Αγγελίες    Επικοινωνία

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Του Δημήτρη Στεργίου

Όλα σχεδόν τα σπίτια σε όλο το χωριό που χτίστηκαν πριν από πολλές δεκαετίες με όλα τα έθιμα από αρχιμάστορες, δεκάδες επιδέξιους στην τέχνη της πέτρας χτίστες και «πελεκάνους» και μαστορόπουλα (τσιράκια) έχουν παραδοθεί στη μανία του ασβέστη, με τους παρακείμενους λιθόστρωτους να αποτελούν μια απογοητευτική παραφωνία.

Από τότε που γεννήθηκα έως και το 1961 που έμενα στην Παλαιομάνινα ως μαθητής του Δημοτικού Σχολείου και του (εξαταξίου τότε)Γυμνασίου, με εντυπωσίαζαν τα επιβλητικά πέτρινα παραδοσιακά σπίτια, τα οποία, μολονότι τα περισσότερο δεν διακρίνονταν για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική τους (εκτός του αρχιτσέλιγκα Κουτσομπίνα, είχαν μια δωρική λιτότητα και ομορφιά στο χτίσιμο. Αυτή η όμορφη εικόνα ξεθώριασε αργότερα, όταν κατά τις επισκέψεις μου στο χωριό έβλεπα με απογοήτευση να απλώνεται ως επιδημία η «μόδα» του ασβέστη, με τον οποίο καλυπτόταν στην αρχή το κάτω μέρος των σπιτιών και στη συνέχεια επεκτεινόταν στα πελεκημένες πέτρες των παραθύρων και στους τοίχους ολοένα και ψηλότερα. Από αυτή τη μόδα δεν γλίτωσε ούτε το πατρικό μου σπίτι και το συνεχόμενο, πιο πρόσφατο, του θείου Πάνου Στεργίου (για το οποίο θα γράψω πιο κάτω), των οποίων ο αδερφός μου Αριστοτέλης «τους άλλαξε τα φώτα» με λάσπη, ασβέστη και ελαιόχρωμα («εκσυγχρονισμός», γάρ!). Έτσι, μια επιβλητική «καστροπολιτεία» που ήταν το χωριό μας, κυρίως στο πιο πυκνοδομημένο ιστορικό κέντρο φαντάζει τώρα ως μια εικόνα σπιτιών με άσπρους τοίχους ή δίνει την εντύπωση ότι είναι … νησιώτικο τοπίο!

Σε επιβεβαίωση της μελαγχολικής αυτής διαπίστωσης μία φωτογραφία του εντυπωσιακού παραδοσιακού κτιρίου του Χρήστου Γ. Ζώγα, το οποίο κι αυτό δεν γλίτωσε, έστω και σε μικρή έκταση, από τη μανία του ασβέστη. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό κτίριο, που χρησιμοποιήθηκε πολλαπλώς, όπως πριν από μερικές δεκαετίες ως αποθήκη βελανιδόκαρπου και καπνών και που είχα κάνει πρόταση στον ιδιοκτήτη του να το αγοράσει η Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας (είχε τότε αποθεματικά). Ο Χρήστος Ζώγας εντυπωσιάσθηκε από την πρόταση αυτή, αλλά για ειδικούς λόγους δεν υλοποιήθηκε η πρότασή μου. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το παλιό τυροκομείο του χωριού, το οποίο ανακαινίσθηκε από την Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας με δαπάνη 40.000 περίπου ευρώ για να γίνει Λαογραφικό Μουσείο. Οι διαφορές είναι έντονες. Μετά την ανακαίνιση και ιδιαίτερα την αποκατάσταση του πέτρινου τοίχου στην αρχική του μορφή καταδεικνύεται πώς θα γινόταν αποκατάσταση των πέτρινων σπιτιών, κυρίως του ιστορικού κέντρου, στην αρχική επιβλητική τους μορφή με το σύστημα της αμμοβολής και με την ένταξη του έργου σε αντίστοιχο κοινοτικό πρόγραμμα!

Αυτή η αποκατάσταση της «καστροπολιτείας» του χωριού μου θα αποκάλυπτε όλα τα έθιμα και την τεχνοτροπία κατασκευής των σπιτιών αυτών πριν από πολλές δεκαετίες. Μολονότι έχουν περάσει πάνω από 70 χρόνια, η εικόνα της διαδικασίας ανέγερσης ή, καλύτερα, χτισίματος με πέτρα σπιτιού στο χωριό μας είναι έντονη και ανεξίτηλη στο μυαλό μου. Θυμάμαι ότι περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο πατέρας μας και ο θείος μου Πάνος (ήταν τότε αρραβωνιασμένος με τη Ζωή Αντώνου, μετέπειτα θεία μου) και προέκυψε πρόβλημα στέγης. Το πατρικό μου σπίτι, με ένα δωμάτιο και ένα άλλο, με το τζάκι, που ήταν για πάσα χρήση από την εξαμελή οικογένειά μου, δεν προσφερόταν για διανομή μεταξύ των δύο αδερφών, όπως συνήθως γινόταν τότε. Έτσι βρέθηκε η λύση της επέκτασης προς δυσμάς σε ακάλυπτο μέρος με το χτίσιμο νέου σπιτιού.

Πράγματι, με τα έσοδα από την πώληση του κοπαδιού γιδιών, το οποίο δεν μπορούσε πια να «κρατηθεί» άλλο μετά το θάνατο του παππού μου Αντώνη το 1942, άρχισε η διαδικασία ανέγερσης του νέου σπιτιού κολλητά στο παλιό. Τότε δεν χρειάζονταν άδεια από την Πολεοδομία, παρά μόνο η εξασφάλιση της ομάδας των Ηπειρωτών (κυρίως από τα μαστοροχώρια της Ηπείρου) χτιστών, που έμεναν σχεδόν μόνιμα στο χωριό χτίζοντας σπίτια. Ήταν, δηλαδή εκείνοι που έχτιζαν κάστρα και πολιτείες, εκκλησίες με τρούλους και εξάγωνα κωδωνοστάσια σε ένα παιγνίδισμα της δαιμόνιας τέχνης τους. Ακόμα, είναι εκείνοι που έχτιζαν αρχοντικά, βρύσες και δεξαμενές στεγανές, μύλους, φούρνους, πέτρινα πηγάδια, πύργους και υδραγωγεία, γεφύρια μονότοξα και πολύτοξα , τα οποία σήμερα εντυπωσιάζουν ή εκπλήσσουν για τη γηγενή αρχιτεκτονική αισθητική.

