποτυπώνεται στην όλη προσωπικότητα του ευγενικού αγωνιστή και τότε διαχέεται προς τα έξω, οπότε γίνεται αφορμή να δοξάζεται το όνομα του Θεού. Έτσι δεσμεύει η ευγένεια τον αγωνιστή, ώστε να μπορεί να εκπέμπει αγάπη, χαρά και ειρήνη. Στοιχεία απαραίτητα για να συνθέτουν και να δείχνουν προσωπικότητα ολοκληρωμένη. Κατάλληλη να στολίζουν και τα δώματα του ουρανού. Σημειώνουμε, απολογιστικά, ότι οι εμφορούμενοι από ευγενικά αισθήματα άνθρωποι, αποδέχονται το λόγο της θείας Αποκάλυψης με προθυμία, σε βαθμό μάλιστα να μελετούν και να ερευνούν καθημερινά τις άγιες Γραφές για την πνευματική τους στήριξη και οικοδομή στην πίστη. Αποκαλύπτει σχετικώς ο Απόστολος Παύλος για τους πιστεύσαντες στην Πόλη της Βέροιας. Λέγει: «Ούτοι ήσαν ευγενέστεροι των εν Θεσσαλονίκη, οίτινες εδέξαντο τον λόγον μετά πάσης προθυμίας, το καθ’ ημέραν ανακρίνοντες τας γραφάς». Πρ. ιζ΄11. Το αυτό ισχύει και για τους σημερινούς πνευματικούς αγωνιστές Χριστιανούς, αναγνωρίζοντες τη Χριστιανική ευγένεια ως ιδιαιτέρα μορφή του πνευματικού αγώνα.

ζ. Οι Πειρασμοί

Ερωτάται: Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους πειρασμούς, ως μορφή του πνευματικού αγώνα μας; Γνωρίζουμε, ότι ο πνευματικός αγώνας στοχεύει στην ολοκλήρωσή μας και την τελειοποίησή μας. Αντιθέτως, οι πειρασμοί δίνουν την αίσθηση ότι είναι αίτιοι περιορισμού και οπισθοχώρησης κάθε πνευματικής ανέλιξης. Ως αμφιλεγόμενοι, επομένως, εμφανίζονται οι πειρασμοί. Ερωτάται και πάλι: Οδηγούν στην καταστροφή κάθε πνευματικής προσπάθειας, ή γίνονται αφορμή και αιτία χαράς εκ του γεγονότος της προκλήσεως δοκιμασίας και συνεπώς στερεώσεως της πίστεως; Προφανώς εξ αιτίας αυτής της πρώτης ιδιότητας των πειρασμών, υπέδειξε ο Κύριος με την Κυριακή Προσευχή να ζητάμε διαρκώς να μην επιτρέψει ο Θεός Πατέρας να περιπέσουμε στην περιπέτεια των πειρασμών, ως προερχομένων από τον πονηρό διάβολο. Προτείνει να λέμε διαρκώς: «μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Ματθ. στ΄13. Από την άλλη μεριά, όμως, ως προς τη δεύτερη ιδιότητα των πειρασμών, παραγγέλλει ο λόγος του Θεού, δια του Αδελφοθέου Ιακώβου: «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις». Ιακ. α΄2. Διαφαίνεται εδώ μια αντιθετική τοποθέτηση. Με δεδομένη, όμως, την παραγγελία της θείας Αποκάλυψης ότι, «και θρίξ εκ της κεφαλής υμών ου μη απόληται» Λουκά κα΄18, χωρίς να το επιτρέψει ο Θεός, μόνο και μόνο για την πνευματική μας ωφέλεια, μπορούμε να συναγάγουμε ωφέλιμα πνευματικά συμπεράσματα. Μετατρέπονται, ως εκ τούτου οι πειρασμοί, σε θεραπευτικά μέσα της ψυχής των αγωνιστών, όταν παραχωρούνται υπό της θείας οικονομίας. Είναι, τότε οι πειρασμοί, δείγματα του θείου ελέους, προκειμένου να δυναμώσουμε στον πνευματικό μας αγώνα και να μην απελπιζόμαστε. Αυτοί οι πειρασμοί που μας παραχωρούνται, φέρνουν την ευλογημένη ταπείνωση, ως ιδιαίτερο συστατικό του πνευματικού αγώνα. Μόνο που εμείς, πρέπει να φροντίζουμε να μη βάζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας σε πειρασμό. Είναι σοβαρό σφάλμα μας αυτό, όταν γίνεται. Ο λόγος του Θεού, όμως, επιμένει: «ανάγκη γαρ εστίν ελθείν τα σκάνδαλα» Ματθ. ιη΄7. Οι πειρασμοί, δηλαδή, είναι αναγκαίοι. Προφανώς, είναι αναγκαίοι, για κάποιο μεγάλο σκοπό που η αγάπη του Θεού μας επιφυλάσσει. Ακόμα, προσθέτει και το επιπλέον, ο Απόστολος Παύλος: «δει γαρ και αιρέσεις εν υμίν είναι, ίνα οι δόκιμοι φανεροί γένωνται εν υμίν». Α΄ Κορ. ια΄19. Αναπηδούν μεταξύ σας διαφορετικές γνώμες και προτιμήσεις σχετικές με την πίστη, που σας δοκιμάζουν. Αυτές έρχονται και καταφτάνουν για να φανερωθούν και να ξεχωρίσουν οι εκλεκτοί ανάμεσά σας. Όσοι θα είναι σταθεροί στην πίστη, δηλαδή. Αυτές, όμως, οι τοποθετήσεις του θείου λόγου, έχουν την πνευματική τους διάσταση. Το ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε πειρασμών το ακολουθεί μια ανείπωτη χαρά. Στους νικητές των πειρασμών γίνεται συνοδοιπόρος ο ίδιος ο Κύριος. Ας θυμόμαστε την πορεία προς Εμμαούς. Τους δύο θλιμμένους από τα γεγονότα του Πάθους, τους επισκέπτεται ο Αναστημένος Κύριος, συμπορευόμενος. Οι διευκρινίσεις που δόθηκαν από τον Αναστάντα, τους γέμισαν από χαρά και πήγαν στο υπερώο να την μοιραστούν με τους άλλους Μαθητές του Κυρίου. Για να στηρίξει, μάλιστα, ο Κύριος τους Μαθητές Του και όλους του πιστούς πνευματικούς αγωνιστές, έδωσε βαρυσήμαντη διαβεβαίωση κατά τις εμφανίσεις Του. «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος». Ματθ. κη΄20. Είναι, επομένως, οι πειρασμοί μια ενισχυτική μορφή του πνευματικού αγώνα μας, παραχωρούμενοι υποβοηθητικά από το Θεό που βρίσκεται διαρκώς κοντά μας.