Οι ομάδες των χτιστών ήταν συνεκτική και οργανωμένη σε οικογενειακή ή συγγενική (με διάφορες ονομασίες , όπως μπουλούκια, σινάφια, τσούρμο, ή νταϊφάδες) και, συγχρόνως, σε εξειδικευμένη βάση (χτίστες, ξυλουργοί, σιδεράδες, νταμαρτζήδες, κλπ). Οι άνθρωποι των ομάδων αυτών ήταν σκληραγωγημένοι, πανέξυπνοι, παρατηρητικοί, φίλεργοι, οικονόμοι , τίμιοι στις συναλλαγές τους.

Επικεφαλής της ομάδα ήταν ο πρωτομάστορας. Αυτός είχε την ευθύνη όλης της ομάδας, της πληρωμής των μισθών, του κλεισίματος των συμφωνιών, των συμβολαίων, της εύρεσης εργασίας, κ.λ.π. Ο πρωτομάστορας ήταν εργολάβος και εργοδότης και συνέταιρος. Ήταν συνήθως και άριστος πελεκάνος - τεχνίτης της πέτρας. . Εργαζόταν και αυτός συχνά στα θεμέλια της οικοδομής, στις προσόψεις και στις γωνιές που «κλείδωναν» τα αγκωνάρια. Τα θεμέλια της οικοδομής, ήταν πολύ υψηλή υπόθεση για να την αφήσει στους άλλους μάστορες. Οι ανειδίκευτοι εργάτες, τα τσιράκια του μπουλουκιού, έφτιαχναν τη λάσπη και κουβαλούσαν με το πηλοφόρι την ειδική ξύλινη σκάφη. Άλλη εργασία των μαθητευόμενων ήταν να σπάνε και να κουβαλούν με τα ζώα τις πέτρες, ασβέστη και άμμο, αγκωνάρια ή πρέκια (ανώφλια) και κατώφλια για πόρτες και παράθυρα, και να μαθαίνουν κοντά στους μαστόρους την τέχνη.

Οι πελεκάνοι ήξεραν τις ιδιοτροπίες του υλικού και πως να το χειριστούν, φτιάχνοντας αριστουργήματα. Ο πρωτομάστορας έδινε σε γενικές γραμμές το σχέδιο του σπιτιού σε συνεργασία με τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη. Κυρίως όμως, έπρεπε να είναι καλός στο κουμάντο. Ακολουθούσαν οι τεχνίτες και οι κάλφες (τα τσιράκια). Την ιεραρχία μπορούσε κάποιος να την διαβεί σταδιακά. Η προαγωγή από τη μία βαθμίδα στην επόμενη γινόταν πάντα υπό την αυστηρή επίβλεψη του πρωτομάστορα. Ένα μπουλούκι περιελάμβανε διάφορες ειδικότητες: Πελεκάνος, Χτίστης, Νταμαρτζής ή Μαντεμτζής, Ταβανατζής ή ταβαντζής (μαραγκός), Ασβεστάς, Σκαλιστής, Μπογιατζής, Τσιράκι (Λασποπαίδι). Οι μαραγκοί ήταν αυτοί οι οποίοι έφτιαχναν οποιαδήποτε ξύλινη κατασκευή του κτιρίου (πατώματα, ταβάνια, παράθυρα, πόρτες, έπιπλα, κ.λ.π.). Αν δεν υπήρχαν σκαλιστάδες έκαναν και τα σκαλίσματα. Σημαντικό στοιχείο του μπουλουκιού ήταν και τα ζώα (μουλάρια), τα οποία χρησίμευαν για τη μεταφορά των υλικών (πέτρες από το νταμάρι) και συνόδευαν την ομάδα.

Δούλευαν στους διατεταγμένους χώρους της εργασίας από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση, πότε χωρίς φαΐ, που ήταν πάντα υπολογισμένο στο μεροκάματό τους. Δούλευαν με τα υλικά που είχε κάθε τόπος και το αυτοσχέδιο λατομείο. Δούλευαν περιοδικά από τις αποκριές μέχρι το Νοέμβρη, οπότε και γύριζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Οι περισσότεροι ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή μηχανική γνώση. Και όμως ο πρωτομάστορας ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου.

 Οι μαστόροι εκτός από τα εργαλεία τους έριχναν στο δερμάτινο σάκο τους το τσόκι, το σφυρί, που στα διαλείμματα της δουλειάς το περνούσαν στο ζωνάρι. Το τσόκι ήταν το πρώτο εργαλείο που κληροδοτείται από πατέρα σε παιδί, συμβολίζοντας τη μετάβαση της τέχνης από τη μια γενιά στην άλλη. Στον ριμένικο λόγο το λέμε «τσόκου», η οποία παράγεται από την αρχαία ελληνική λέξη «τυκάνιον» και το βυζαντινό ρήμα «τσουκανίζω»!

Τα έθιμα

Όταν, λοιπόν, εξασφαλίσθηκε αυτή η πολυπληθής ομάδα άρχισε το χτίσιμο του νέου σπιτιού του θείου μου Πάνου Στεργίου. Η διαδικασία άρχιζε με το σκάψιμο των θεμελίων. Όταν οι χτίστες τελείωναν το σκάψιμο των θεμελίων και τοποθετούσαν το πρώτο αγκωνάρι σφάζανε ένα ζώο για το καλό). Στο χωριό συνήθως έσφαζαν έναν κόκορα. Καμιά φορά έσφαζαν τέσσερις κόκορες, στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, για να στεριώσει καλύτερα. Από το σφαγμένο ζώο δεν έτρωγαν ποτέ οι νοικοκύρηδες του σπιτιού (το είχαν για κακό) . Έτρωγε μόνο η ομαδα! Συχνά έριχναν και νομίσματα, χάλκινα ή ασημένια, πάνω στα θεμέλια για να βροντίσουν τα καλορίζικα. Τα νομίσματα τα έπαιρνε (βεβαίως, βεβαίως!) ο πρωτομάστορας (αφού άφηνε μερικά στα θεμέλια!). Σημειώνω ότι όσο καιρό διαρκούσε η θεμελίωση του σπιτιού, οι νοικοκυραίοι δεν κοιμόντουσαν από φόβο μήπως εχθροί τους ρίξουν μάγια στα θεμέλια. Φρουρούσαν το σπίτι νύχτα – μέρα!

Μετά την ολοκλήρωση, βραδέως αλλά ασφαλώς, του χτισίματος του σπιτιού, ακολουθούσε η κατασκευή της στέγης με ένα συναρπαστικό έθιμο, που λεγόταν «μανδηλώματα». Τοποθετούσαν στην κορυφή της στέγης έναν πρόχειρο σταυρό στολισμένο με λουλούδια και με σημαία ή μεγάλο μαντήλι ή τσεμπέρι. Τότε, έρχονταν οι συγγενείς και φίλοι καθένας πρόσφερε πουκάμισα, μαντήλια, κάλτσες, τρόφιμα, κρασί, και αφού μαζεύονταν όλοι ανέβαινε ένας μάστορας στη στέγη και φώναζε για τον καθένα ονομαστικά ορισμένους στίχους. Πρώτα ο νοικοκύρης έριχνε τόσα μαντήλια, όσοι ήταν οι μάστοροι που δούλευαν. Ακολουθούσαν οι συγγενείς του νοικοκύρη και από συμπάθεια ή ντροπή όλο σχεδόν το χωριό. Στην κορφή της στέγης οι μάστοροι τέντωναν ένα σχοινί, από τη μια άκρη στην άλλη (…) και εκεί κρέμαγαν τα μπαξίσια τα διαλαλούσε ο πρωτομάστορας τραγουδιστά και «την τελευταία συλλαβή κανοναρχούσε σαν τραγούδι, αλλά την τελευταία λέξη τη φώναζαν εν χορώ όλοι οι μάστοροι, που έπαιρναν θέσεις γύρω-γύρω στη στέγη, κρατώντας τα σφυριά ή σκεπάρια, και μόλις πρόφερε τ’ όνομά του δωρητού άρχιζαν όλοι μαζί ρυθμικά και δυνατά κτυπήματα στα ξύλα της στέγης (…). Τα μαντήλια τα μοίραζαν μεταξύ τους οι μαστόροι, εκτός από το καλύτερο που το έδιναν στον πρωτομάστορα, ενώ στα άλλα έριχναν κλήρο! Επίσης, οι συγχωριανοί και οι συγγενείς πρόσφεραν και γλυκά, όπως τηγανίτες και το ριμένικο μπακλαβά (πίτε ντι νιέρι», του οποίου η παρασκευή απαντάται στα ομηρικά έπη με την αρχαία ονομασία «πλακούς»!!!

Σημειώνω ότι το τελείωμα του σπιτιού συνοδευόταν από το έθιμο να παραθέτει ο ιδιοκτήτης πλούσιο γεύμα στους μαστόρους και τους συγγενείς, το οποίο αποτελούνταν κυρίως από κοψίδια (αρνί ψητό, κοκορέτσι, σπληνάντερο) ή το περίφημο ριμένιο γαμήλιο φαγητό (προβατίσιο κρέας σε σάλτσα με χοντρά μακαρόνια).

Ολοκληρώνω το σημείωμα αυτό με δύο χριστιανικούς συμβολισμούς (την πίστη των Ριμένων στη χριστιανική θρησκεία) και ένα αρχαιοελληνικό έθιμο. Δηλαδή με εκείνο του αγιασμού κατά τη θεμελίωση και του ξύλινου σταυρού στη στέγη και, παράλληλα, την αλεκτοροθυσία, η οποία, με τη μορφή κι άλλων ζώων και ανθρώπων σε μερικές περιπτώσεις (βλέπε τη θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα και το δημοτικό τραγούδι «το Γιοφύρι της Άρτας») αποτελούσε βασικό στοιχείο για την αίσια έκβαση ή ολοκλήρωση ενός μεγάλου έργου!

Του Δημήτρη Στεργίου

Αξιέπαινη είναι η πρωτοβουλία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδος για συμμετοχή από το 2013 αδιαλείπτως στην πανελλαδικής εμβέλειας δράση του υπουργείου Πολιτισμού «ΠΡΑΣΙΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ».

Όπως επισημαίνει σε σχετική ανακοίνωση η προϊσταμένη της Εφορείας Δρ. Ολυμπία Βικάτου, η Υπηρεσία συμμετέχει για το έτος 2019 στην εν λόγω δράση με διάφορες εκδηλώσεις σε αρχαιολογικούς χώρους (Κορινθιακός Κόλπος για μαθητές Δημοτικού Ναυπάκτου, λιμάνι Ναυπάκτου για μαθητές Γυμνασίου, Αιχμηρή και Ξέστρο για εκπαιδευτικό πρόγραμμα σε μαθητές Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ναυπάκτου, Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου από τα τείχη της Πλευρώνας για παιδιά Γυμνασίου και Λυκείου, αρχαία πόλη των Οινιαδών για μαθητές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Κάστρο Αμφιλοχίας για μαθητές Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Κάστρο Παλαίρου- Κεχροπούλας για μαθητές Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Λοιπόν, «δεδομένου ότι σκοπός της δράσης είναι η προαγωγή της βιώσιμης ανάπτυξης με την εκπαίδευση των πολιτών σε θέματα προστασίας και ανάδειξης του φυσικού περιβάλλοντος και του πολιτιστικού πλούτου της χώρας», όπως τονίζει στην ανακοίνωσή της η κυρία Βικάτου, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδας ορθώς εποίησε και δεν συμπεριέλαβε σε αυτή την αξιοσημείωτη εκδήλωση και την αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας, δεδομένου ότι εκεί είναι μόνιμη, βιώσιμη και αειφόρος η ανάπτυξη του φυσικού και περιβάλλοντος και, συνεπώς, μάταιη η ανάδειξη του πολιτιστικού πλούτου της περιοχής από τους δυστυχείς μαθητές, τους οποίους θα υποδέχονταν τεράστια φίδια και αγκαθωτοί θάμνοι…

 

Του Δημήτρη Στεργίου

Τύφλα  νάχει ο … Έλγιν, Γότθοι, Αλάριχος και άλλα βάνδαλοι επιδρομείς μπροστά τους σημερινούς απογόνους  των Ελλήνων που αφήνουν  την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά να καταρρέει, να φυγαδεύεται σε ξένα μουσεία και να απαξιώνεται

 