η. Η Υπερηφάνεια

Η Υπερηφάνεια, αναζητούμενη ως μορφή του πνευματικού αγώνα, παρουσιάζεται με έντονα αρνητικά στοιχεία. Σε τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι ο εντολέας και ταυτόχρονα αποδέκτης Θεός, ως Αρχηγός του πνευματικού αγώνα μας, από την πρωταρχική ακόμα εποχή, αποκάλυψε ότι, «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Ιακ. δ΄6, Παροιμ. Γ΄34, κ.ά. Τι βοήθεια, επομένως, μπορεί να δώσει η υπερηφάνεια στον πνευματικό αγώνα μας και ποια μορφή μπορεί να εκφράσει; Η υπερηφάνεια, ως έπαρση, αλαζονεία και υποκριτική συμπεριφορά, καταφρονούσα κάθε πνευματική προσπάθεια, είναι στοιχείο που κινείται στη σφαίρα της περιφρόνησης κάθε καλού και ηθικού. Θα λέγαμε, επομένως, ότι και στον όλο πνευματικό αγώνα μας, μόνο αρνητικές προϋποθέσεις μπορεί να δημιουργήσει η υπερηφάνεια. Παρ’ όλ’ αυτά, ως πνευματικοί αγωνιστές οφείλουμε να βγάζουμε ωφέλιμα και από τα αρνητικά και τα ανάποδα. Μπορούμε, τότε, να τοποθετούμε και την υπερηφάνεια κάτω από τον έλεγχο της πνευματικής μας πορείας. Έτσι καθαρίζεται κάθε σκοτεινό και απόβλητο στοιχείο, ώστε να προχωράει καθαρός ο πνευματικός αγώνας μας στην αποστολή του.