Όταν είδα την παρατιθέμενη φωτογραφία που μού έστειλε από το χωριό, την Παλαιομάνινα, ο εγγονός  μου Γιώργος Μπαμπάνης,  μού  φάνηκε ότι άκουσα, για μιαν ακόμα φορά, τον  φιλέλληλα ποιητή  λόρδο Μπάυρον  να απαγγέλλει εκκωφαντικά  το γνωστό ποίημά του «Η κατάρα της Αθηνάς»  (The Curse of Minerva),  που  είναι μία από τις νεανικές ποιητικές δημιουργίες του . Το ποίημα αυτό γράφηκε τον Μάρτιο του 1811 στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού τού 23χρονου ποιητή στην Ελλάδα, όταν ένα αττικό δειλινό ο Μπάυρον, ανέβηκε προσκυνητής στον ιερό βράχο για να θαυμάσει το αρχαίο κάλλος, αλλά  αντίκρισε με  αγανάκτηση,  θλίψη και απογοήτευση  το  καταστρεμμένο και λεηλατημένο το ναό της Αθηνάς και την Καρυάτιδα να λείπει από τη θέση της.

Σημειώνεται ότι  λίγα χρόνια πριν  ο  Σκωτσέζος αρχαιοκάπηλος   λόρδος Έλγιν  είχε διαπράξει  τη γνωστή ιεροσυλία, αφού κατάφερε να αποσπάσει ειδικό φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη, που επέτρεπε στους ανθρώπους του να ανεβοκατεβαίνουν ανενόχλητοι στην Ακρόπολη και να αρπάζουν ό,τι έργο τέχνης της αρχαιότητας είχε απομείνει ακόμα από τις κατά καιρούς επιδρομές των βαρβάρων. Έφτασε μάλιστα στο σημείο ο ‘Ελγιν να εγκαταστήσει και σκαλωσιές ακόμα γύρω από τον Παρθενώνα και με συνεργείο εργατών ξεκόλλησε πολλά αγάλματα του αετώματος και ολόκληρες ανάγλυφες παραστάσεις από τις μετόπες του! Αυτά καθώς και άλλα έργα τέχνης, αγγεία και ευρήματα από διάφορες αρχαιολογικές περιοχές της Ελλάδας, άλλα κλεμμένα και άλλα αγορασμένα αντί πινακίου φακής, φορτώνοντάς τα σε καράβι, ο Έλγιν τα έστειλε κατά διαστήματα στο Λονδίνο, όπου και δημιούργησε την πιο πλούσια ιδιωτική αρχαιολογική συλλογή. Υπολογίζεται ότι συνολικά είχε στείλει 253 τεμάχια αρχαιολογικής αξίας.

Σήμερα, ο εμβληματικός πύργος της ακρόπολης της Παλαιομάνινας, ο οποίος άντεξε  από την επίθεση  2.500 περίπου ετών, από τις ορδές ποικιλώνυμων επιδρομέων και κατακτητών, όπως και η ακρόπολη πριν από τον Έλγιν,  βλέπει στο πρόσωπο του Σκωτσέζου  αρχαιοκαπήλου και βανδάλων τους … ίδιους απογόνους των  ιδρυτών της απέραντης αρχαίας πόλης της Παλαιομάνινας  να τον  «ιεροσυλήσουν»  με την αδιαφορία τους, την ολιγωρία τους και την απάθειά τους, μολονότι «φωνάζει», όπως καταδεικνύει και η φωτογραφία και έχει προειδοποιήσει και ο αρχαιολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Λαμπρινουδάκης, ότι είναι υπό κατάρρευση και ότι είναι έτοιμος να  δώσει τη δική του «κατάρα»! Και υπενθυμίζω ότι η «Κατάρα της Αθηνάς» του Μπάυρον «έπιασε», αφού, όταν  αργότερα ο ιερόσυλος  Έλγιν  πτώχευσε, αναγκάστηκε να βγάλει στο σφυρί τη συλλογή του, που την αγόρασε το κράτος για το Βρετανικό Μουσείο, όπου πολλά τεμάχιά της βρίσκονται και σήμερα, κάνοντας αυτό που δεν είχαν κάνει ούτε οι Γότθοι!

Τότε, λοιπόν,  ο νεαρός ρομαντικός ποιητής  έγραψε την «Κατάρα της Αθηνάς» σαν μια κραυγή διαμαρτυρίας και μομφής εναντίον του ανοσιουργήματος, από το οποίο παραθέτω μερικούς σχετικούς στίχους, τους οποίους  θα μπορούσε να τα «έλεγε» σήμερα και υπό κατάρρευση πύργος της Παλαιομάνινας (σε μετάφραση του καθηγητή Πάνου Καραγιώργου):

«…Όπως έτσι στης Παλλάδας το ναό βρισκόμουν μόνος,

και τις ομορφιές κοιτούσα, στο μαγευτικό ακρογιάλι

που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία

και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία,

κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει

της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,

οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει

και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!

Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τ’ αστέρι

είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη

κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,

σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.

Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,

ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα

στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη

κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.

Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,

θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,

όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,

η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μεσ’ στο ναό της!

Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη

από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη

έτρεχε μ’ ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει

από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τ’ άξιο χέρι.

Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο

κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.

Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,

κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι

π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο

και ξερό, καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.

Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,

δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.

Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη

την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.

«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα

Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ευγενές ακόμα,

μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,

τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.

Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·

την αιτία θες να μάθεις; – ιδέ τριγύρω σου και ’μπρος.

Νά, εγώ είδα πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν

κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.

Τούρκου και Γότθων αντάμα γλίτωσα ’γω το κακό,

μα η χώρα σου μου στέλνει έναν κλέφτη πιο τρανό.

Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,

και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.

Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,

ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,

και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει, –

μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.

Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,

τ’ όνομα το μισητό του πάει και στον ναό μου γράφει,

σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,

κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του!

Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο

είν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.

Ο Αλάριχος τα πάντα είχε άγρια καταστρέψει

με το δίκιο του πολέμου, μα ο Έλγιν για να κλέψει

όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος

είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος ;

Το ’κανε, όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι

και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει

και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα

απ’ του λέοντα ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.

Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει!

Τ’ όνομά του μ’ ένα άλλο τον ναό μου τον λερώνει,

κάποια αμοιβή η Παλλάδα ν’ απαιτήσει αξιώνει

και το φως της να το ρίξει η Αφροδίτη πια θυμώνει!»