Την υπερηφάνεια μπορούμε να την κατατάξουμε πάνω σε δύο ελεγχόμενα από εμάς, στοιχεία. Πρόκειται για την υπερηφάνεια του νου και την υπερηφάνεια της καρδιάς. Η πρώτη, η υπερηφάνεια του νου, είναι η σατανική που αρνείται και βλασφημεί το Άγιο Πνεύμα. Απωθεί τη θεία Χάρη. Εμποδίζει τα μάτια της ψυχής να ιδούν το φως της αλήθειας και αποτρέπει κάθε πνευματική προσπάθεια που οδηγεί στο Θεό και την τελείωσή μας. Αυτή η υπερηφάνεια εύκολα διαπιστώνεται, αλλά δύσκολα θεραπεύεται. Απαιτεί μεγάλη και κοπιώδη προσπάθεια. Σχετίζεται με το σατανικό γένος. Τότε, «τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία». Μαρ. θ΄29. Με ισχυρή δυσκολία, δηλαδή. Η δεύτερη, η υπερηφάνεια της καρδιάς, νοσηρή και αυτή, δεν έχει σατανική προέλευση. Δημιουργείται από ανθρώπινες καταστάσεις και γεγονότα υλικά και σωματικά. Ομοίως αναδεικνύεται και από ανθρώπινα προσόντα παντός είδους. Από δεξιοτεχνίες και χαρίσματα, τα οποία προσφέρουν ανοηταίνουσα έπαρση με ισχυρή δόση ματαιοφροσύνης. Αυτή η υπερηφάνεια είναι αντιμετωπίσιμη με ανθρώπινο και θείο έλεγχο. Μπορούν να την αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι με δική τους θέληση, αλλά και ο Θεός την αντιμετωπίζει με την παιδαγωγούσα επέμβασή Του. Η εξουδετέρωση είναι εύκολη. Η καρδιά είναι όργανο υπάκουο και πειθαρχημένο. Παύει εύκολα να επιζητεί δόξες και ματαιότητες και έτσι θεραπεύεται. Άλλωστε κάθε πνευματική εργασία – και ο πνευματικός αγώνας – ξεκινάει από το περιεχόμενο της καρδιάς. Αυτή πρέπει να είναι γεμάτη από γνήσια αγάπη του Θεού για να έχουμε επιτυχημένο πνευματικό αγώνα. Αδιάλειπτος πρέπει να είναι και ο έλεγχος της καρδιάς μας για μην φωλιάζει η δηλητηριώδης υπερηφάνεια. Με τον τρόπο αυτό επισημαίνεται και εξουδετερώνεται η νοσηρότητα της υπερηφάνειας. Μετατρέπεται, τότε, σε γνήσια και αληθινή ταπείνωση γινόμενη αφορμή να προσφέρει στον πνευματικό αγώνα μας την υπηρεσία της, ως γνήσιος φορέας.