… Ω θνητέ,  μού είπε τότε η κόρη η γαλανομάτα

στις ακτές της χώρας σου φέρε τούτα τα μαντάτα:

Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει

και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.

Άκουσε, λοιπόν, τα λόγια της θεάς Παλλάδας μόνο:

άκουσε και σώπα: τ’ άλλα θα λεχθούν από τον χρόνο.

Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη

η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.

Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του

και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.

Κι αν βρεθεί απόγονός του με λίγο πνεύμα ή φάτσα,

τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.

Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους

και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.

Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία

που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,

να πουλά κι έτσι να κάνει – τί ντροπή και τί απάτη! –

της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.

Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,

μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,

με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,

μπρος τους θα βρεθεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.

Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε

με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε

και το «μαρμαράδικό» του βλέποντας, θα το θαυμάσουν

κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν

πλήθη γύρω απ’ την πύλη, τόσα που δεν είδαν άλλοι,

θα γουρλώνουνε τα μάτια με κατάπληξη μεγάλη

και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,

ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν

και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια

των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,

και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:

‘Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε τέλειοι άντρες!’

Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,

θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.

Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;

Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν μοιάζει του Ηρακλή!

Και στο τέλος, μεσ’ στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,

θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·

λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,

θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.

Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος,

και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος!

Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σε ’κείνου θα γράψει

του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.

Κι η κατάρα μου πιο πέρα κι απ’ τον τάφο του να πάει

Ο Ηρόστρατος κι ο Έλγιν σε σελίδες παραμένουν

που είναι στιγματισμένες και με στίχους όπου καίνε·

έτσι πάντα είναι γραμμένοι και οι δυό καταραμένοι,

μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει…»

Τώρα, ποιούς «καταριέται» ο εμβληματικός πύργος της Παλαιομάνινας; Μα όλους εκείνους  που την ψήφο μας έχουν αναγάγει σε καλέμι για ξεκολλήσουν, σαν τον Έλγιν,  ό,τι  απόμεινε από την πλούσια πολιτιστική μας κληρονομιά…

Καλή Ανάσταση…

Αναμνήσεις του Δημήτρη Στεργίου

Τα παιδιά, κατά ομάδες, «περιέφεραν» στο χωριό του δικό τους «Λάζαρο», κουνώντας, για να χτυπάνε όσο το δυνατόν ηχηρότερα, τα κύπρια

Την παραμονή της γιορτής του Λαζάρου, στην Παλαιομάνινα, όλα σχεδόν τα παιδιά – μαθητές προετοιμάζονταν τα παλαιότερα χρόνια για το έθιμο του «Λαζάρου». Από τρία ξύλα (συνήθως καδρόνια) ίσου μήκους σχημάτιζαν ένα ισοσκελές περίπου τρίγωνο. Ύστερα, ένα μεγάλο ξύλο (συνήθως κι αυτό από καδρόνι), στο ύψος περίπου των παιδιών, έτεμνε τη βάση του τριγώνου αυτού.

Στη συνέχεια, κρεμούσαν, δεξιά και αριστερά από τη βάση του τριγώνου, μεγάλα κουδούνια γιδιών και τραγιών (κύπρια), ενώ στόλιζαν το τρίγωνο με δάφνες, που τις μάζευαν από τη «Γκούβα α Ντελί» (Σπηλιά όπου έμενε και όπου σκοτώθηκε ο λήσταρχος Δελής), και αγριολούλουδα. Επίσης, πάνω στα κύπρια και στα στεφάνια από λουλούδια και δάφνη έριχναν χρωματιστά τσεμπέρια. Προφανώς, με όλα αυτά ήθελαν να δώσουν την εικόνα του «σαβανωμένου» Λαζάρου.

Ανήμερα, Σάββατο του Λαζάρου (παραμονή της Κυριακής των Βαϊων), όλα ήταν έτοιμα. Έτσι, τα παιδιά, κατά ομάδες, «περιέφεραν» στο χωριό τον δικό τους «Λάζαρο», κουνώντας, για να χτυπάνε όσο το δυνατόν ηχηρότερα, τα «κύπρια», ενώ έλεγαν και το ακόλουθο τραγούδι:

Μάρθα, πού΄ ναι ο Λάζαρος ο αδερφός μας,

ο φίλος μας και αγαπητικός μας;

Είναι, είναι πεθαμένος

και στον τάφο του χωμένος.

Λάζαρέ μου, Λάζαρέ μου,

φίλε κι αγαπητέ μου.

Λάζαρε, για έβγα έξω,

απ΄ τον τάφο σου απέξω.

Πες μας, Λάζαρε, τι είδες

στο σκοτάδι όπου πήγες.

Είδα φόβους, είδα τρόμους,

είδα βάσανα και πόνους.

Στο σημείο αυτό ακουγόταν εκκωφαντικός ο ήχος από τα κύπρια, που συνεχώς σείονταν από το παιδί που κρατούσε τον «Λάζαρο».

Το έθιμο του «Λαζάρου» σε πολλές περιοχές

Το έθιμο του Λαζάρου και μάλιστα με κύπρια απαντάται στην Αιτωλοακαρνία και, φυσικά στο Ξηρόμερο, στην Ήπειρο (Κεφαλόβρυσο Ιωαννίνων, Σούλι, Πωγώνι και αλλού) και Βόρειο Ήπειρο (Αργυρόκαστροκαι αλλού), με διάφορες παραλλαγές που αφορούν κυρίως τον τρόπο και το μέσο χρησιμοποίησης των κουδουνιών. Από το περιοδικό «Μπουκέτο» του 1929, προκύπτει ότι τα τραγούδια του Λαζάρου συνοδεύονταν από κυπριά (είδος μεγάλων κουδουνιών), τα οποία, όπως και στην Παλαιομάνινα, ήταν κρεμασμένα σε μια σανίδα, την οποία κινούσαν τα παιδιά ρυθμικά, σα να κοσκινίζουν αλεύρι. Για κάθε τραγούδι και εγκώμιο για τους ενοίκους του σπιτιού, που έλεγαν έπαιρναν εκεί, στην Ήπειρο κι ένα αβγό. Στην Ήπειρο τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν τα εξής:

Ήρθε και ο Χριστός στην πόλη Βηθανία

και εφώναξε Μάρθα και Μαρία

- Μαρία που 'ναι ο Λάζαρος ο αδερφός μας

και ο φίλος μας ο αγαπητός μας

- Ο Λάζαρος επέθανε εδώ και τρεις ημέρες

- Πάμε - πάμε να τον δούμε

και στον τάφο του να τον λυπηθούμε

- Λάζαρε-Λάζαρε έβγα έξω

Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον τάφο που επήγες

είδα φόβο είδα τρόμο είδα βάσανα και πόνο

φέρτε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι

το φαρμάκι των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον

Στον Κεφαλόβρυσο Ιωαννίνων, όπου αποδεδειγμένως ήταν το ορμητήριο των προγόνων μας για την κάθοδο στην Ακαρνανία τους χειμώνες (χειμαδιά) τις μεγάλες κουδούνες και τα πιο μεγάλα κυπριά τα παιδιά τα κρεμάγαμε γύρω από τη μέση με τριχιά ή τα κρεμάγανε μαζί με το περιλαίμιο (κόθορο) του ζώου ένα σε κάθε ώμο. Τα παιδιά Βγαίναν χαράματα, 5-6 μαζί, χτυπάγαμε τις πόρτες των σπιτιών και πριν ακόμα ανοίξουν άρχιζαν τον σαματά τους... Ο θόρυβος των κουδουνιών ήταν εκκωφαντικός, όπως και στην Παλαιομάνινα. Τα κάλαντα κι εκεί ήταν περίπου τα ίδια με αυτά που παραθέσαμε πιο πάνω

Επίσης, σημειώνω ότι το ίδιο έθιμο, με ελαφρά παραλλαγή, είχαν και έχουν και οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου. Στο βιβλίο τους «Δημοτικά Τραγούδια της Βορείου Ηπείρου» (Εκδόσεις Νεφέλη, 1995), οι Παναγιώτης Σ. Φωτίου και Νίκος Β. Λύτος παραθέτουν σχετικό τραγούδι – κάλαντα από το χωριό Καλογεραντζή της Βορείου Ηπείρου για το «Λάζαρο». Είναι το ακόλουθο:

Καλημέρα σας, καλό πουρνό σας,

καλώς σας βρήκαμε στ΄ αρχοντικό σας,

αν ορίσετε να σας τα πούμε

για το Λάζαρο που τραγουδούμε.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,

ήρθε ο Χριστός από τη Βηθανία

και εκει έκλαιγε Μάρθα και Μαρία.

Μάρθα, πού΄ ναι ο Λάζαρος ο αδερφός μας

κι ο φίλος μας ο ιδικός μας;

Είναι, αφέντη μας, απεθαμένος

εις τον τάφο του βαθιά χωμένος.

Ας υπάγομεν να τον ιδούμεν

και στον τάφο του να λυπηθούμε.

Τότε έτρεξαν μικροί μεγάλοι,

 όλοι οι Έλληνες, όλοι οι Εβραίοι,

τον φώναζαν Λάζαρε, Λάζαρε,

Λάζαρε, για έβγα έξω

να σ΄ ιδώ να σε γνωρίσω

κι από τους νεκρούς να σ΄ αναστήσω.

Πες μας, Λάζαρε, τι είδες

στον Άδη τον ολέθριο και από σκοτάδι;

Είδα φόβους, είδα τρόμους,

Είδα βάσανα και πόνους.

Δώστε μου λίγο νεράκι,

να ξεπλύνω το φαρμάκι

της καρδιάς μου (αχ) το δέος

και να μη ρωτάτε πλέον.

Πάντως, όπως διάβασα, τα κύπρια στο έθιμο του Λαζάρου έχουν μιαν ερμηνεία που θυμίζει προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Κατά την αρχαιότητα ο ήχος του κουδουνιού είχε μαγικές και προστατευτικές δυνάμεις. Το χρησιμοποιούσαν για να ξορκίσουν ξωτικά και κακά πνεύματα, για να προστατέψουν ζώα και ανθρώπους από ασθένειες και βασκανίες.

Φωτογραφία:

Από την αναβίωση του εθίμου στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας από την Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας το 2001.

(Από το βιβλίο μου «Βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με αρχαιοελληνικές ρίζες», Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2001)

Του Δημήτρη Στεργίου

Την αγία εικόνα είχε δωρίσει στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης της Παλαιομάνινας ο τυροκόμος Αντωνόπουλος, ο οποίος την είχε αγοράσει από την Οδησσό της Ουκρανίας το 1920 ή 1923 με τεχνοτροπία που θυμίζει τις φημισμένες κεντήστρες (Δεσποινέτα, Μαργιώρα κλπ) χρυσοκέντητων εικόνων επιταφίων από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.

Επιτάφιος Παλαιομάνινας: Αγοράσθηκε στην Οδησσό της Ουκρανίας και προσφέρθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης από ένα τυροκόμο το 1920 ή 1923. Προτείνεται να εναποτίθεται η σπάνια παλαιά εικόνα κάθε Μεγάλη Εβδομάδα στο Κουβούκλιο του Επιταφίου, όπως παλιά, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να προσεύχονται οι νεώτεροι

Η παλαιά, χρυσοκέντητη, Αγία Εικόνα του Επιταφίου του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στην Παλαιομάνινα είναι ένα σπάνιο ιερό κειμήλιο που πρέπει να διατηρηθεί, να συντηρηθεί, να προφυλαχθεί με κάθε τρόπο και, φυσικά, να προβληθεί. Αυτή την παλαιά Αγία Εικόνα του Επιταφίου την είχε δωρίσει στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης της Παλαιομάνινας ο τυροκόμος Αντωνόπουλος. Την είχε αγοράσει από την Οδησσό της Ουκρανίας το 1920 ή 1923. Η Αγία αυτή εικόνα με τον καιρό παρουσίασε αρκετές φθορές και έχρηζε άμεσης επισκευής. Έτσι αποφασίστηκε, με τη σύμφωνη γνώμη του ιερέα, να επισκευασθεί και κατόπιν να φυλαχθεί ως πολύτιμο κειμήλιο στο Νάρθηκα της εκκλησίας της Παλαιομάνινας. Έτσι και έγινε! Όλη αυτή τη διαδικασία την επιστάτησε αφιλοκερδώς ο ξάδερφός μου Φώτης Κουτσουμπίνας του Κων/νου. Έτσι με δική του δαπάνη διασώθηκε, συντηρήθηκε και αποκαταστάθηκαν οι φθορές από το πέρασμα ίσως πολλών αιώνων

Προτείνουμε μάλιστα κατά το στολισμό του Επιταφίου του χωριού μας κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα (να αρχίσει από εφέτος) να εναποτίθεται, όπως παλιά, στο Κουβούκλιο η παλιά αυτή άγια εικόνα, όπως επίσης, να συντηρηθεί και να τοποθετηθεί σε κάποια έκθεση (της Εκκλησίας ή στο Λαογραφικό) το παλιό Κουβούκλιο που σήμερα βρίσκεται σε κάποια αποθήκη!