θ. Η Δοξολογία

Η δοξολογία του ονόματος του Θεού είναι χρέος και υπαρξιακή αποστολή του ανθρώπινου γένους. Οφείλουμε, ιδιαιτέρως οι αγωνιστές, να δοξάζουμε το Θεό σωματικά και πνευματικά. Να τον δοξάζουμε, δηλαδή, με τα στοιχεία και τους τρόπους που ανήκουν στο Θεό. Αποκαλύφτηκε, εμφανώς, από την καθαρότητα του θείου λόγου, ότι προς χάρη του Ευαγγελίου και του ονόματος του Θεού παραμερίζονται και θυσιάζονται όλα τα δικά μας δικαιώματα, προκειμένου να δοξολογηθεί το όνομα του Θεού. Ο Παύλειος λόγος έδωσε γι’ αυτή τη θέση, σαφές στίγμα. «Είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Α΄ Κορ. ι΄31. Με τη δοξολογία του ονόματος του Θεού, προκαλούμε και επιτυγχάνουμε την παρουσία του Θεού σε κάθε έργο μας, ιδιαιτέρως πνευματικό και ιδιαίτατα έργο πνευματικού αγώνα. Αναγκαίο είναι, επομένως, να θεωρούμε τη δοξολογία του Θεού ως κυριαρχική μορφή του πνευματικού αγώνα μας. Έτσι βάζουμε στη βασική του διάσταση τον αγώνα μας, οπότε η επιτυχία του μπορεί να θεωρείται αλάθευτη και δεδομένη. Το κεντρικό και αγιαστικό μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, ως κατ’ εξοχή πνευματικό έργο μας, γνωρίζουμε ότι αρχίζει με ειδική δοξολογία, «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως, δόξα εν υψίστοις Θεώ». Τελειώνει δε και πάλι με δοξολογία. Ο Λειτουργός, για λογαριασμό του λαού, απευθύνει πρώτα τη δοξολογία στο Θεό και ύστερα προβαίνει στην απόλυση της θείας Λειτουργίας. Λέγει: «Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, η ελπίς ημών, δόξα σοι». Υπόδειγμα του λειτουργικού έργου μας, ως πνευματικού αγώνα, αποτελεί ο λατρευτικός αυτός τρόπος. Μαθαίνουμε ότι με τον πνευματικό μας αγώνα ιερουργούμε στο αγιαστικό και σωτηρειώδες έργο του Θεού, για την είσοδό μας στη Βασιλεία Του. Αρχή και τέλος, επομένως, αυτού του αγώνα πρέπει να μπαίνει η δοξολογία του ονόματος του Θεού. Είναι η πιο γνήσια και αποτελεσματική μορφή του. Τότε προκαλείται απολαυστικό και το προσωπικό μας κέρδος, καθόσον δοξαζόμενος ο Θεός αντιδοξάζει τον αγωνιστή πιστό Χριστιανό. Παίρνει, ως αντίδωρο, το εισιτήριο για την πνευματική του καταξίωση. Φανερώθηκε τούτο, ως καταληκτήρια του Μυστικού Δείπνου, προτροπή του Κυρίου. Ήταν σαφής ο λόγος Του προς τους Μαθητές Του: «ει ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ, και ο Θεός δοξάσει αυτόν εν εαυτώ, και ευθύς δοξάσει αυτόν». Ιω. ιγ΄32. Άλλωστε, ο Ιησούς Χριστός συνέδεσε προνομιακά τη δική Του δόξα με το φιλοσοφημένο και Ορθόδοξο Ελληνικό γένος. Σαν άκουσε την αναζήτησή Του από Έλληνες, αναφώνησε: «ελήλυθενν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου». Ιω. ιβ΄23. Στη δοξολόγηση του Θεού οφείλει να στρέφεται ανταποδοτικά, επομένως, ο δικός μας πνευματικός αγώνας. Ομοίως δοξολογική είναι και στην περίπτωση του Ιωσήφ του Πάγκαλου. Η μη προσβολή της δόξας του Θεού, δια της αμαρτίας, επέσυρε την προσωπική δόξα του ιδίου. Υμνολογείται στη συνέχεια: «ταις ηδοναίς μη δουλεύσας, αντεδοξάζετο παρά του βλέποντος τας των ανθρώπων καρδίας και νέμοντος στέφος άφθαρτον». Κοντάκιον Μ. Δευτέρας. Βαρύνουσα επιτυχία του πνευματικού μας αγώνα και συμφέρουσα, είναι η δοξολογία του Θεού.

Απολογιστικά

Η Χριστιανική ζωή είναι ένας αγώνας διαρκείας. Παλεύει ο κάθε αγωνιστής, «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου». Εφ. στ΄12. Είναι ένας πνευματικός αγώνας που διεξάγεται αδιάκοπα εναντίον των πνευματικών πονηρών πνευμάτων, για χάρη και για λογαριασμό της κληρονομίας της Βασιλείας των ουρανών. Ο αγώνας αυτός έχει καθαρά προσωπικό και ατομικό χαρακτήρα. Το πρώτο δικό μας βήμα, ως αγωνιστές, είναι να μάθουμε να πολεμάμε, για να γίνουμε ακόλουθοι του Χριστού και να τον έχουμε συμπαραστάτη. Έτσι, ως αγωνιστές, μας θέλει ο Χριστός στη Βασιλεία Του. Παραγγέλλει: «αγωνίζεσθε εισελθείν» Λουκά ιγ΄24. Με τον αγώνα εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά μας, γνωρίζουμε τον εαυτό μας και φροντίζουμε να βελτιώνουμε τη ζωή μας. Όποιος δεν αγωνίστηκε με τούτο τον τρόπο, δεν γνώρισε ποτέ τον εαυτό του και δεν διορθώθηκε. Ούτε αισθάνθηκε τη νικητήρια χαρά ενός θριάμβου. Συνηθισμένα εμπόδια στον πνευματικό αγώνα μας μπαίνουν από τις βιοτικές μέριμνες και φροντίδες, που μας αποτρέπουν από το σκοπό της ζωής μας. Ο δρόμος του πνευματικού αγώνα, παρά το πνευματικό κέρδος, είναι μακρύς και απαιτεί επιμονή και υπομονή. «Αγρυπνείτε και προσεύχεσθε», παραγγέλλει ο ίδιος ο Κύριος. Η επιτυχία, πάντως, του όλου πνευματικού αγώνα εστιάζεται στην καθαρότητα της καρδιάς μας από κάθε ρύπο, ώστε να μπορεί να κατοικεί μέσα μας ο Χριστός, κατά την παραγγελία Του ότι «η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί». Λουκά ιζ΄21. Με τον πνευματικό αγώνα μπαίνει μέσα μας η βασιλεία του Θεού από τούτη τη ζωή. Τότε μας πλημμυρίζει και το Άγιο Πνεύμα με τις θείες δωρεές Του.