Η ιερή εικόνα του Επιταφίου της Παλαιομάνινας πρέπει να είναι μια από τις σπάνιες παρόμοιες που υπάρχουν όχι μόνο στο Νομό μας, αλλά και σε όλη τη χώρα. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να επιβεβαιωθεί από ειδικούς ή από κάποια στοιχεία που συνοδεύουν την εικόνα. Πάντως, όπως προκύπτει από έρευνα που κάναμε, η τεχνοτροπία της ιερής εικόνας του Επιταφίου της Παλαιομάνινας θυμίζει τις φημισμένες κεντήστρες (Δεσποινέτα, Μαργιώρα κλπ) χρυσοκέντητων εικόνων επιταφίων από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, οι οποίες φυλάσσονται ή προβάλλονται σήμερα σε Ιερές Μονές και παλιές εκκλησίες της χώρας. Στην Αιτωλοκαρνανία υπάρχουν, για παράδειγμα, η χρυσοκέντητη εικόνα του Επιταφίου που βρίσκεται στον Ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Αιτωλικό (χρονολογείται το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα) και της Ναυπάκτου (το 1735). Επίσης, είναι στον Προυσσό (1583), στην Ιερά Μονή Τατάρνας (1584). Άλλες παλιές χρυσοκέντητες εικόνες Επιταφίων υπάρχουν στην Ιερά Μονή Παραμυθιάς (1587 – 1588), στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Κομπότι Άρτας (1647), στα Μετέωρα (14ου αιώνα και 1620). Στην Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας (1754) και σε άλλες περιοχές της χώρας.

Στην Παλαιομάνινα, όπως και σε κάθε άλλο χριστιανικό χωριό της πατρίδας μας, ο στολισμός του Επιταφίου γινόταν ( και γίνεται) με μεγάλη φροντίδα από τις γυναίκες και τα κορίτσια του χωριού. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης μετά την εκφώνηση του πέμπτου Ευαγγελίου κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας των Δώδεκα Ευαγγελίων ο ιερέας τοποθετεί μέσα στο Κουβούκλιο του Επιταφίου την Αγία Εικόνα. Το πρωί, ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής και μετά την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών γινόταν και γίνεται η Ακολουθία της Αποκαθήλωσης.

Αναμνήσεις του Δημήτρη Στεργίου

Καθώς πληροφορήθηκα ότι το Δημοτικό Σχολείο της Παλαιομάνινας απειλείται κι αυτό, μετά το Γυμνάσιο, με κλείσιμο( έχει μια δράκα μαθητών από τους οποίους οι περισσότεροι είναι… μεταναστών!!!), θυμήθηκα το άλλοτε πολυπληθές από συμμαθήτριες και συμμαθητές μου κτίριο του Συγγρού στο χωριό μας το 1954 και 1955. Στο εκπληκτικό για την αρχιτεκτονική του παραδοσιακό αυτό κτίριο στεγαζόταν από τις αρχές του εικοστού αιώνα (αρχές του 1900) το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μου μέχρι την κατασκευή (στη δεκαετία του 1970;) νέου σύγχρονου κτιρίου στη σκιά της αρχαίας ακρόπολης. Εκεί στην απέραντη (χωρίς χωρίσματα) αίθουσα είχαν τοποθετηθεί σε πτέρυγες τα θρανία για τους μαθητές αντίστοιχων τάξεων με κοινή διδασκαλία από τον ίδιο σχεδόν δάσκαλο. Δηλαδή, ο δάσκαλος πήγαινε στην πτέρυγα με τα θρανία όπου κάθονταν, για παράδειγμα, οι μαθητές της πέμπτης τάξης, έκανε το μάθημα και, στη συνέχεια, αφού έβαζε ασκήσεις, πήγαινε στην πτέρυγα με τους μαθητές της έκτης τάξης, για παράδειγμα, έκανε το μάθημα, έβαζε πάλι ασκήσεις και ούτω καθεξής.

Θυμάμαι ότι για τις μικρότερες τάξεις και καθώς ο πληθυσμός των μαθητών αυξανόταν, μετά το 1953, είχαν μετατραπεί σε σχολικές αίθουσες τα κτίρια της Εκκλησίας, ακριβώς απέναντι από τον ιερό ναό, ενώ σ΄ ένα κρύο δωμάτιο του μακρόστενού αυτού κτιρίου, στην άκρη αριστερά και προς τα σπίτια των αδερφών Κοντογιάννη, έμενε ο φωτισμένος νεαρός (πρωτοδιορισθείς ) δάσκαλός μας Αθανάσιος Κουφογιώργος από τη Μακρυνεία. Εκεί έμενε ο δάσκαλός μας κι εκεί οι οικογένειες του χωριού που είχαν μαθητές στο Δημοτικό Σχολείο πήγαιναν προθύμως και ευχαρίστως, με τη σειρά (υπήρχε σχετικός κατάλογος!), το καλύτερο και νοστιμότερο φαγητό στον δάσκαλο μεσημέρι και βράδυ!! Σημειώνεται ότι τότε, το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μου, όπως και σε όλη την Ελλάδα, λειτουργούσε πρωί και απόγευμα από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή και μόνο το πρωί το Σάββατο. Καθώς δεν υπήρχαν τότε ρολόγια, η πρόσκληση των μαθητών στα μαθήματα γινόταν με το χτύπημα της … καμπάνας.

Επιτρέψτε μου, με την ευκαιρία, να παρουσιάσω μερικά στατιστικά στοιχεία για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση κατά την περίοδο αυτή σε όλη την Ελλάδα από το αρχείο μου. Από τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις:

Πρώτον, οι σχολικές μονάδες (μόνο Δημοτικά) ανέρχονταν τότε σε 8.999, έναντι 9.419 το 2016, από τις οποίες πάνω από τις μισές είναι νηπιαγωγεία!

Δεύτερον, οι δάσκαλοι (μόνο στο Δημοτικό Σχολείο) ανέρχονταν σε 18.353, έναντι 76.245 σήμερα (το 2016), από τους οποίους 13.803 είναι νηπιαγωγοί. Δηλαδή είναι σχεδόν τετραπλάσιοι!

Τρίτον, οι μαθητές ανέρχονταν σε 1.032.525, έναντι 756.335 σήμερα (2016) από τους οποίους 149.764 πηγαίνουν νηπιαγωγείο, δηλαδή είναι λιγότερο κατά 50% περίπου, δηλαδή είναι περίπου οι … μισοί!!! Αν , σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία,πάνω από 15% κατά μέσον όρο των μαθητών αυτών είναι αλλοδαποί ή μεταναστών, τότε οι Έλληνες μαθητές σήμερα στο Δημοτικά Σχολεία δεν ξεπερνούν τους 400.000!!! Κι όμως, κάθε χρόνο ακούγονται φωνές διαμαρτυρίας για … τρομακτικές ελλείψεις στα σχολεία!!!

Τέταρτον, τότε ένα δάσκαλος αντιστοιχούσε σε 60 περίπου μαθητές, έναντι σήμερα 10 και σε ορισμένε περιοχές 1: 1 ή 1:2!!

Επίσης, θα παρουσιάσω μερικά ακόμα στοιχεία για το Δημοτικό Σχολείο της δεκαετίας του 1950 στην Ελλάδα. Τα ακόλουθα:

Πρώτον, τότε πάνω από 100.000 μαθητές διέκοπταν τη φοίτηση στο Δημοτικό Σχολείο, καθότι δεν ήταν υποχρεωτική η φοίτηση!

Δεύτερον, τότε 100.000 – 200.000 παιδιά δεν πήγαιναν καθόλου στο Δημοτικό Σχολείο!

Τρίτον, τότε μόνο 15% περίπου των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου πήγαινε το Γυμνάσιο. Στο χωριό μας το ποσοστό αυτό ήταν απελπιστικά πιο χαμηλό!

Τέταρτον, πάνω από το 30% του πληθυσμού ήταν αναλφάβητοι, με το ποσοστό αυτό στις γυναίκες να είναι σημαντικά μεγαλύτερο.

Πέμπτον, η δημόσια δαπάνη (ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό) για την παιδεία αντιστοιχούσε μόνο στο 1,8% του ΑΕΠ, ενώ το ποσοστό αυτό είναι σήμερα σχεδόν διπλάσιο με … μισούς μαθητές!

Έκτον, τότε υπήρχε μαθητική εισφορά, η οποία καταβαλλόταν με την έναρξη του νέου σχολικού έτους ως εγγραφή, ενώ τον οικογενειακό προϋπολογισμό επεβάρυνε και η αγορά των σχολικών βιβλίων, μολονότι εκδίδονταν από τον Οργανισμό Σχολικών Βιβλίων!

 Κατά το 1954 αποφοίτησαν μόνο επτά μαθητές, γεγονός που καταδεικνύει τις ολέθριες συνέπειες της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου και στην παιδεία καθώς και στο πολύ χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης στην Ελλάδα κατά τα πρώτα τρία – τέσσερα μετεμφυλιακά χρόνια. Το 1955 αποφοίτησαν από το Δημοτικό Σχολείο της Παλαιομάνινας 29 μαθητές, από τους οποίου μόνο επτά πήγαν στο Γυμνάσιο, μεταξύ των οποίων και ο γράφων.

Η επιτυχία 100% των συμμαθητών μου που δώσαμε εξετάσεις τον Ιούνιο του 1955 για την εισαγωγή μας στο Γυμνάσιο οφειλόταν στον φωτισμένο μας δάσκαλο, όπως προαναφέρθηκε, Αθανάσιο Κουφογιώργο , ο οποίος προωθούσε τότε πρωτόγνωρες πρωτοβουλίες για τη εμπέδωση των γνώσεων και τη διεύρυνση της μάθησης στο σχολείο, καθώς και με τη διοργάνωση εκδρομών και έξω από το χωριό, δηλαδή στο Θέρμο και την Πάτρα, όπως θα αναφέρω στο επόμενο σημείωμά μου.

Ομολογώ ότι τα στοιχεία αυτά με προβλημάτισαν ακόμη περισσότερο μετά τη μελαγχολικότατη διαπίστωση ότι, παρά τη μείωση των μαθητών και την ιλιγγιώδη αύξηση των δασκάλων και παρά την κατάργηση των «ξορκισμένων» τόνων και σημείων στίξεως και απλοποίηση της Ελληνικής Γραμματικής, η ελληνική παιδεία συνεχώς διαλύεται και ο λειτουργικός αναλφαβητισμός των Ελλήνων μαθητών συνεχώς επιδεινώνεται…

Πίνακας 1: Διαχρονικά ποσοτικά στοιχεία για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (1951-2016)

Πρωτοβάθμια

Εκπαίδευση*

1951

1965

1997

2000

2005

2009

2016

 

-Μονάδες

 

-Δάσκαλοι

 

-Μαθητές

 

-Μαθητές ανά δάσκαλο

 

8.997**

 

18.358

 

1.032.525

 

 

 

 

10.882 **

 

27.376

 

975.869

 

 

35,6

 

11.957 (5.433)

64.252

(8.668)

740.268

(127.648)

 

13,9

 

 

11.469 (5.489)

52.331

(8.637)

738.541

(140.721)

 

15,0

 

10.854

(5.557)

72.566

(11.752)

734.422

(137.770)

 

10,8

 

10.787

(5.660)

78.064

(13.087)

738.332

(147.692)

 

10,1

 

9.419

(5.035)

76.249

(13.803)

756.335

(149.764)

 

10,3

*Νηπιαγωγεία και Δημοτικά. Σε παρένθεση στοιχεία για τα νηπιαγωγεία

** Μόνο Δημοτικά

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (Εκπαίδευση)

Σελίδα 1 από 5

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας ΑΙΧΜΗ, πρώτης σε κυκλοφορία και αναγνωσιμότητα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ειδήσεις, σχόλια, ρεπορτάζ, κοινωνικά, αθλητικά, μικρές αγγελίες

Η Αιτωλοακαρνανία