Όπως προελέχθη ο πνευματικός αγώνας αποτελεί προσωπική και ατομική υπόθεση. Τούτο είναι τεκμηριωμένο από την όλη θεία Αποκάλυψη. Ο Θεός είναι προσωπικός για τον καθένα μας και ο καθένας αναφέρεται προσωπικά στο Θεό. Μεσολαβητές και μεσίτες, δεν γίνονται δεκτοί. Η σωτηρία μας, επιτυγχάνεται με ατομική προσπάθεια. Δεν ευθύνεται γι’ αυτήν, κανένας τρίτος. Δεν έμεινε, όμως, έξω η Οικογένεια από την υποχρέωση για κατάκτηση της πνευματικής ζωής με αγώνα. Είναι και αυτή μια κατ’ οίκον Εκκλησία που χρεώνεται με ευθύνη για πνευματικό αγώνα. Στην Οικογένεια αντιμετωπίζονται ομαδικά τα πάθη και έτσι θεραπεύονται και αγιάζονται τα μέλη της. Έχει και οφείλει να έχει και η Οικογένεια το δικό της πνευματικό αγώνα. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η Οικογένεια, ως κοινωνία προσώπων, εικονίζει την πληρότητα της εν αγάπη ενότητας της Αγίας Τριάδος. Όπως τα Άγια Τρία πρόσωπα διατηρούν τις υποστάσεις τους χωρίς να διαλύονται με την ένωσή τους, έτσι ζουν και τα μέλη της Οικογένειας. Ταυτόχρονα απεικονίζεται στο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και το αρχέτυπο κάθε πραγματικής Οικογένειας, όπου τα πολλά μέλη της αποτελούν ένα σώμα αδιάσπαστο και αδιαίρετο. Για κάθε διάσπαση της Οικογένειας, αποφαίνεται η ολότητα των αγίων Πατέρων, ότι αυτή οφείλεται σε διαστροφή της «κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργίας, με ταυτόχρονη κυριαρχία του ατομισμού, οπότε επιπλέουν τα διαλυτικά πάθη. Ο Οικογενειακός πνευματικός αγώνας αποτρέπει κάθε διασπαστική πορεία της Οικογένειας.

Τούτων ούτως εχόντων, ας προστατεύσουμε τον πνευματικό μας αγώνα. Τον ατομικό και τον Οικογενειακό. Να στολιστούμε με αρετές, να αποβάλλουμε τα πάθη, να καθαρίσουμε την καρδιά μας από κάθε ρύπο. Έτσι να δεχθούμε να κατοικήσει μέσα μας ο Χριστός, με πλημμυρισμένο το είναι μας από το Άγιο Πνεύμα, ως χορηγό των θείων δωρεών Του. Τότε, με υπακοή και ταπείνωση μπροστά στο μεγαλείο της δόξας του Θεού θα γνωρίσουμε τη δική μας σωτηρία.

Αν μάθουμε, επομένως, να αγωνιζόμαστε στη ζωή μας πνευματικά, ζητούντες τον Κύριον, ανοίγουν οι ουρανοί και η Βασιλεία του Θεού μας περιμένει.

Ιερά Πόλις Μεσολογγίου 6η Ιανουαρίου 2015
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΠ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
Καθηγητής Θεολογίας
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
τηλ. 6972725701

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία